Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Αθανάσιος Σταγειρίτης, Ηπειρωτικά (1819) pdf

 

Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης (1780 - 1840) ήταν λόγιος με καταγωγή από τα Στάγειρα της Χαλκιδικής,ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στη Βιέννη όπου ερ-γάστηκε ως καθηγητής της ελληνικής γλώσσας.Οι ακριβείς ημερομηνίες γέννησης και θανάτου του καθώς και οι αντίστοιχες τοποθεσίες,όπου έ-λαβαν χώρα,παραμένουν άγνωστες.Υπήρξε υπέρμαχος της χρήσης των αρχαίων ελληνικών στο γλωσσικό ζήτημα και παράλληλα υπήρξε εκδότης του περιοδικού Καλλιόπη,το οποίο ήταν το ιδεολογικό αντίβαρο του περιο-δικού Ερμής ο Λόγιος του Αδαμάντιου Κοραή.Προκύπτει επίσης απ΄ την έ-ρευνα ότι ο Αθ. Σταγειρίτης είχε διατελέσει δάσκαλος στο ελληνικό σχολείο του Μπρασόφ (Ρουμανία) το 1806.Ανάμεσα στα διάφορα φιλολογικά,ιστο-ριογεωγραφικά και επιστημονικά κείμενα που συνέγραψε,και τις πολλές μεταφράσεις Γερμανικών έργων στα ελληνικά,ξεχωρίζει το έργο του με τί-τλο Ὠγυγία ἤ Ἀρχαιολογία το οποίο ολοκληρώθηκε σε 5 τόμους,εκδόθηκε στο διάστημα 1815-1820,και περιγράφει τα έθιμα και κοινωνία της αρχαίας Ελλάδας με σχολιασμό των ποιητών και συγγραφέων εκείνης της εποχής.

Άλλα γνωστά έργα του είναι τα:

Επιτομή Αριθμητικής (1810)

Βίος Θεμιστοκλέους του Αθηναίου (1816)

Βίος Μιλτιάδου του Αθηναίου (1818)

Τρόπαιον Ελληνικόν ή Πρώτος πόλεμος Ελλήνων και Περσών, και θρίαμβος των Ελλήνων (1818)

Ηπειρωτικά : Ήτοι Ιστορία και Γεωγραφία της Ηπείρου παλαιά τε και νέα, και βίος του Πύρρου (1819)

 Αθ. Σταγειρίτου «Ηπειρωτικά», Βιέννη 1819

 Το βιβλίο ξεκινά με την ερμηνεία του ονόματος της Ηπείρου,τον ορισμό της γεωγραφικής θέσης της,τα σύνορα και την έκτασή της.Κατόπιν,αναφέρεται η διαίρεσή της,τα βουνά (ο Βερτίσκος δεν συμπεριλαμβάνεται,ίσως θεωρού-μενο ως όρος της Μακεδονίας),ποτάμια,λίμνεςλιμάνια,ακρωτήρια και νησιά της.Οι πόλεις και τα «έθνη» της.Το Β΄ Μέρος του βιβλίου μιλά για τους πρώ-τους κατοίκους της Ηπείρου,μέχρι και τους απογόνους του Πυρρου του Α΄,«υιού του Αχιλλέως».Το Γ΄ Μέρος περιέχει τον βίο του Πύρρου του Με-γάλου,βασιλέως της Ηπείρου.Το Δ΄ Μέρος αναφέρεται στους απογόνους του Πύρρου του Μεγάλου,στο πολίτευμα των Ηπειρωτών,τα ήθη,έθιμά τους και άλλα αξιόλογα.Το τελευταίο Ε΄ Μέρος είναι αφιερωμένο Περί της νέας Ιστορίας και Γεωγραφίας της Ηπείρου.
Ο συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει εκατοντάδες αρχαίες και προηγούμενες πηγές,ελληνικές,λατινικές και γαλλικές.Πρέπει να σημειώσουμε ότι,όταν ο Ναπολέων ήταν κύριος της Ευρώπης παραβίασε ετσιθελικά την απόκρυφη Βιβλιοθήκη του Βατικανού,στέλνοντας σ΄ αυτήν ομάδα επιστημόνων για έρευνες στα αρχεία και το υλικό της.Ένας απ΄ αυτούς ήταν και ο Αθανάσιος Σταγειρίτης ! Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς αξιοποίησε ο Έλληνας επιστήμο-νας απ΄ αυτήν την εμπειρία του,αλλά τουλάχιστον μάθαμε,εμμέσως,ότι κάτι απ΄ την άγνωστή μας αρχαία γραμματεία υπάρχει και αποκρύπτεται… Ακόμα,έχει σημασία ότι όταν ο Σταγειρίτης  γράφει τα «Ηπειρωτικά» (1819), στην Ήπειρο εξουσιάζει ο Αλή Πασάς,με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει…
Η αξία του συγκεκριμένου έργου είναι δεδομένη,αν και απουσιάζει η κριτική θεώρηση.Γράφει ο Δημ. Ευαγγελίδης: Και εάν μεν για τον Αθ. Σταγειρίτη υ-πάρχουν ένα σωρό ελαφρυντικά και δικαιολογίες,για τους σύγχρονους είτε ημιμαθείς ονειροπαρμένους είτε κουτοπόνηρους ελληνέμπορους της «μη συμ-βατικής» ψευδοϊστορίας δεν υπάρχει απολύτως καμία επιείκεια και είναι άξιοι κάθε χλευασμού και «κραξίματος». Αντίστοιχα,οι απόψεις του Αθ. Σταγειρί-τη για διάφορα αρχαιολογικά,γλωσσολογικά και εθνολογικά ζητήματα,για τα οποία ακόμη και σήμερα υπάρχουν διχογνωμίες και αδιευκρίνιστα σημεία,είναι φυσικό να αντιμετωπίζονται επίσης με συμπάθεια,αν αναλογισθούμε το επί-πεδο ανάπτυξης αυτών των επιστημών εκείνη την εποχή.Έτσι, οι μεν απόψεις του Αθ. Σταγειρίτη περί Πελασγών,(«…Γνωρίζομεν όμως, ότι το αρχαιότερον έθνος της Ελλάδος ήσαν οι Πελασγοί.Και ούτοι ήσαν τα αυτόχθονα και γνήσια τέκνα της Ελλάδος,τα οποία διηρέθησαν ύστερον εις διάφορα έθνη και διαφόρους ονομασίας,αφ’ ού ηνώθησαν και με άλλα πολλά ξένα έθνη. Η δε φωλεά τούτων,όθεν εξήρχοντο ως μύρμηκες,ήτον η Πελοπόννησος,και μάλιστα η Αρκαδία.Από εκεί λοιπόν διασκορπιζόμενοι οι Πελασγοί,εγέμη-σαν (σ.σ. sic) όλην την Ελλάδα,τας νήσους του Αιγαίου πελάγους,την Ιταλί-αν,και την μικράν Ασίαν…» («Ηπειρωτικά», σελ. 35-36) Αβάντων,Δρυόπων, Μολοσσών κ.λπ. (βλ. «Ηπειρωτικά, ήτοι Ιστορία και Γεωγραφία της Ηπείρου» - Βιέννη, 1819, σελ. 35-60) συχνά διαβάζονται ευχάριστα αντιμετωπιζόμενες ως αξιοπερίεργες για τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής,αλλά το να παρουσιάζο-νται σήμερα ως «επιστημονικές αποδείξεις» για τα θέματα αυτά,έχει νομίζω κάποια διαφορά,που για τους σημερινούς «μη-συμβατικούς» ελληνοκάπηλους, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι ορατή και αντιληπτή.
Υπερβολικός ο συμπαθής Δημ. Ευαγγελίδης,φορέας των συστημικών από-ψεων…
Να πούμε ότι οι Αρβανίτες αναφέρονται μόνο μία φορά (σελ. 348),ως Ιλ-λυριοί: Εν τούτοις δε τω 1392 δέκα χιλιάδες Ιλλυριοί φοβούμενοι τους Τούρ-κους,έφυγον συν γυναιξί και τέκνοις εις την Πελοπόννησον,όπου ήσαν έτι χρι-στιανοί ηγεμόνες,και εδέχθη αυτούς ευμενέστατα Θεόδωρος ο Παλαιολόγος,ο τότε εκεί Δεσπότης.
Για τους Αλβανούς (Σκιπτάρ) κάνει αρκετές αναφορές,χωρίς στην ουσία να προσφέρει στοιχεία για την προέλευσή τους κατά βέβαιο τρόπο.Στην σελ. 401 μάλιστα τους αναφέρει ως τουρκοποιημένους Έλληνες (τους Αλβανούς, οι οποίοι είναι όλοι Έλληνες,και ετουρκεύθησαν.).Υπάρχει φυσικά,πλήθος εν-διαφερόντων στοιχείων για τον ερευνητή/μελετητή (όπως για την περιβόητη Ρωμαϊκή Αλβανόπολι της Ηπείρου,Αλβανούπολις των Λατίνων,σελ. 326 και 333),που μπορούν να χρησιμεύσουν σε λογής εργασίες.

 Κάντε λήψη του βιβλίου πατώντας εδώ

 Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος


Σάββατο 18 Ιουνίου 2022

Αθηνά Αντ. Κολτσίδα, Η εκπαίδευση στη Βόρεια Ήπειρο κατά την ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: η ίδρυση, η οργάνωση και η λειτουργία των ελληνικών σχολείων (2008)


Το υπό εξέταση θέμα διαπραγματεύεται για πρώτη φορά συνολικά την ελληνική εκπαίδευση στο συγκεκριμένο χώρο της Βόρειας Ηπείρου κατά την ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ερμηνεύονται οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες των Ελλή-νων της Βόρειας Ηπείρου κάτω από τις παντοειδείς δυσχέρειες και πιέσεις κατά τη διάρκεια των επίμαχων χρόνων της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρουσιάζεται η οργάνωση και η λειτουργίας της εκπαίδευσης κάτω από την προστασία και τη χορηγία των τοπικών κοινωνιών, της κοινοτικής αυτοδιοίκησης και την οικονομική αρωγή των ευερ-γετών και δωρητών. Κατά τη πορεία της αναζήτησης των αρχειακών πηγών και της δημοσιευμένης βιβλιογραφίας διαπιστώθηκε η πληθώρα των αναξιοποίητων μέχρι σήμερα σημαντικών και βασικών πληροφοριών που έρχονται να προσθέσουν πολύτιμα στοιχεία στον εκπαιδευτικό χάρτη της Βόρειας Ηπείρου, τέτοια που αναθεωρούν πολλές μέχρι σήμερα απόψεις και θεωρήσεις και επαναπροσδιορίζουν το μέγεθος και τη δυναμική της ελληνικής εκπαίδευσης, της παιδείας και του πολιτισμού και πνευματικού επιπέδου όλου του ελληνικού στοιχείου του βορειηπειρωτικού χώρου. Οι αρχειακές και βιβλιογραφικές μας πηγές αναζητήθηκαν και προήλθαν από : το Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών(ΑΥΕ), το Ίδρυμα Βορειοηπειρωτικών Ερευνών(ΙΒΕ-Ιωάννινα), την Εταιρεία Ηπει-ρωτικών Μελετών(ΕΗΜ-Ιωάννινα), το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, από αναφορές ξένων αρχείων (αγγλικά, γαλλικά, αυστριακά), από Αρχεία και βιβλιοθήκες Μητροπόλεων, Ιδρυμάτων, Εταιρειών, Ενώσεων και Συλ-λόγων, από ιδιωτικά αρχεία, από τοπικούς κώδικες και κοινοτικούς και φιλεκπαιδευτικούς κανονισμούς, από δημοσιευ-μένες πηγές, από εφημερίδες, από περιοδικά και από έντυπα εποχής. Για πρώτη φορά αξιοποιήθηκαν στο βέλτιστο βαθμό τους οι αρχειακές πηγές και τα κάθε είδους σπάνια και αρχέτυπα δημοσιεύματα με βάση τα οποία καταγράφηκαν 726 ελληνικά σχολεία σε 306 ελληνικούς οικισμούς, 1.377 διδάσκαλοι και 22.741 μαθητές σε όλο το χώρο της Βόρειας Ηπείρου, καταγραφή εμφανώς μεγαλύτερη από κάθε άλλη προϋπάρχουσα μελέτη, έρευνα ή στατιστική. Αναδείχθηκαν 22 περιώνυμα μεγάλα αστικά και εκπαιδευτικά κέντρα : της Κορυτσάς, της Μοσχόπολης, του Αργυροκάστρου, του Βουλιαρατίου, των Δρυμάδων Χειμάρρας, του Δελβίνου, της Δουβιανής, της Δρόβιανης, του Κεστορατίου, του Κάτω Λαμπόβου, της Λέσνιτσας, του Πικερνίου, της Πρεμετής, της Σαρακινίτσας, της Σωτήρας, της Πολίτσανης, των Σχωρι-άδων, της Σωπίκης, της Αρδεύουσας, της Άρτας, της Αυλώνας και του Βερατίου.

 Κάντε λήψη του βιβλίου (διδακτορική διατριβή) πατώντας εδώ


Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Κτίζοντας καινούργιο σπίτι στον Βαρνάβα,1967


Η όμορφη αυτή φωτογραφία απεικονίζει τους γονείς μου στην κατασκευή του νέου σπιτιού τους. Οι γονείς μου (Βασίλης και Ελένη) παντρεύτηκαν το 1957.Στην φωτογραφία 2 φαίνεται το αρχικό σπίτι που οικοδομούσαν ώστε να παντρευτούν,φωτογραφία του 1955,όπως υπολογίζω.Γι΄ αυτήν τη δεύτερη φωτογραφία (περικοπή από αεροφωτογραφία) έχω παρουσιάσει ξεχωριστή δημοσίευση που μπορεί κανείς να την δει εδώ. Εκεί λοιπόν,στη φωτογραφία του 1955,φαίνεται ο μαχαλάς του παππού μου,Κωνσταντίνου Πέππα (Κωτσησημάκος).Αριστερά,ήταν το μακρυνάρι του παππού, ένα-δυο δωμάτια για τους ανθρώπους κι ένα δωμάτιο για τα ζώα.Τον παππού δεν τον πρόλαβα, πέθανε το 1957.Η γιαγιά η Βαγγελιώ πέθανε το 1966,όταν ήμουν 5 χρονών,κι έχω κάποιες θολές αναμνήσεις απ΄αυτήν.Θυμάμαι,πήγαινα στο δωμάτιό της,μ΄ έπαιρνε αγκαλιά μέσα στα σκεπάσμα-τα και μου έλεγε διάφορα.Η γιαγιά μίλαγε μόνο αρβανίτικα,δεν ήξερε ελληνικά.Δεξιά στη φωτο-γραφία είναι το,νεόδμητο τότε,σπίτι του θείου μου Δημήτρη,αδερφού του πατέρα μου.Στη μέση, υπό κατασκευή,το σπίτι του πατέρα μου.Ένα μονόχωρο δωμάτιο κάτω με εξωτερικό τούρκικο καμπινέ και δυο δωμάτια από πάνω,με μονοκόμματη σκάλα.Αυτή η διάταξη χώρου ήταν άβολη όμως,κι έτσι τα δύο πάνω δωμάτια,τα "καλά",ας πούμε,τα χρησιμοποιούσαμε σπάνια και μόνο άνοιξη-καλοκαίρι.Στην ουσία,δηλαδή,το σπίτι μας ήταν αυτό το κάτω μακρόστενο δωμάτιο.Στα 35 περίπου τετραγωνικά του στριμωχνόταν η ζωή της οικογένειας,μέχρι που έβγαλα το Δημοτικό (1973).Για να "ανοιχτούμε" σ΄ ένα πιο βολικό χώρο,με καλύτερη οργάνωση δραστηριοτήτων,ο πατέρας αποφάσισε,μετά τον θάνατο της γιαγιάς,να χτίσει ένα πιο λειτουργικό σπίτι.Γκρεμίζει το μακρυνάρι του παππού,φτιαγμένο με πέτρα και σκεπασμένο με πλάκες της περιοχής,με "ντράζες" ή "ντράσσιες" (ο τόπος εξόρυξης και συλλογής τους,προς την παραλία του χωριού,λέγεται και σήμερα Ντράζεζα),και φτιάχνει στη θέση του ένα άνετο,σουλουπωμένο 4άρι με εσωτερική ευρωπαϊκή τουαλέτα.
Απ΄ την αρχική φάση οικοδόμησης αυτού του νέου σπιτιού προέρχεται η πρώτη φωτογραφία.Στην εξωτερική σκαλωσιά βρίσκονται οι γονείς μου.Μαζί τους η γειτονοπούλα πρωτοξαδέρφη μου Βαγ-γελιώ.Οι γονείς δεν βρέθηκαν στο χώρο εργασιών για το φωτογραφικό στιγμιότυπο,αλλά επειδή δούλευαν,εκτελώντας χρέη εργατών.Η οικονομική ανέχεια της εποχής δεν επέτρεπε στους χωρι-κούς να προσλάβουν εργάτες στις όποιες δουλειές τους.Γι΄ αυτό και οι μάστορες τότε δεν διέθεταν συνεργείο.Είχαν μόνο τα εργαλεία τους.Την βοηθητική εργασία (φτιάξιμο λάσπης,κουβάλημα υλικών κι ό,τι άλλο) το αναλάμβαναν και επιτελούσαν οι ίδιοι οι "εργοδότες",οι οποίοι απ΄ την ανάγκη είχαν καταστεί πολυπράγμονες.Στην μέσα πλευρά της σκαλωσιάς υπάρχει ο κτίστης (κιούσης,στ΄ αρβανίτικα),ο Χρήστος Μήλιος.Αυτός ήταν απ΄ τους παραδοσιακούς τεχνίτες της πέτρας,της Ηπείρου,απ΄ το ΒορειοΗπειρώτικο χωριό Αλίκο,νομίζω.Από διηγήσεις παλαιοτέρων διασώζονται πληροφορίες ότι υπήρχε κινητικότητα μεμονωμένων ατόμων πριν τον πόλεμο απ΄ τη Βόρεια Ήπειρο (Ελλήνων και Σκιπετάρων) προς τον Βαρνάβα,λογικά και προς τα γύρω χωριά. Φαίνεται,τα αρβανίτικα βοηθούσαν σ΄αυτό... Αυτά τα άτομα πρόσφεραν περιορισμένες εργασίες, εποχικές ή όχι,κι έφευγαν.Αυτή η πρώιμη εργασιακή μετακίνηση κόπηκε οριστικά με το ερχομό του πολέμου.Ο Χρήστος Μήλιος είχε έρθει,νέο 16χρονο παλικάρι τότε,να δουλέψει στα μέρη μας ως πετράς και κιούσης.Είδε και λιμπίστηκε μια νεαρή Βαρναβιωτοπούλα,τη Φανιώ Κόλλια (αδερ-φή του ΑποστολΛευτέρη) και γύρισε στους γονείς του να τους πει πως θα την ζητήσει.Αυτοί,όμως, αρνήθηκαν και τότε σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα: τους είπε πως θα ξαναπάει στην Ελλάδα μαζί με την κωφάλαλη από μηνιγγίτιδα αδερφή του Αθηνά για να την γιατρέψει! Πράγματι,έφερε περιπε-τειωδώς (μέσα σ΄ ένα βαρέλι) την αδερφή του,αλλά κάπου εκεί ξέσπασε ο πόλεμος,έκλεισαν τα σύνορα και τα δύο αδέρφια εγκλωβίστηκαν εδώ. Το εμπόλεμο καθεστώς που ίσχυσε στη συνέχεια με την Αλβανία δεν τους επέτρεψε να επιστρέψουν ποτέ στην ιδιαίτερη πατρίδα τους,ούτε καν ως επισκέπτες. Όταν έγινε άρση του εμπολέμου κι άνοιξαν πάλι τα σύνορα (επί Πασόκ) ο ΧρηστοΜή-λιος είχε πεθάνει.Είχε παντρευτεί την αγαπημένη του Φανιώ,απέκτησαν πολλά παιδιά (εξι,νομί-ζω),που παντρεύτηκαν όλα στον Βαρνάβα,με αποτέλεσμα να υπάρχει σήμερα στο χωριό πλήθος απογόνων αυτού του επίμονου ερωτικού μετανάστη.Η Αθηνά δεν παντρεύτηκε,έζησε έως βαθέος γήρατος,προστατευμένη στην αγκαλιά της μεγάλης οικογένειας που δημιούργησε ο αδερφός της. Μετά το 1991,όταν εκδηλώθηκε η μαζική εισροή ΒορειοΗπειρωτών και Αλβανών στη χώρα μας, συγγενείς των Μήλιδων από το Αλίκο ήρθαν κατά διαστήματα στα εδώ ξαδέρφια τους,στην αναζή-τηση μιας καλύτερης μοίρας,όπως και ο ΧρηστοΜήλιος πριν 5-6 δεκαετίες. Μ΄ έναν απ΄ αυτούς μάλιστα,τον Ηλία,πετράς και κιούσης,συνεχιστής της παράδοσης,είχα την ευκαιρία να συνεργα-στώ στο υπό κατασκευή τότε σπίτι μου.Ο Ηλίας βρίσκεται από 25ετίας στη Νέα Υόρκη... 
Πολλά σπίτια έχτισε ο ΧρηστοΜήλιος στον Βαρνάβα.Και του πατέρα μου.Υπήρχε η νοοτροπία στην κοινότητα της αλληλοϋποστήριξης.Μια άλλη εκδοχή της κολιγιάς,ας πούμε,έστω κι αν ήταν άπειρος ή ατζαμής ο νέος μάστορας.Θυμάμαι,ο πατέρας μου ανέθεσε τα βαψίματα των κουφω-μάτων του νέου σπιτιού του σ΄ ένα παιδαρέλι,ήταν η πρώτη του δουλειά,τον Αντώνη Πέτρου (Σκρέκης).Τα ίδια τα κουφώματα,επειδή δεν υπήρχε ξυλουργός στον Βαρνάβα,τα "έδωσε" σ΄ έναν νέο μαραγκό απ΄ το Γραμματικό,πρώτη δουλειά και γι΄ αυτόν,τον Σπύρο Κόλλια.Και το "ρίξιμο της πλάκας" το εμπιστεύτηκε σ΄ έναν νέο οικοδόμο,δευτερανίψι του,τον Βασίλη Πέππα (Σπάγγος).
Όπως είπα παραπάνω,τα παλιά σπίτια διέθεταν δίριχτη πλακόστρωτη σκεπή που ένας θεός ξέρει τι μόνωση και τι ασφάλεια παρείχαν,αν συνέβαινε αυτό... Στα νέα σπίτια,κατασκευασμένα μετά το 1960-65,με σχέδια μηχανικών πλέον,κυριαρχούσε απόλυτα η αρχιτεκτονική (και ισοπεδωτική) αντίληψη και αισθητική της ταράτσας (αλλά ας μην σταθούμε τώρα σ΄ αυτήν την κοινωνιολογική διάσταση).Τις ταράτσες (πλάκες,τις λέγαμε τότε) τις κατασκεύαζαν με μπετόν χρησιμοποιώντας τον "πρόγονο" της σημερινής αυτοκινούμενης μπετονιέρας,της βαρέλας.Και αυτό το μηχάνημα το έλεγαν μπετονιέρα,είχε τέσσερις μικρές ρόδες για να μεταφέρεται,ήταν βενζινοκίνητο και συνο-δευόταν από ένα αναβατόριο,που μπορεί να έφτανε ως και στα πέντε μέτρα ύψος.Τέτοια μπετο-νιέρα είχε κι ένας Βαρναβιώτης,ο Σπύρος Μαντάς,που μεσαρούνησε στην κατασκευή οικοδομών της ευρύτερης περιοχής μέχρι τον ερχομό και την επικράτηση της "βαρέλας".Αυτή η μπετονιέρα λοιπόν,ήταν ένας κάθετος περιστρεφόμενος κάδος (όπως αυτός των πλυντηρίων ρούχων),ανοιχτός στις δυο πλαϊνές πλευρές του.Στην μία πλευρά,στο ένα άνοιγμά του υπήρχε ένας υποδοχέας που σ΄ αυτόν άδειαζαν οι εργάτες τα υλικά,άμμο,χαλίκι,τσιμέντο.Ο μπετονιέρης πατούσε το κατάλληλο κουμπί στο ενσωματωμένο στη μπετονιέρα χειριστήριο,ο υποδοχέας σηκωνόταν κι άδειαζε τα υλικά μέσα στον περιστρεφόμενο με ταχύτητα κάδο.Το "φόρτωμα" υλικών στον υποδοχέα γινόταν με καρότσια.Ένας εργάτης με τενεκέ έριχνε νερό στον κάδο,στο παρασκευαζόμενο μείγμα.Όταν ο μπετονιέρης έκρινε ότι το μπετόν ήταν έτοιμο,σταματούσε τον κάδο και,απ΄ την άλλη πλευρά του,προς την οικοδομή,εκεί που ήταν στημένο το αναβατόριο,διοχέτευε μ΄ ένα πτυσσόμενο ενσω-ματωμένο "λούκι" το φρέσκο μπετόν στον κάδο του αναβατορίου.Με το χειριστήριο οδηγείτο αυτός ο κάδος ψηλά,στην ταράτσα.όπου άλλοι εργάτες ξεφόρτωναν το περιεχόμενό του στα δικά τους καρότσια και το άδειαζαν όπου τους έλεγαν "τα μαστόρια",οι οικοδόμοι.Η όλη εργασία ήταν επίπονη,εξουθενωτική κι έπρεπε με συνεχή ροή να ολοκληρωθεί στον πρέποντα χρόνο ώστε το μπετόν να μη στεγνώσει,αλλά να δέσει/σφίξει αρμονικά και ομοιόμορφα.Για μας τα πιτσιρίκια, ήταν γλέντι,όταν "ρίχνανε πλάκα".Άρχιζε απ΄ την προηγούμενη,όταν στηνόταν δίπλα στην οικο-δομή η μπετονιέρα και υψώνονταν οι ράγες του αναβατορίου.Σε μικρή απόσταση τα φορτηγά άφηναν τα υλικά και οι ιδιοκτήτες γέμιζαν με νερό τα ανάλογα βαρέλια.Παίζαμε με τα βουναλάκια της άμμου.Ένα τούβλο γινόταν στη φαντασία μας αυτοκίνητο και χαράζαμε με αυτό ελικοειδείς δρόμους πάνω στην άμμο.Αν βάζαμε δεύτερο τούβλο πάνω στο πρώτο,αποκτούσαμε "φορτηγό". Απίστευτα ταξιδέματα σε πολύβοους κόσμους με τόσο συνηθισμένα μέσα...! Όταν τέλειωνε το "ρίξιμο" μπορεί ο ιδιοκτήτης να τραπέζωνε οικοδόμους κι εργάτες.Υπήρχαν και θεατές,εκτός απ΄ τα αχόρταγα παιδιά,στην όλη διαδικασία.Οι συγγενείς του ιδιοκτήτη,αλλά και όποιος άλλος ήθελε. Έφερναν γλυκά και λικέρ ή κονιάκ.Επειδή ζαχαροπλαστεία δεν υπήρχαν,συνηθίζονταν πίτες,τη-γανίτες ή σπιτικά κέικ. Στο τέλος,όλο το πλήθος,εργαζομένων και παρευρισκομένων,κατανάλωνε ικανοποιημένο τα κεράσματα σκορπώντας ευχές! Ο πρωτομάστορας με μικρές τάβλες έφτιαχνε έναν επιβλητικό σταυρό και τον κάρφωνε σε εμφανές σημείο στη σκαλωσιά της ταράτσας.Πάνω του κρέμαγαν λευκά μαντήλια που ΄χε φέρει ο κόσμος,συγγενείς και άλλοι.Ή μικρές χρωματιστές πετσέτες.Πανελλαδικό έθιμο με αρχαίες ρίζες,καλοτυχίας,προκοπής και ευγονίας.Όταν ξεκαλού-πωναν την ταράτσα,ο σταυρός παραδινόταν στον ιδιοκτήτη.Αυτός,κρατούσε ένα μαντηλάκι,για το εικονοστάσι του νέου σπιτιού.Τα άλλα,τα μοίραζε στους οικοδόμους.Μπορεί να τα χρησιμοποιού-σαν ως χειρομάντηλα,αλλά και σαν αυτοσχέδια "πηλήκια" στη δουλειά τους,να μην τους χτυπάει ο ήλιος ή ο αέρας.
 
Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Κατ. Ταραμπατζή, Οι Πομάκοι της Θράκης (2001)



Μια κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση των Ελλήνων Πομάκων από την Κατερίνα Ταρα-μπατζή. Έρευνα που διεξήχθη στο χωριό Μύ-κη του νομού Ξάνθης από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας το 2001.
Κατεβάστε το αρχείο πατώντας εδώ

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Πατόζα στον Βαρνάβα,1955

Στην φωτογραφία εικονίζεται και ο πατέρας μου,Βασίλης Πέππας (δεύτερος από αριστερά,όρθιος), μπροστά σε μία παλαιού τύπου α-λωνιστική μηχανή,(μ)πατόζα την έλεγαν.Η χρονολογία λήψης δεν είναι καταγραμμένη στην πίσω πλευρά (όπως συνηθιζόταν) της φωτογραφίας.Αν κρίνω απ΄την πι-θανολογούμενη ηλικία του πατέρα μου [1925-2007] σε συνάρτηση με άλλες παλιές οικογενειακές φωτο-γραφίες βέβαιας χρονολόγησης,εί-ναι σίγουρα τραβηγμένη πριν τον γάμο του [1957],όταν ο πατέρας ήταν γύρω στα τριάντα [1955].Έ-χουμε,έτσι,ένα λαογραφικό κειμή-λιο απ΄ τον Βαρνάβα,χωριό του πατέρα μου,των αρχών της δεκα-ετίας του 1950! Αγνοώ τους υπό-λοιπους εικονιζόμενους,ενδέχεται να μην ήσαν όλοι Βαρναβιώτες, αλλά και άτομα απ΄ το προσωπικό της πατόζας.
Θυμάμαι,εκεί γύρω στο 1970,την θηριώδη πατόζα του (Βαρναβιώτη) Σταμάτη Κόλλια. Στο πλάι της γραφόταν με πελώρια γράμματα η φίρμα/μάρκα της: ΤΙΤΑΝ και ήταν αυτοκινούμενη,δηλαδή διέ-θετε ενσωματωμένη την μηχανή που της έδινε κίνηση.Εκτός απ΄ τα Αλώνια των Αλεξαίων (υ-πάρχουν και σήμερα,για πολλά χρόνια,ως το 1975,λειτούργησαν και ως γήπεδο του χωριού),χρη-σιμοποιήθηκαν,απ΄ όσο θυμάμαι,και δύο άλλα ισώματα ως αλώνια: ένα προς τα Μποζίκια και άλλο,το μικρό άπλωμα στην πρώτη στροφή του δρόμου προς την παραλία,περίπου 100 μέτρα πίσω απ΄την Εκκλησία του χωριού.Έχω γράψει αλλού,πώς το κοπιώδες αλώνισμα των σπαρτών (που μπορεί να διαρκούσε έως και μία βδομάδα) σηματοδοτούσε ένα κορυφαίο γεγονός της οικονομικής δραστηριότητας του χωριού,αλλά και αποτελούσε σημαντική εστία της κοινωνικής ζωής του: στο περιθώριο του αλωνίσματος οι οικογένειες συναντιόντουσαν,συνέτρωγαν,κανόνιζαν κολιγιές,ανέ-πτυσσαν συμπορεύσεις.
Δεν ήταν μόνο ο αιφνίδιος και πρόωρος θάνατος του Στ. Κόλλια [γύρω στο 1985] που επέφερε το τέλος της πατόζας του.Κυρίως ήταν η άρδην μεταβολή των παραγωγικών συνθηκών της κοινότη-τας σε μικρό χρόνο.Ο Βαρνάβας,μέσα σε μια δεκαετία απ΄ την μεταπολίτευση,μετατράπηκε από αγροτοκτηνοτροφική μονάδα σε κυψέλη εργατικού δυναμικού.Είχε ξεκινήσει η αστικοποίησή του.
Η αλωνιστική του Στ. Κόλλια πρέπει να ξεκίνησε περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960.Πριν από αυτήν ερχόταν στο χωριό η πατόζα του Σύρμα.Το επώνυμο Σύρμας συναντιέται στη Δυτ. Αττική και στα Δερβενοχώρια νομίζω,κυρίως στα Άνω Λιόσια.Στη Δυτ. Αττική υπήρξε εξ αρχής και ευρέως χρήση της πατόζας,όπως μας πληροφορεί ο Ασπροπυργιώτης ερευνητής Δημ. Καλλιέρης.Άρα,η πατόζα που φαίνεται στη φωτογραφία με τον πατέρα μου ήταν αυτή του  Σύρμα.Ενδέχεται,σύμ-φωνα με όσα είχα ακούσει,κατά/μετά τον πόλεμο και πριν την πατόζα του Σύρμα,να ερχόταν στον Βαρνάβα κι άλλη μία πατόζα.Αυτό όμως,το θεωρώ ελεγχόμενο.
Η πατόζα ήταν μια μεγάλη μηχανή,τοποθετημένη πάνω σε 4 ρόδες και δούλευε,για ένα μεσοδιά-στημα,με τη βοήθεια ενός τρακτέρ! Η πατόζα του Στ. Κόλλια,όπως είπα,ήταν αυτοκινούμενη.Αλλά και οι πρώτες (περιορισμένων δυνατοτήτων) πατόζες ήσαν αυτοκινούμενες.Την κίνηση σε αυτές την έδινε η κυλινδρομηχανή,ένα τμήμα του όλου αλωνιστικού συγκροτήματος που το έλεγαν έτσι, επειδή έμοιαζε με τον κύλινδρο των έργων οδοποιίας. 
Ένας μακρύς ιμάντας (λουρί) μετέφερε την κίνηση από τη μηχανή (ή του τρακτέρ) στους άξονες της πατόζας.Με ένα συνδυασμό άλλων τροχών που κι αυτοί συνδέονταν με άλλους ιμάντες,κινού-νταν μεταδίδοντας την κίνηση σε όλο το μηχανισμό της πατόζας.
Χρειαζόταν ένα πλήθος από εργάτες.Δύο έβαζαν τα δεμάτια σε μια κυλιόμενη σκάλα,που τα ανέ-βαζε επάνω στην πατόζα.Επάνω 3 εργάτες έλυναν τα δεμάτια και τα έριχναν στο μηχανισμό της πατόζας που τα έτριβε και ξεχώριζε τον καρπό από τα άχυρα.Ο καρπός περνούσε μέσα από κό-σκινα με τρύπες σε διάφορα μεγέθη και μεταφερόταν σε μια χοάνη,όπου άλλοι εργάτες γέμιζαν τα σακιά και τα έδεναν.
Η (μ)πατόζα (το πιθανότερο να είναι γαλλική λέξη,αλωνίζω=battre και ο αλωνισμός=aire de battage) ήταν το πρώτο,το μεγαλύτερο σε όγκο και ύψος μέρος της αλωνιστικής και το σημαντικότερο.
Στη φωτογραφία αλωνίσματος από το Μάζι (Πολυδένδρι) Αττικής,χωριό διπλανό στον Βαρνάβα,τραβηγμένη γύρω στο 1945,υπάρχει άλλη πατόζα απ΄ αυτή που φαίνεται στη φωτογραφία με τον πατέρα μου.Οι πατόζες αυτές,όταν έρχονταν,κάλυπταν με τη σειρά όλα τα χωριά της περιοχής.Θυμάμαι ότι και η πατόζα του Στ. Κόλ-λια αυτό έκανε.Ο συνολικός χρόνος αλωνίσματος στα χωριά της περιοχής διαρκούσε κάμποσες εβδομάδες.Λο-γικά λοιπόν,αυτή η πατόζα στο Μάζι το 1945 θα είχε έρθει και στον Βαρνάβα.Έτσι,φαίνεται να ευσταθεί η πληροφορία ότι πριν την πατόζα του Σύρμα ερχόταν στον Βαρνάβα μία άλλη.
Πριν έρθουν οι πατόζες στα χωριά μας,βήμα εξέλιξης και οικονομικής αλλαγής,το αλώνισμα γινόταν με τον γνωστό παραδοσιακό τρόπο,με ζώο ή ζώα.Γι΄ αυτό αξίζει να αφιερώσουμε άλλη,ειδική,εργασία.Τα αλώνια στον Βαρνάβα (κατά σύμπτωση σώζεται το βασικό) ήσαν χωμάτινα,άρα,η τελική συλλογή του καρπού δύσκο-λη.Σε μια μικρή λαογραφική έρευνά μου το 1998 στο Γραμματικό,χωριό δίπλα στον Βαρνάβα,έξι χλμ. ανατο-λικά του,εντόπισα τρία πέτρινα αλώνια [πετράλωνα] (δες επόμενες φωτογραφίες),δυστυχώς παραμελημένα, 
αναξιοποίητα,απροστάτευτα,αφημένα να ρημάζουν.Γιατί οι Γραμματικιώτες διέθεταν πετράλωνα,ενώ οι Βαρναβιώτες όχι,είναι ένα ερώτημα.Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι οι πρώτοι γειτνίαζαν και σχετιζόντουσαν μ΄ ένα σημαντικό κεφαλοχώρι,τον Μαραθώνα,ενώ οι δεύτεροι ήσαν,γεωγραφικά και όχι μόνο,απομονωμένοι.




Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας
   

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Ο Αρβανίτης «Ντρες» Γιάννης Γκρίτζαλης

 


Ο Αρβανίτης «Ντρες» Γιάννης Γκρίτζαλης

 

Το μεγαλειώδες 1821 είχε και σκοτεινές πλευρές. Διαμάχες,φαγωμάρα, αδερφοφάδες θλιβερές περιπτώσεις. Εκεί που αγκάλιαζε τον θρίαμβο, πισωπατούσε στο χείλος της καταστροφής. Γνωστά στενάχωρα πράγματα…

Μια τέτοια άσχημη περίπτωση της Επανάστασης και των εξελίξεών της διεκτραγωδεί ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος στο περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ (τ. 121,Σεπτέμβριος 2021),την ιστορία του Μεσσήνιου αγωνιστή Γιάννη Γκρίτζαλη.

 

Κατεβάστε την εργασία πατώντας εδώ

 

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος