Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Βαρνάβας,λίγο μετά το 1950

Εικόνα 1
Οι παλιές φωτογραφίες δεν είναι μόνον αστείρευτες πηγές ανάμεικτων συναισθημάτων,μα και, πολλές φορές,ασφαλής πάροχος γνώσης,δίοδος γνωριμίας,αλλά και,εκ των πραγμάτων,άξονας συγκρίσεων.
Γνωρίζω ότι στις οικογένειες του Βαρνάβα,γενέτειράς μου,διασώζεται ένας πραγματικός φωτο-γραφικός θησαυρός με ιστορική και λαογραφική,τουλάχιστον,σπουδαιότητα.Θυμάμαι,πιο περα-σμένα,είχα δει απίστευτες φωτογραφίες σε Βαρναβιώτικα σπίτια,σημαντικές όχι μόνο για την πα-λαιότητά τους,αλλά και για την ατόφια καταγραφή του περασμένου τρόπου ζωής,ενός διαφορετι-κού έθους και μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης.
Συνήθιζαν οι Βαρναβιώτες να αναρτούν στους σπιτικούς καθρέφτες τους (καμμιά φορά ήταν υπερ-μεγέθεις) πολλές φωτογραφίες από διάφορες στιγμές,καταστάσεις και περιόδους.Τα κριτήρια επι-λογής γι΄ αυτήν τη δημόσια έκθεση ήσαν ξεχωριστά και ιδιαίτερα κάθε φορά.Κάθε οικογένεια έκρινε με τις δικές της ιεραρχήσεις και βαθμούς προτεραιότητας τι φωτογραφίες θα σφηνωθούν στον καθρέφτη,θα μπουν στο πάνω χείλος του τζακιού και στο τραπέζι ή θα κρεμαστούν κορνιζα-ρισμένες στους τοίχους.Κι αποτελούσαν πράγματι δημόσιο θέαμα,όχι μόνο γιατί τα σπίτια τότε ήταν ανοιχτά και οι κοινωνικές επαφές και σχέσεις πολύ σφιχτές,αλληλοεξαρτώμενες,συντροφι-κές,αμφίδρομες και συμπορευόμενες,αλλά κυρίως επειδή κυριαρχούσε στην κοινότητα των ανθρώ-πων μια γρανιτώδης δεσμευτική ιδεολογία καθημερινότητας: η καθαρότητα συμπεριφοράς,η τιμι-ότητα στις δοσοληψίες και αυστηροί (συντηρητικοί) κανόνες ηθικής.Η ατομικότητα υποτασσόταν/εντασσόταν σε έναν δημόσιο κώδικα ευθύνης.
Στην Εικόνα 1 αποτυπώνεται στιγμή από εκδήλωση στο Δημοτικό σχολείο του Βαρνάβα Αττι-κής,το 1951.Σαφώς πρόκειται για σχολική γιορτή.Το πιστοποιεί η Ελληνική σημαία,κρεμασμένη στην πόρτα του σχολείου.Τα κοντομάνικα που φορούν κάποιοι παρευρισκόμενοι,κυρίως παιδιά, μας παραπέμπουν σε ανοιξιάτικη περίοδο.Έτσι,λογικά,θα πρόκειται για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.Το παιδάκι στο κέντρο είναι ντυμένο παπαδάκι και κρατά Σταυρό μάλλον.Γυναίκες,πα-ραδόξως,δεν εντοπίζονται.Η παρουσία του ιερέα μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως τότε η εορταστική δοξολογία της Εθνικής επετείου να ετελείτο στο σχολείο και όχι στην Εκκλησία,όπως την έζησα εγώ,ως μαθητής,στα χρόνια 1967-1973.Ίσως... 
Ο ιερέας πρέπει να είναι ο παπα-Ακάκιος (γεννημένος στους Παξούς),που για πολλά χρόνια ήταν παπάς στο χωριό.Αποσύρθηκε,πολύ γέρος,γύρω στο 1970,για να έρθει στη θέση του ο παπα-Βασί-λης,ένας παπάς με έντονη κοινωνικότητα,αγαπητός,που δεν άργησε να βάλει μπρος και μαθήματα Κατηχητικού προσφέροντας πρωτόγνωρες εμπειρίες στα ανέμελα πιτσιρίκια της γενιάς μου.Ο Α-κάκιος έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Καπανδρίτι.Πέθανε γύρω στο 1980.
Ο πρώτος άντρας στα δεξιά (με το λευκό μουστάκι) είναι ο Θανάσης Πέτρου (ΘανασΛιάρης).Ο ψη-λός,τρίτος αριστερά απ΄ το παπαδάκι,πρέπει να είναι ο Βαγγέλης Αποστόλου (του Πούπε).Αυτός που κρατά καπέλο πρέπει να είναι ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας,ο Δημήτριος Κατσίκης (Ζάπας) και αριστερά του ο γαμπρός του Δημήτρης Μέξης (ΜητσοΜέξης).
Εικόνα 2
Η Εικόνα 2 είναι τραβηγμένη ακριβώς 22 χρόνια μετά την Εικόνα 1,στον ίδιο χώρο.Προέρχεται από θεατρικό εργάκι κατά την σχολική γιορτή της 25ης Μαρτίου 1973.Σε πρώτο πλάνο η αφεντιά μου,απέναντί μου οι συμμαθήτριές μου Καίτη Κόλλια και Ελευθερία Κατσίκη.Ανάμεσά τους ο Γιάννης Παν. Πέππας (του Μάσκουλη).Πίσω μου ο Χρήστος Αποστόλου και στη μέση της φωτο-γραφίας ο Γιάννης Δήμας.Το παιδί με το μαύρο κοστούμι είναι ο Βαγγέλης Μαντάς (Κοκκινομάλ-λης).Το οίκημα του σχολείου,όπως παρατηρεί κανείς στην Εικόνα 1,περιλάμβανε κι απαρτιζόταν από δύο όγκους: ο ψηλοτάβανος,δεξιά,ήταν το σχολείο.Το αριστερό τμήμα,όπου εντασσόταν και η καμινάδα,ήταν το σπίτι του δασκάλου.Επειδή ο Βαρνάβας ήταν δυσπρόσιτος,είχε υπάρξει μέ-ριμνα τόσο για σπίτι του δάσκαλου,όσο και για σπίτι του παπά.Μικρά σπιτάκια,μακρυνάρια,με κουζίνα και δύο δωματιάκια.Το σπίτι του παπά,δίπλα στην εκκλησία και κάτω απ΄ το καμπαναριό, έχει μετατραπεί σήμερα σε κυλικείο του ναού και αποθήκη.Σ΄ αυτό έμενε ο Ακάκιος,ο παπα-Βασί-λης με τη γυναίκα του κι ο μεθεπόμενος ιερέας (ο ενδιάμεσος,ο Χρυσόστομος,πηγαινοερχόταν),ο παπα-Μανώλης,επίσης με την παπαδιά του.Τελευταίος ένοικος πρέπει να ήταν ο αρχιμανδρίτης Κασσιανός.Το σπιτάκι του παπά πρέπει να άλλαξε χρήση το 1993.Κάπου εκεί...
Για να μπεις στο σχολείο ανέβαινες τρία σκαλιά.Μπροστά συναντούσες το (μας φαινόταν υπέρο-χο!) γραφείο του δασκάλου.Όσο ήμουν εγώ μαθητής,το Δημοτικό του Βαρνάβα ήταν διθέσιο.Αρι-στερά του γραφείου απλωνόταν η ευρύχωρη αίθουσα διδασκαλίας με τα γνωστά ξύλινα θρανία παλαιού τύπου.Περιέργως,στη φωτεινή,ανατολική πλευρά υπήρχε μόνο ένα παράθυρο (φαίνεται στην Εικόνα 1) και μάλιστα υπερυψωμένο.Η απέναντι πλευρά,όμως,ήταν γεμάτη μεγάλα παράθυ-ρα.Το φως έλουζε και ζέσταινε την αίθουσα! Τον χειμώνα,άμα χρειαζόταν,φέρναμε μαζί μας το πρωί και κάνα ξύλο για την αχόρταγη ξυλόσομπα.Τρυφερές καταστάσεις,μαγικές μνήμες! Ένα κα-λοκαίρι η αίθουσα αυτή είχε μετατραπεί σε παιδικό σταθμό.Αχνά θυμάμαι τα κρεβατάκια που εί-χαν αντικαταστήσει τα θρανία μας.Νομίζω,όμως,αυτή η απόπειρα εποχιακού παιδικού σταθμού (για να βοηθηθούν απ΄ τον καλοκαιρινό φόρτο εργασίας οι γεωργικές οικογένειες του χωριού,μάλ-λον) δεν ευδοκίμησε.
Απ΄ όταν το μαθητικό δυναμικό του Βαρνάβα αυξήθηκε και το σχολείο μας έγινε διθέσιο,η μοναδι-κή αίθουσα,αν και μεγάλη,δεν αρκούσε.Νοικιάστηκε,έτσι,απ΄ τον διπλανό μαχαλά του ΝικοΤουρ-καντώνη  ένα δωμάτιο.Στην Εικόνα 1,άκρη αριστερά,διακρίνεται με τα κεραμίδια η γωνία του σπιτιού του ΝικοΤουρκαντώνη.Ανάμεσα στο σχολικό συγκρότημα και στον μαχαλά που είπαμε υ-πήρχε χωματόδρομος που στη φωτογραφία μας δεν φαίνεται λόγω του κόσμου.Είναι η σημερινή "Οδός Δημοτικού Σχολείου",που ξεκινάει απ΄ την πλατεία του Ηρώου και 200 περίπου μέτρα μετά συναντά την κεντρική δημοσιά.Τότε,ο δρομάκος αυτός ήταν αδιέξοδος,τυφλός.Πολλά χρόνια μετά θα γίνονταν οι αναγκαίες διανοίξεις για να προκύψει μια λειτουργική αρτηρία στο εσωτερικό του χωριού.
Κάπου στο 1969 ο περίβολος χώρος του σχολείου περιτοιχίστηκε,φυτεύτηκαν λουλούδια και δέ-ντρα με αποτέλεσμα όχι μόνο να οριστεί ένα βασικό κομμάτι της κοινότητας,αλλά και να αναδει-χθεί!Παράλληλα,αν δεν κάνω λάθος,η άχρωμη πλατεία μπροστά απ΄ την συνολική επιφάνεια του σχολικού τετραγώνου,να το πούμε έτσι,μεταπλάστηκε σε Ηρώον (αυτό που υπάρχει έως σήμερα), όπου θα γίνονταν έκτοτε οι καταθέσεις στεφάνων κατά τις Εθνικές εορτές.Ως τότε συνέβαινε το εξής ιδιαίτερο και ελαφρώς ανορθόδοξο: στα δεξιά της Εκκλησίας,ανάμεσα στο προαναφερθέν σπίτι του παπά και τη λεπτή μάντρα του νεκροταφείου (ως τότε το νεκροταφείο ήταν μέσα στο χω-ριό,πίσω απ΄ την Εκκλησία,η τωρινή παιδική χαρά),μέσα και κάτω από πουρνάρια,υπήρχαν δύο κανονικοί τάφοι.Ο ένας ήταν του Νικολάου Γρηγ. Πέππα,δάσκαλου,που σκοτώθηκε νέο παιδί στον εμφύλιο υπηρετώντας τη θητεία του στον στρατό.Στον άλλο ήταν θαμμένα δύο αδέρφια: ο Σπύρος Κατσίκης και ο Κώστας Κατσίκης (του Γκούμα).Ο πρώτος είχε σκοτωθεί στην Κορέα το 1952,ενώ ο δεύτερος είχε βρεθεί πνιγμένος με αδιευκρίνιστο τρόπο κι αιτία στη λίμνη της Καστοριάς,κατά τη θητεία του στον στρατό στη διάρκεια του εμφυλίου.Ενδέχεται ο δεύτερος να μην ήταν θαμμένος εκεί,αλλά να είχε προστεθεί στην πλάκα το όνομά του τιμής ένεκεν.Μικρή σημασία έχει πια...
Σ΄ αυτούς τους δύο τάφους,λοιπόν,γινόταν (απ΄ τον πρόεδρο της Κοινότητας,τον δάσκαλο,ίσως και κάποιον αξιωματικό απ΄ το κοντινό στρατόπεδο) η κατάθεση στεφάνων ως την ανέγερση του Ηρώου.
Στην οργανωτική ανάπλαση του σχολικού χώρου,που έθιξα προηγουμένως,καθοριστικό ρόλο δια-δραμάτισε ο πατέρας μου,Βασίλειος Πέππας (δείτε γι΄ αυτόν πατώντας εδώ),πρόεδρος τότε της δυναμικής σχολικής εφορίας. Πάντα θυμάμαι τη μπροστάρα λαχτάρα του,το ενεργητικό του μεράκι να προσφέρει ανιδιοτελώς στο σύνολο,να συμβάλλει ουσιαστικά στην κοινή προκοπή!
Εικόνα 3
Το μακρόστενο δωμάτιο που είχε νοικιαστεί ως δεύτερη σχολική αίθουσα (εκεί έχει τραβηχτεί η Εικόνα 3) βρισκόταν ακριβώς απέναντι απ΄ το σπίτι του δασκάλου,τα χώριζε ο δρόμος.Δεν ήταν εντελώς ισόγειο,καθώς κατέβαινες ένα σκαλί για να μπεις σ΄ αυτό.
Από πάνω ήταν το σπίτι του γιου του ΝικοΤουρκαντώνη,του Δημήτρη Τουρκαντώνη (Τζίτζικας), που κάποια στιγμή νοικιάστηκε ως Κοινοτικό κατάστημα.Παρέμειναν εκεί τα γραφεία της Κοινό-τητας έως ότου κατασκευάστηκε το υπάρχον σήμερα κτιριακό Κοινοτικό συγκρότημα,κοντά στην κεντρική πλατεία Ειρήνης.Σ΄ αυτήν τη μικρούλα συμπληρωματική αίθουσα (λέμε τώρα...) φοίτη-σα την Πρώτη,Πέμπτη και Έκτη τάξεις του Δημοτικού.Είχε δύο μεγάλα παράθυρα: ένα προς τον δρόμο κι ένα προς την εσωτερική αυλή του Δημ. Τουρκαντώνη.
Στο σπίτι του δασκάλου,αν δεν κάνω λάθος,έμεινε μόνο ένα ζευγάρι/αντρόγυνο δασκάλων μας για 3-4 χρόνια (1965-69).Τα ονόματά (μου διαφεύγουν τα επώνυμα) τους ήταν Αυγερινός και Σμαρώ.
Όταν πήγαινα στην έκτη τάξη (1972-73),την άνοιξη του 1973,άρχισε να κατασκευάζεται τμηματικά το νέο σχολείο,το νυν υπάρχον.Εντυπωσιασμένοι σκαρφαλώναμε στις σκαλωσιές,ανακατευόμαστε με τα συνεργεία,ρωτούσαμε με οξεία περιέργεια τους οικοδόμους για την ολοκλήρωση του έργου. Ήρθε ο Ιούνιος,τελείωσε η χρονιά,το παλιό σχολείο μας έμεινε μόνο του,χωρίς τα παιδιά του,α-προστάτευτο.Το κατεδάφισαν...
Εικόνα 4
Στην Εικόνα 4 καταγράφεται λαϊκό γλέντι στην πλατεία του Βαρνάβα την ημέρα του Αγίου Γεωρ-γίου.Απ΄ όταν άρχισαν οι Βαρναβιώτες ν΄ αποκτούν αγροτικά αυτοκίνητα (απ΄ το 1970 και μετά) ο εορτασμός μεταφέρθηκε στο Βυζαντινό ξωκλήσι του Αϊ Γιώργη.Βρισκόταν απομονωμένο σ΄ ένα πλάτωμα με πλατάνια και τρεχούμενο νερό,όπου έφτανες με ταλαιπωρία από κακοτράχαλο χωμα-τόδρομο.Η ίδια δυσχέρεια πρόσβασης υφίσταται και σήμερα.Το ξωκλήσι ήταν ζωσμένο με παρα-δόσεις και θρύλους,για τα οποία πρέπει να συγκροτήσω κάποια στιγμή ειδικό αφιέρωμα.Από ε-ντοιχισμένη πινακίδα στη μπροστινή πλευρά του γνωρίζουμε τον χρόνο κατασκευής του: αρχές του 13ου αιώνα.Τελείωνε,λοιπόν,η λειτουργία στο στενόχωρο ξωκλήσι και ο κόσμος κατά παρέες ή οι-κογένειες απλωνόταν μέσα στις ελιές ή κάτω απ΄ τα πεύκα να στρώσει δεύτερα τραπεζομάντιλα στην ανοιξιάτικη γη,ν΄ απλώσει πάνω τους ψωμί,κρασιά κι ό,τι φαγώσιμο είχε κουβαλήσει απ΄ το σπίτι.Οι πιο μερακλήδες άναβαν φωτιά κι έψεναν κρέατα.Μετά το γερό φαγοπότι οι γλεντζέδες το ΄ριχναν στο χορό! Είχαν κυκλοφορήσει τότε τα κασετόφωνα (φορητά ή αυτοκινήτου) κι η μουσική έρεε άφθονη.Ένας ζωντανός κι ακμαίος Διόνυσος αντρείευε στα βουνά του Βαρνάβα στο γέρμα του 20ου αιώνα! Έπεφτε ο ήλιος,καταλάγιαζαν οι εκστάσεις,τα πάθη και τα μεθύσια κι οι εορτα-στές,γιομισμένοι από ικμάδες φρέσκιας ζωής κι ατόφιο ενθουσιασμό,επέστρεφαν στο χωριό.
Γύρω στα 15 χρόνια διατηρήθηκε ανθηρό αυτό το υπαίθριο Αϊγιωργάτικο γιόρτασμα.Σταδιακά ατόνησε,ξεφούσκωσε.Ίδιο δρόμο ακολούθησε και το πανηγύρι: έβγαζαν οι μαγαζάτορες τραπέζια και καρέκλες πάνω στην πλατεία,ερχόντουσαν τα όργανα,αυθεντικές κομπανίες λαϊκής και δημο-τικής μουσικής,γύρω-γύρω παρατάσσονταν τα παιχνίδια (οι γνωστοί πάγκοι μικροπωλητών σ΄ αυτές τις περιστάσεις) κι οι κάτοικοι άφηναν χαλαρά σώμα και ψυχή στην ανέμελη διασκέδαση και την συντροφική κοινωνικότητα για ένα τριήμερο στο τέλος του Ιουνίου.Στις 29,Πέτρου και Παύ-λου,πανηγύριζε η ενορία.Μετά ήρθε η τηλεόραση,ποικιλώνυμοι σύλλογοι ανέλαβαν τη διοργάνωση της εκδήλωσης,ξέφτισε το πράγμα,δεν έμεινε τίποτα...
Είχα προλάβει/ζήσει ως πιτσιρίκι κι έναν εορτασμό στον Άγιο Γιάννη (8 Μαΐου),στην περιοχή της Λισέας,καθώς και απ΄ τα τελευταία,ως έφηβος,του Αγίου Κωνσταντίνου,στο Καπανδρίτι,όπου συ-χνά δερνόντουσαν Βαρναβιώτες με Καπανδριτιώτες δι΄ ασήμαντον αφορμήν,έτσι,σχεδόν από συνήθεια...
Όλα αυτά τα εθιμικά δρώμενα (λαϊκά πανηγύρια,χορευτικά γλέντια στην πλατεία,συλλογικές λει-τουργήσεις σε ξωκλήσια κ.ά)  ήταν απολύτως δυναμικά,σε άρρηκτη επαφή με τον περιβάλλοντα χωρόχρονο,με πλήρη ένταξη στην παλλόμενη καθημερινότητα της κοινότητας,ζωτικά,γάργαρα και γνήσια.Είχαν βαθιές ρίζες στα δημόσια ντιβάνια του παλιού καιρού,όπου οι οικογένειες έσμιγαν σε μιαν κοινή ψυχαγώγηση,σε μιαν ουσιαστική επαφή,στην ενσάρκωση της κατευθυντήριας ιδεολογί-ας ζωής που εμφατικά τόνισα αρχή-αρχή.Ως το 1970,ως την μεταπολίτευση... Μετά ήρθε η ανά-πτυξη,ο εκσυγχρονισμός,νέα ήθη,καινά δαιμόνια.Ο αδήριτος  νόμος της εξέλιξης.Αναβίωσαν (ή σπαρτάρισαν;) με θέρμη δυο-τρεις φορές στη δεκαετία του 1980 οι ομαδικοί λαϊκοί χοροί στην πλατεία του Βαρνάβα,σηματοδοτώντας το οριστικό κι αμετάκλητο τέλος της παλιάς εποχής.
Πρώτος σέρνει τον χορό,για να ξανάρθουμε στη φωτογραφία μας,ο Δημήτρης Κόλλιας (Μήτσος του ΣωτηρΚόλλια,δεύτερος είναι ο Παντελής Κατσίκης (Καλύβης) και τέταρτος ο Δημήτρης Πέ-τρου (Νότσης).Από πίσω απλώνονται τα Δημαίικα κτήρια: δεξιά το μικρό,σαν κουτούκι ήταν,κα-φενείο του Θανάση Δήμα (Χιώτη).Το υπόλοιπο τμήμα ανήκε στον αδελφό του Θανάση,τον Κων-σταντίνο Δήμα.Τα δύο αδέλφια συμμετείχαν στην τοπική λαϊκοδημοτική κομπανία.Ο πρώτος έ-παιζε λαούτο κι ο δεύτερος κλαρίνο,γι΄ αυτό τον έλεγαν και Κωτσηκλαριντζή.Ως ιδιοκτήτη του κα-φενείου (που παρέμεινε στην παλιά μορφή του ως το 1980,περίπου) γνώρισα τον γιο του Θανάση (που ήταν παντρεμένος με την Μαρίνα Πέππα,αδελφή του παππού μου),τον Κώστα (ΚωτσηΧιώ-της).Κάποια στιγμή,αργότερα,και το υπόλοιπο τμήμα απ΄ το Δημαίικο μακρυνάρι της πλατείας αντικαταστάθηκε από νέα οικοδομή.Έτσι,απ΄ το φόντο της παλιάς φωτογραφίας μας δεν διασώ-ζεται τίποτα,εκτός απ΄ τις μουριές...! Αυτές,παραμένουν θαλερές στη θέση τους.Υπήρχαν,μάλι-στα,στην πλατεία του Βαρνάβα,πριν την ανάπλασή της,δέκα μουριές (σήμερα έξι,νομίζω).Δεν έχω ως τώρα καταφέρει επαρκώς να εξηγήσω ή να βρω ολοκληρωμένη απάντηση στη γενική ροπή των Αρβανιτών προς τις μουριές,ενός δένδρου με άχρηστο,στην ουσία,καρπό.Ίσως να εκτιμούσαν ιδιαίτερα τον ίσκιο που πρόσφεραν οι φυλλωσιές του,ποιος ξέρει...
Ολοκληρώνοντας τούτο το κείμενο οφείλω να καταθέσω μια πραγματικότητα: η αρχική πρόθεσή μου ήταν να παρουσιάσω τις δυο παλιές φωτογραφίες με περιορισμένες επεξηγηματικές πληροφο-ρίες.Δεν άργησαν,όμως,να βγουν στην επιφάνεια ταξιδιάρες μνήμες και λησμονημένα αισθήματα! Με οδηγήτρα την αμόλυντη ματιά των παιδικών χρόνων και μιαν ικανή νοσταλγία προέκυψε τελι-κά η παρούσα καταγραφή,σελίδες τοπικής (Βαρναβιώτικης) ιστορίας.Αξίζει,ακόμα,να υπογραμμί-σω την ευπρέπεια των τότε κατοίκων του χωριού.Σε καιρούς δύσκολους,μετά από πόλεμο και φα-γωμάρα,σε συνθήκες στέρησης,φτώχειας κι ανέχειας οι Βαρναβιώτες παρέμεναν αξιοπρεπείς,κα-λοντυμένοι,με ομορφιά κοινωνικότητας,άψογοι και πιστοί στις πατριωτικές υποχρεώσεις τους!


Δείτε,ακόμα,το θέμα: 


Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας


Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς


Αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς

Στα παλιότερα χρόνια οι δίγλωσσοι αρβανιτόφωνοι Έλ-ληνες επέδειξαν μια ξεχωριστή,ενδιαφέρουσα και ά-κρως αξιοπαρατήρητη συμπεριφορά: μετέφεραν στο Η-πειρώτικο επικοινωνιακό ιδίωμά τους,τα αρβανίτικα, γνωστά δημοτικά τραγούδια,εκκλησιαστικούς ψαλμούς και ύμνους,καθώς και κάλαντα του Δωδεκαημέρου και του Λαζάρου! Πάνω σε δεδομένους μουσικούς σκο-πούς,ρυθμούς,δρόμους και τρόπους κούμπωσαν το ίδιο λεκτικό/νοηματικό περιεχόμενο μεταφερμένο στα αρβανίτικα! Πρόκειται για φαινόμενο εξαιρετικής κοινω-νιολογικής σπουδαιότητας,ιδιάζουσας λαογραφικής βα-ρύτητας και συνάμα συλλογική δημιουργία καλλιτεχνι-κού/πολιτιστικού ζηλευτού μεγέθους μια που,εκτός από την υψηλή πιστότητα απόδοσης νοή-ματος,εμφανίζεται στο τελικό προϊόν γλωσσοπλαστική ικανότητα και μια απρόσμενη λαϊκή ποι-ητικότητα που ξαφνιάζει με τον παλμό και τη ροή της.
Περιττεύει να αναφέρουμε ότι κανένα Πανεπιστημιακό τμήμα της χώρας μας δεν έχει ασχοληθεί (το γνωρίζουν άραγε;) μ΄ αυτή την σοβαρή περίπτωση.Αντιθέτως,με θλίψη παρατηρούμε,και το συναντάμε και στο διαδικτυακό περιβάλλον,εργασίες (και μεταπτυχιακές) μελών τμημάτων Γλωσ-σολογίας που τόσο αβασάνιστα,αβάσιμα κι ανεύθυνα κατατάσσουν τα αρβανίτικα,αυτό το μαρ-τυρημένο αρχαίο ιδίωμα των Ηπειρωτών Ελλήνων,εκτός της Ελληνικής γλώσσας...
Τα αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς που παρουσιάζουμε φαίνεται να προέρχονται απ΄ την Δυτική Αττική,αλλά πιθανότατα αφορούν,εκφράζουν κι αντιπροσωπεύουν τους Αρβανίτες όλης της Ελλάδας.Ήταν αποθηκευμένα στα ηλεκτρονικά αρχεία μας από ιντερνετικό τόπο,μάλλον από ομάδα του facebook.Ο αναρτήσας εμφανώς δεν διέθετε οργανική σχέση με τα αρβανίτικα,απλά μετέφερε στο χαρτί όπως μπορούσε αυτά που άκουγε,χωρίς να κατανοεί τι καταγράφει.Κατά ευτυχή συγκυρία,ενώ εργαζόμουν πάνω στο θέμα,ο εξαιρετικός μελετητής της λαογραφίας των Αρβανιτών κι άριστος γνώστης των αρβανίτικων κ. Παναγιώτης Μπουραντάς ανάρτησε στο Youtoube (στις 28/12/2019),απ΄ το θαυμάσιο κανάλι του,Αρβανίτικα κάλαντα της Πρωτο-χρονιάς απ΄ τον Ασπρόπυργο,τοποθετούμενα στις αρχές του 20ου αιώνα (https://youtu.be/ QGxFR4X1iaQ).Επρόκειτο για συναφή εκδοχή του υλικού που διέθετα.Έχοντας,έτσι,μιαν αξιόπι-στη κι ακριβή πηγή στα χέρια μου αποκατέστησα,κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο,όλους τους στίχους,με την βεβαιότητα ότι η ουσία έχει αποδοθεί:


Μίρε τε να βίνιε βιτ  ιρί,                                  Καλώς να μας έρθει ο νέος χρόνος,
μίρε τε  να πλικένιε!                                         καλώς να μας γλυκάνει!
Σι  νέστρε θόινε                                                 Σαν αύριο έλεγαν
τσίλι  τε  προτοβίνιε                                          όποιος να πρωτοέρθει
νε  ντέρε τ΄ αβλοπόρτες                                  στην πόρτα της αυλόπορτας
γκα  νι ταλάρ  τι γιάπινι.                                από ένα τάλιρο να (του) δώσετε.
Ου  θόμι περ  τε γκίγκενι                                 Σας λέμε για ν΄ ακούσετε
θάμετε  ε  σιν  Βασίλιτ,                                     τα θαύματα του Άι Βασίλη,
τσε  ιστ  νιερί με αρετή,                                    που ΄ταν άνθρωπος με αρετή,
εδέ  σιούμε  γλικομίλι.                                      και πολύ γλυκομίλητος.
Νιέ  ιθάτε  ντρου  κέι  περ μπαστούν           Ένα ξερό ξύλο είχε για μπαστούνι
εκέι  περ  τε  κουμπίσεϊ                                    το ΄χε για ν΄ ακουμπάει
εδέ  άϊ,νιέ  ιθάτε  ντρου,                                    κι αυτό,ένα ξερό ξύλο,
βλαστάρετε  νιόμε  χιούσι                                βλάστησε ένα χλωρό βλαστάρι
εδέ  νε μάλιε  ντε βλαστάρ                              και πάνω σ΄ αυτό το βλαστάρι
ντι  ζόκι  εκελαδίσνε                                         δυο πουλιά κελαηδήσανε
τσι  κέινε σίτε σι  διαμάντε                               που ΄χαν τα μάτια τους σαν διαμάντια
διαμάντε  μπουκουράτε.                                   διαμάντια όμορφα.
Μπλίδουνι,βλέζερ,μπλίδουνι                         Μαζευτείτε,αδέρφια,μαζευτείτε
νε  κλίσε  περ τε  βέμι.                                       στην εκκλησιά  να πάμε.
Γκα  κλίσια τε  μος λίψενι                               Απ΄ την εκκλησία  μη λείψετε
καλή ψυχή τε κέμι.                                           καλή ψυχή (για)  να ΄χουμε.
Γκα  κλίσια  τούκε άρδουρε,                            Απ΄ την εκκλησία μόλις έρθετε,
εφτίς  τραπέζι  στρόνι,                                      ευθύς τραπέζι  στρώστε, 
αν  ίστε δε  νονί φτωχό                                    κι αν είναι κανείς φτωχός
εδέ  άτε τε  θόνι.                                                 και (σ΄) αυτούς να πείτε.
Αν  ίστε  νονί  ισκλέπερε                                Αν είναι κανείς αόμματος
ε  νέκε  μουν τε βίνιε                                        και δεν μπορεί να έρθει
κιάλνι  γιου φαΐ  ν΄ ατιέ                                 πηγαίντε σεις  το φαγητό εκεί
π΄ αδέ  το  ίδιο ίστε.                                         κι έτσι το ίδιο είναι.
Ουθόμε  καλιμέριν                                          (Σας) είπαμε την καλημέρα
με  γκόλιε  εδέ με λιρ,                                      με το στόμα και με την λύρα,
εδέ γκα  μοτ                                                       και από του χρόνου
τε  γιέμι  μιρ,                                                      να ΄μαστε καλά,
εδέ  γκα  μοτ                                                      και (από) του χρόνου
τε  γιέμι  μιρ!                                                      να ΄μαστε καλά!

Τα κάλαντα αυτά τραγουδιούνται στο ρυθμό του «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά».Είναι πραγματικά ΑγιοΒασιλιάτικα,πλημμυρισμένα από θετική σκέψη,καλοσύνη,ανθρωπιά και τον απαραίτητο ευ-ετηρικό συμβολισμό. όλο αυτό που θα λέγαμε Χριστιανική αγάπη! Ακόμα,άνετα παρατηρεί κανείς το πλήθος των ατόφιων Ελληνικών λέξεων (αβλοπόρτες [=αυλόπορτας. στ΄ αρβανίτικα: αβλοπόρτ γεν.: αβλοπόρτες],θάμετε [=θάματα],με αρετή,γλικομίλι [=γλυκομίλητος],μπαστούν [=μπαστού-νι],κουμπίσεϊ [=ακουμπάει],βλαστάρετε [=βλάστησε],βλαστάρ [=βλαστάρι],εκελαδίσνε [κελαηδήσα-νε],διαμάντε [=διαμάντια],κλίσια [=εκκλησία],λίψενι [=λείψετε],καλή ψυχή,εφτίς τραπέζι στρόνι [=ευθύς τραπέζι στρώστε],αν,φτωχό,φαΐ,καλιμέριν [στ΄ αρβανίτικα η κατάληξη της αιτιατικής ενικού είναι: -ιν,δηλαδή το –ην της αρχαίας. τιμ-ήν,προσοχ-ήν,λύπ-ην κ.λπ.],λιρ [=λύρα]). Προσθέτουμε και το προτοβίνιε [=πρωτοέρθει].
Ο παράλληλα με την κυρίαρχη Ελληνική χρησιμοποιούμενος παλαιότερα απ΄ τους αρβανίτικης καταγωγής Έλληνες επικοινωνιακός κώδικας,τα αρβανίτικα,ήταν ένα φτωχό σύνολο που,κατά τον Δημ. Καλλιέρη,έναν άλλο Ασπροπυργιώτη σπουδαίο ερευνητή/μελετητή της ελληνό-σπλαχνης αρβανιτιάς,στην ακμή τους (να το πούμε έτσι. γύρω στο 1700) δεν ξεπερνούσαν τις 6.000 λέξεις.Χωρίς αφηρημένες έννοιες και με περιορισμένο κορμό ρημάτων.Σε Αρβανίτικο Λε-ξικό που συντάσσω τα τελευταία 15 χρόνια έχω μόλις ξεπεράσει τις 2.000 λέξεις και εκτιμώ βά-σιμα ότι δεν πρόκειται να ξεπεράσουν τις 3.000,αν αυτό λέει κάτι.
Για να μην μακρύνει τούτη η παρέκβαση,κρατάμε απ΄ τα παραπάνω Κάλαντα τις δυο συνι-στώσες της συνείδησης και ψυχής των Αρβανιτών: βαθιά Ορθόδοξη πίστη και Ελληνική γλώσσα!
Μια και ανέφερα παραπάνω τον κ. Παναγιώτη Μπουραντά,αξίζει και πρέπει να σταθώ στην πρακτική του: στο έργο του αποδίδει τα αρβανίτικα μόνον προφορικά,δεν τα καταγράφει.Αυτό είναι λογικό (και απόλυτα σεβαστό),καθώς τα αρβανίτικα μόνο μιλιόντουσαν,δεν διέθεταν αλ-φάβητο,δεν συγκροτούσαν γλώσσα,ήσαν απλά ένα κουβεντιαστό αρχαίο απομεινάρι της Ελ-ληνικής στην Ήπειρο.Όποτε χρειάζονταν οι Αρβανίτες γραπτό κείμενο,χρησιμοποιούσαν την κυ-ρίαρχη Ελληνική.Ο Δημήτρης Γιώτας έχει δημοσιεύσει ντοκουμέντα δικαιοπραξίας αρβανι-τόφωνων του Μενιδίου κατά τον 18ο αιώνα στην Ελληνική,που με την πρώτη ευκαιρία θα τα παρουσιάσω κι εδώ.
Βέβαια,σε τούτον τον ιστότοπο,όπου συχνά επιχειρώ ετυμολογική ανάλυση αρβανίτικων λέ-ξεων,χρησιμοποιώ το οικείο,προσήκον και μητρικό Ελληνικό αλφάβητο.Συνιστά γλωσσολογική αναγκαιότητα,επιταγή μεθοδολογίας,αλλά και μεγάλη διευκόλυνση η χρήση της (κατα)γραφής.
Το βίντεο με τα Αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς του κ. Παναγιώτη Μπουραντά είναι αυτό:




Στις 16 Δεκεμβρίου του 2013 στην fbική ομάδα ΣΤΕΙΡΙ δημοσιεύτηκε το εξής θέμα:

Αρβανίτικα κάλαντα
Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχετικά τραγούδια που ψάλλονται εθιμικά κάθε χρόνο,κυρίως την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών (Χριστουγέννων,Πρωτοχρονιάς,Θεοφανίων,ακόμη και των Βαΐων (ή Λαζάρου),με εξαίρεση της Μεγάλης Παρασκευής που είναι κατανυκτικά.Τα αρβανίτικα κάλαντα που είναι καταγεγραμμένα στο Νομό Βοιωτίας είναι:

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς περιοχής Στειρίου Βοιωτίας

Σίν Βασίλη βγιέν                             Ο Άγιος Βασίλης έρχεται
μπόρα ι πιλκιέν.                              το χιόνι του αρέσει.
Βγιέν  μ΄ντα νε μές ε νάτες               Έρχεται μέσα στη μέση της νύχτας
Δεμάτ  τε κα γιάπιν .                        δώρα να μας δώσει.
Σίν Βασίλη βγιέν                              Ο Άγιος Βασίλης έρχεται
Γενάρη ντίχετ.                                  ο Γενάρης προβάλει.
Ζόνιεν περιμένιμ                              Την κυρά περιμένουμε
τσι βγιέν σίπερ πάρ                          που έρχεται από τον επάνω δρόμο
δίπλιετ γκαρκούαρ νε γκομάρ.                    Δίπλιες  (γλυκά) φορτωμένες στο γαϊδούρι.

Δίπλιες = Πρωτοχρονιάτικο παραδοσιακό γλυκό

Ένας χρήστης,με σχόλιό του,πρόσθεσε ένα ακόμη τρίστιχο:

Σιν Βασίλη βγεν γκα Τσουκλίδι               Ο Άι Βασίλης έρχεται απ΄ το Τσουκλίδι
με πίνγκα, με κ'πούτς'ς                           με τσαρούχια, με παπούτσια,
με νι τράπου'λλ ντ' μπουρ'ςς...                 με μια τράπουλα στην τσέπη...

Τσουκλίδι είναι μια περιοχή στην Χασιά,όπου ζούσαν οι Τσουκλιδαίοι άρχοντες την εποχή εκείνη και έδιναν τα πρώτα λεφτά στους καλησπέρηδες. έτσι έλεγαν τα άτομα που έλεγαν τα κάλαντα.. εδώ στο χωριό τα κάλαντα τα έλεγαν βράδυ,αρχές του 19ου

Παρουσιάζω την όλη ανάρτηση,όπως είχε.Δεν γνωρίζω τι μουσικός σκοπός συνόδευε αυτά τα κάλαντα.Είναι φανερό ότι πρόκειται για πρωτογενή δημιουργία κι όχι για απόδοση/μίμηση του «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά».Το άτομο που παρεμβλήθη με σχόλιο προφανώς ήταν απ΄ την Χασιά Αττικής και το τρίστιχο που παρουσίασε αποδεικνύει τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις ενός βασικού κορμού,δηλαδή έχουμε να κάνουμε με γνήσια δημώδη παραγωγή.

Τέλος,ακούστε/δείτε (youtube):


Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος