Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ισμέ Φαρζλή,μια μαχητική Ελληνίδα μουσουλμάνα!

 «Καθένας κάτω απ’ την ίδια του κακία σαπίζει.» Μένανδρος

Σήμερα το βράδυ φεύγουμε από την Γλαύκη,για την πρωτεύουσα της χώρας μας την όμορφη και γλυκοτραγουδισμένη ΑΘΗΝΑ! Ένα όνειρο δικό μου και των παιδιών πραγματοποιείται,θα πάμε στην Βουλή των Ελλήνων,θα περπατήσουμε στο Μονα-στηράκι,θα πιούμε καφέ στην Πλάκα,θα δακρύσου-με στην Ακρόπολη και θα νιώσουμε περήφανοι για τον πολιτισμό μας στο καλύτερο μουσείο του κό-σμου, στο μουσείο της Ακρόπολης!! Από την στιγμή που ανακοίνωσα την εκδρομή πολλοί είπαν πολλά ψέματα, πέταξαν πολύ «λάσπη» ότι την εκδρομή την διοργανώνει η Χ.Α. και άλλα πολλά. Τα άκουγα και περίμενα αυ-τήν την στιγμή! Σας ενημερώνω λοιπόν,ότι τα ψέματα σας προσβάλουν εσάς, όχι τα όνειρα νέων ανθρώπων που αγαπούν την Ελλάδα! Την επιθυμία μας την πραγματο-ποιεί η Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά, η Μακεδόνισσα υφυπουργός Εσωτερικών και Διοι-κητικής Ανασυγκρότησης (Μακεδονίας-Θράκης)!!! Την ευχαριστούμε θερμά γιατί το ζητήσαμε με αξιοπρέπεια και με αξιοπρέπεια μας το χάρισε!


Σχόλιο Γιάννη Βασ. Πέππα:  Πρόκειται για ANAΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΜΕ ΦΑΡΖΛΗ ΣΤΟ FACEBOOK,στις 25/06/2016.Το εντόπισα καθυστερημένα  στο TOYRKIKANEA.GR (Μεταφράσεις και Νέα των Τουρκικών Εφημερίδων και Ιστοσελίδων που αφορούν την Ελλάδα) και το αναπαράγω για να αποδείξω ότι παρά την οργιώδη προπαγάνδα και επεμβατική πρακτική της Άγκυρας στη Θράκη,όλο και περισσότεροι Έλληνες μου-σουλμάνοι συμπολίτες μας δραπετεύουν απ΄ το νέο-οθωμανικό μαντρί της αγκύ-λωσης και του εγκλωβισμού,αναπτύσσουν ελεύθερα την εθνική συνείδησή τους και ανελίσσονται δημιουργικά ως προσωπικότητες! 

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Φίτσιο,ένα παλιό παιδικό παιχνίδι

Φίτσιο,ένα παλιό παιδικό παιχνίδι

Στα παλιά χρόνια,όταν δεν υπήρχε αναπτυγ-μένη βιοτεχνία και βιομηχανία παιχνιδιών,τα παιδιά κατασκεύαζαν μόνα τους με τα πιο πρόχειρα διαθέσιμα υλικά τα παίχνιά τους.Αυ-τά διέθεταν πρωτοτυπία,προσωπική σφραγίδα και πάνω από όλα ψυχή και μεράκι.Είναι άξιο κοινωνιολογικής αναφοράς η πλήρης εξάρτηση των σημερινών παιδιών από το απόλυτα οργα-νωμένο μάρκετινγκ.Ο τωρινός πιτσιρικάς,σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές,δεν είναι πια κα-θόλου δημιουργός,μα εκπαιδευμένος καταναλωτής.Ο ελεύθερος χρόνος,οι διαδικασίες (εκ)μάθησης και οι τρόποι ανάπτυξης συμπεριφορών μετατίθενται ανεπίστρεπτα(;) στη σφαίρα της εμπορικής δραστηριότητας…
Θυμάμαι,στο χωριό μου (Βαρνάβας),όπου βρίσκαμε οικοδομικά υλικά (αφθονούσαν λόγω της αστι-κοποίησης και ανοικοδόμησης στην μεταβατική δεκαετία 1965-1975) δεν χάναμε ευκαιρία: το τούβλο γινόταν αμάξι! Το δεύτερο τούβλο,περίτεχνα βαλμένο πάνω στο πρώτο,ήταν καρότσα.Είχαμε φορ-τηγό! Πάνω στους λοφίσκους της οικοδομικής άμμου με τα τούβλα/αυτοκίνητά μας χαράσσαμε δρόμους,κάναμε μεταφορές,κτίζαμε σπίτια και γέφυρες.Γεμάτοι στη σκόνη,ματωμένοι από μικρο-τραυματισμούς,που ούτε καν αισθανόμασταν,βουτηγμένοι στην έπαρση της δημιουργικής εργασίας εκτοξεύαμε τη φαντασία μας,συμμετείχαμε στην προκοπή που βλέπαμε ακμαία γύρω μας,δυνα-μώναμε τα άγουρα κορμιά μας και φουντώναμε την αδηφάγα λαχτάρα μας να ξανοιχτούμε στον κόσμο και την δράση! Άλλοι κόσμοι…
Επινοούσαν ακόμα,τα παιδιά του χτες,ομαδικά παιχνίδια που ανέπτυσσαν υγιώς και με αρμονία την συλλογικότητα και την κοινωνικότητα,προωθούσαν την ψυχο-οργανική ευεξία και την θετική δι-άθεση ανιχνεύοντας τον χώρο και καλλιεργώντας την συμβίωση.
Μόνο από την πρώτη αυτή αποτύπωση (ένα απλό παράδειγμα της περασμένης πραγματικότητας) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο έχει υποχωρήσει στις ημέρες μας η παιδική ευστροφία και δημιουρ-γικότητα παγιδεύοντας τα νέα άτομα σε μία απονευρωτική αδράνεια/υποτέλεια.
Ένα από εκείνα τα παλιά παιδικά παιχνίδια θα παρουσιάσω εδώ,τώρα˙ ήταν το φίτσιο.
Πώς παιζόταν
Η ομάδα των παιδιών (αγόρια και κορίτσια˙ υπήρχε αδελφοσύνη και αθωότητα,δεν ήματαν πονη-ρεμένοι) δεν έπρεπε να είναι πολύ μεγάλη,γιατί το παιχνίδι γινόταν δυσχερές.Ένας αριθμός πέντε έως εφτά παιδιών ήταν ιδανικός.Με την διαδικασία του α μπε μπα μπλομ (η ομάδα σχημάτιζε κύ-κλο.Ένας άρχιζε να τα βγάζει,να λέει,δηλαδή,το γνωστό παιδικό τραγουδάκι με τα άνευ νοήματος στιχάκια:
α μπε μπα μπλομ
του κίθε μπλομ
α μπε μπα μπλομ
του κίθε μπλομ
μπλιμ μπλομ
ακουμπώντας σε κάθε συλλαβή ένα παιδί,κατά την φορά του κύκλου.Το παιδί,στο οποίο θα τύχαινε η τελευταία συλλαβή,έβγαινε) οριζόταν ο μπάστακας.Ο μπάστακας τοποθετούσε έναν μικρό τε-νεκέ σε κεντρικό σημείο και τα υπόλοιπα παιδιά απλώνονταν γύρω από τον τενεκέ κρατώντας μία πέτρα,κατά κανόνα ίσια,στο χέρι τους.Με τις πέτρες αυτές στόχευαν τον τενεκέ και ρίχνοντάς τες πάνω του αποσκοπούσαν να τον πετάξουν όσο πιο μακριά γινόταν από εκεί που τον είχε τοπο-θετήσει αρχικά ο μπάστακας.
Όταν ο τενεκές απομακρυνόταν από κάποια πέτρα,ο μπάστακας ήταν υποχρεωμένος να τον ξα-ναβάλει στην θέση του.Την ίδια ώρα τα υπόλοιπα παιδιά έπρεπε να μαζέψουν τις πέτρες τους.Αν ο μπάστακας προλάβαινε να ξαναβάλει τον τενεκέ στη θέση του και να ακουμπήσει με το χέρι του (να χτυπήσει) κάποιο από τα άλλα παιδιά που δεν είχε ακόμα μαζέψει την πέτρα του,τότε αυτό το παιδί (το χτυπημένο) γινόταν ο νέος μπάστακας και το παιχνίδι συνεχιζόταν με την ίδια διαδικασία ώσπου να ερχόταν η κούραση ή η βαρεμάρα.
Ετιμολογία
Φίτσα λεγόταν χαϊδευτικά στα αρβανίτικα η Σοφία (Σοφία Τσοφί  Φίτσα).Το φίτσιο δεν είχε, προφανώς,καμία σχέση με αυτό το γυναικείο όνομα.Η ονομασία του είναι ηχομιμιτική (υπάρχουν και οι όροι ηχοποίητη ή πεποιημένη,γι΄ αυτό το φαινόμενο παραγωγής λέξεων από ήχους˙ βλέπε: γδούπος,θρόισμα,παφλασμός,κακαρίσματα,γάβγισμα,βελάζω,μουγκρητό,γκαρίζω κ.λπ.) από το σύρ-σιμο (φρσσσσστ ή όπως αλλιώς το αποδίδει κανείς) του τενεκέ στο έδαφος,όταν χτυπιόταν από πέτρα κάποιου παίκτη.
Στην ταινία Πανδώρα (του Γιώργου Σταμπουλόπουλου,2006˙ από κει και η εισαγωγική φωτο-γραφία) υπάρχει στην αρχή της σκηνή με παιδιά να παίζουν φίτσιο ή κάτι παρόμοιο (δείτε όλη την καλή ταινία πατώντας τον τίτλο της,λίγο πριν˙ για να δείτε μόνο την συγκεκριμένη σκηνή πατήστε εδώ).Η υπόθεση της ταινίας τοποθετείται κάπου στην Πελοπόννησο,την δεκαετία του 1950.Έχει γυριστεί στην Αρκαδία (Λεωνίδιο και Πούλιθρα) και φαίνεται ότι ο (Μωραΐτης,εκ του επωνύμου του) σκηνοθέτης και σεναριογράφος της Πανδώρας μετέφερε σ΄ αυτήν προσωπικές μνήμες και βιώ-ματα.
Θέλω να καταλήξω στο ότι το παιχνίδι του φίτσιο παιζόταν σε πολλές περιοχές κι όχι μόνο σε αρβανιτοχώρια,όπως ο Βαρνάβας.Βέβαια,σε αρκετές περιοχές της Πελοποννήσου είχαν εγκατα-σταθεί αρβανιτόφωνοι Έλληνες από την Ήπειρο,αλλά η λαογραφική πατρότητα ενός παλιού παι-χνιδιού ούτε θα μας απασχολήσει ούτε έχει νόημα.Ο πολιτιστικός πλούτος και ταυτότητα της Πα-τρίδας μας υφίστανται ως ενιαία,αδιατάρακτα,γνήσια και συνεχή.Αρβανίτικος δήθεν πολιτισμός δεν υπήρξε ποτέ (βλέπε,σχετικά,εδώ).

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Μιχάλης Μενιδιάτης

Μιχάλης Μενιδιάτης (Πραγματικό όνομα: Μιχάλης Καλογράνης.Καλογρά,στα αρβανίτικα,λεγόταν η καλόγρια.Καλογρέζα [η περιοχή του Ολυμπιακού Σταδίου],αρβανίτικο τοπωνύμιο που φανερώνει την ύπαρξη παλαιότερα στην περιοχή γυναικείου μοναστηριού.Τα αρβανίτικα ή θα έλκονται από αρχαιοελληνικές γλωσσικές ρίζες ή [όπως εδώ] θα λειτουργούν ως παραφθαρμένα Ελληνικά.)

29 Ιουνίου 1932,Μενίδι - 21 Αυγούστου 2012

 Ο Μιχάλης Μενιδιάτης ήταν λαϊκός τραγουδιστής (στο Λαϊκό και Ρεμπέτικο) και επιχειρηματίας που διέπρεψε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. 
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μενίδι και ήταν γιος ενός πολύτεκνου φύλακα στη Λαχαναγορά της Αθήνας.Από σχεδόν νεαρή ηλικία άρχισε να παίζει μπουζούκι παρασυρόμενος από ακούσματα κάποιου νυκτερινού κέντρου της Αθήνας.Πρωτοεμφανίστηκε σε λαϊκό πάλκο το 1953 στο κέντρο «Δροσιά» του Δημήτρη Γκίκα στο Μενίδι, όπου εμφανίζονταν και οι Μιχάλης Δασκαλάκης, Τάκης Μπίνης, Γιώργος Λαύκας και Γεράσιμος Κλουβάτος.
Το 1957 ξεκίνησε τη δισκογραφία του με το «Θα χτίσω μια καλύβα» του Γερ. Κουβάτου. Καθιερώθηκε και αναγνωρίστηκε ιδιαίτερα με συνθέσεις του Απ. Καλδάρα, όπως «Μην περιμένεις πια», «Περιφρόνα με, γλυκιά μου», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις», «Πετραδάκι-πετραδάκι» κ.ά. Συνεργάστηκε επίσης και με άλλα σημαντικά ονόματα του τραγουδιού, όπως ο Γεράσιμος Κλουβάτος, ο Βασίλης Βασιλειάδης, ο Άκης Πάνου κ.ά.. Παράλληλα, το υψηλό παράστημά του, η αρρενωπή όψη του, αλλά και η σοβαρότητά του δεν άργησαν να τον καταστήσουν είδωλο της εποχής, γεγονός που τον βοήθησε ιδιαίτερα να αναδειχθεί σ΄ έναν από τους πλέον επιτυχημένους επιχειρηματίες της νυκτερινής διασκέδασης, όταν το 1964 αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του Κοσμά Καλογράνη να δημιουργήσουν νυκτερινό κέτρο. Υπήρξε ο δημιουργός και ιδιοκτήτης του Κέντρου "Φαντασία" που κατέστη αφενός σύμβολο της Αθηναϊκής νύκτας, (σ΄ αυτό αναδείχθηκε η λαογραφική συνήθεια του "σπάσιμου των πιάτων") και αφετέρου κέντρο ανάδειξης νέων καλλιτεχνών, όπως η Δούκισσα, Γ. Πουλόπουλος, Τ. Βοσκόπουλος, Καλαϊτζής κ.ά., αλλά και συμπαράστασης παλαιοτέρων καλλιτεχνών σε δύσκολες στιγμές τους όπως Γ. Ζαμπέτα κ.ά..
Ο Μιχάλης Μενιδιάτης προσηνής και ευγενικός κατάφερε παρά τους έντονους πειρασμούς γενικά του χώρου της νυκτερινής καλλιτεχνικής ζωής να δημιουργήσει και να διατηρήσει μια πολύ καλή οικογένεια χωρίς ποτέ να δώσει αφορμές για δυσμενή σχόλια. Φορώντας, σχεδόν πάντα, μεγάλα σκούρα γυαλιά ηλίου και οδηγώντας ο ίδιος το αυτοκίνητό του επισκεπτόταν τακτικά διάφορα κουτούκια του Πειραιά, του Αιγάλεω, του Φαλήρου κ.λπ. στα οποία και έριχνε μερικές βόλτες σμυρναίικου ζεϊμπέκικου.
Ο Μιχάλης Μενιδιάτης πέθανε σε ηλικία 80 ετών, στις 21 Αυγούστου 2012, έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Γιος του είναι ο επίσης τραγουδιστής, Χρήστος Μενιδιάτης.


Επιλεγμένα τραγούδια (ως ερμηνευτής)
πατήστε τους τίτλους για να τα ακούσετε

Θα χτίσω μια καλύβα του Γεράσιμου Κλουβάτου
Πετραδάκι-πετραδάκι του Απόστολου Καλδάρα
Ξημέρωσε,καλή μου των Ν. Καρανικόλα - Άκη Πάνου
Αγωνίες του Χιώτη
Η καρδιά της ανήκει αλλού των Β. Βασιλειάδη - Γ. Κιούρκα
Ένα τραγούδι πες μου ακόμα του Τάκη Μουσαφίρη
Πήραν τα στήθια μου φωτιά του Καραμπεσίνη
Λαϊκός τραγουδιστής (Happy Day) του Διονύση Σαββόπουλου

Διαβάστε,ακόμα,και για άλλους λαϊκούς καλλιτέχνες αρβανίτικης καταγωγής: 


Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ιούλιος 1944: Οι Γερμανοί εκτελούν αναίτια Μενιδιάτες και Σαρακατσάνους της Πάρνηθας


Το συγκλονιστικό χρονικό ενός στυγερού εγκλήματος πολέμου με θύματα Μενιδιάτες συμπατριώτες
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΝΑΙΤΙΑΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Παρασκευή 7 Ιουλίου 1944
Οι ερευνητικές ομάδες της ΙΛΕΑ σας παρουσιάζουν το χρονικό της εκτέλεσης της Κωνσταντίνας Καραδήμα και του Δημητρίου Τσεβά, από τους Γερμανούς κατακτητές. Η συλλογή των πληροφοριών έγινε από αυτόπτες μάρτυρες και απογόνους των αδικοσκοτωμένων, από επιτόπιες επισκέψεις και από ενδελεχή έρευνα σε αρχεία.
Το έγκλημα των Γερμανών έγινε μεταξύ του 23ου και του 24ου χιλιομέτρου του δρόμου της Πάρνηθας, σε μια περιοχή που υπήρξε ανέκαθεν ειδυλλιακή, ευλογημένη και πολύ αγαπημένη στους Μενιδιάτες προγόνους μας, λίγο πιο πάνω από το Μετόχι της Μονής της Αγίας Τριάδας της Πάρνηθας, με τον Προφήτη Ηλία και κυρίως τον χιλιόχρονο (ερειπωμένο σήμερα προς καταισχύνη όλων μας) Άγιο Νικόλαο με τα κελιά του και τα πανηγύρια του - ακόμα και μέσα στην Τουρκοκρατία. Ο τόπος κατά καιρούς έσφυζε από ζωή κυρίως λόγω της παρουσίας των παραδασόβιων επαγγελματιών: μελισσοκόμων, τσελιγκάδων και βοσκών, ρετσινιάρηδων, καρβουνιάρηδων και ξυλοκόπων, παγοπαραγωγών, αγωγιατών, κυνηγών, κτηματιών, γεωργών, εργατών και βοτανοσυλλεκτών αλλά και Τριαδιτών καλόγερων και προσκυνητών, οδοιπόρων, στρατοκόπων και φυματικών, οπλαρχηγών, επαναστατών, ληστών και κυνηγημένων κάθε εποχής μαζί με τους διώκτες τους κάθε λογής. Εδώ υπήρχε η Κάτω Βρύση και γύρω της υπήρχε το μεγάλο μελισσομάντρι των αδελφών Θανάση, Βαγγέλη και Γιώργη Φυτά που στην ακμή του έφτανε τις 900 κυψέλες και τα μικρότερα του Κωστή Κατάρα, του Γιώργη Κιουρκατιώτη, του Στέφου Φυτά και του Νίκου Γκίκα. Ακόμα, υπήρχε και το γκρεμισμένο ασβεστοκάμινο του Κωστή Κατάρα που στοίχειωσε όταν η φωτιά κατάπιε τον τροφοδότη του Κωστή, και δυτικότερα τα κονάκια των Σφετσαίων ενώ ανατολικότερα τα κονάκια των αδελφών Μακροδημήτρη με τα γιδοπρόβατά τους. Υπήρχε ακόμα το δωματιάκι του μόνιμου φύλακα του μελισσοκομείου, ενώ στην Επάνω Βρύση ήταν το στέκι του μπάρμπα- Γιάννη Μαρίνη, του ακούραστου δηλαδή αγωγιάτη, που από το μονοπάτι και πεζός ανεβοκατέβαζε τους ασθενείς του Σανατορίου, που βέβαια ήταν καθισμένοι πάνω στα ζώα. Από εδώ περνούσε όποιος ήθελε ν’ ανέβει στην Πάρνηθά μας, ξεδιψούσε στην Επάνω Βρύση και συνέχιζε την ανάβασή του, όπως ακριβώς από εδώ ξεκινούσαν καθημερινά κι οι εργολάβοι της διάνοιξης του δρόμου στα τέλη της δεκαετίας του ’20 Κ. Καπετάνιος και Γ. Νίκας με τα κάρα, τα εργαλεία και το προσωπικό τους. Το όλο σκηνικό, συμπληρωνόταν από σποραδικά ευρισκόμενα καρβουνοκάμινα, από το σπίτι του γεωπόνου Κονιστή, (που κι αυτόν τον σκότωσαν στους πρώτους μήνες της κατοχής οι Ιταλοί, διότι παραβίασε την απαγόρευση της νυχτερινής κυκλοφορίας) κι από τα ρυθμικά χτυπήματα των σκεπαρνιών των ρετσινιαραίων κι απ’ τα τραγούδια τους. 
Εκείνο το πρωινό της μαύρης Παρασκευής της 7ης Ιουλίου του 1944, καμιά 20αριά Μενιδιάτες, άντρες, γυναίκες και παιδιά ξεκίνησαν νωρίς το πρωί με τη δροσιά κι ήρθαν εδώ «για να κάνουν ξύλα», όπως έλεγαν, προς πώληση στους εμπόρους ή προς ανταλλαγή με τρόφιμα (Καραδημαίοι) ή «για να κάνουν κλαριά» για να ψήσουν το ψωμί που είχε ζυμώσει η μάνα (Τσεβάδες). Όπως ακριβώς έκαναν και 2.500 χιλιάδες χρόνια πριν οι σκληροτράχηλοι Αχαρνείς καρβουνιάρηδες του Αριστοφάνη!- ενώ σε άλλα σημεία της Πάρνηθας είχαν ξεχυθεί και άλλες κομπανίες ή οικογένειες για τον ίδιο λόγο. (Ακριβώς το ίδιο συνέβαινε και σ’ όλη την Αττική, όπου δεν είχε μείνει δέντρο για δέντρο από ορδές πεινασμένων Αθηναίων που ξεχύνονταν για λίγα ξύλα ή λίγα χόρτα. Τότε κάποιοι έκοψαν – όχι Μενιδιάτες πάντως όπως εσφαλμένα αναφέρει ο Μουζάκης- ακόμα και τα χιλιόχρονα πλατάνια – γίγαντες της Χελιδονούς). 
Τις μέρες εκείνες η Γερμανία έχανε τον πόλεμο και οι Γερμανοί βρίσκονταν σε νευρική κρίση, νιώθοντας σαν στριμωγμένα αγρίμια μακριά από τη χώρα τους. Ένα μήνα νωρίτερα, είχε γίνει η απόβαση στην Νορμανδία κι οι Σύμμαχοι προέλαυναν στην κατεχόμενη Ευρώπη. Στα Βαλκάνια, οι Ρώσοι είχαν φτάσει στη Ρουμανία, η Βόρεια Αφρική είχε ξεκαθαριστεί από τους Γερμανούς, ενώ είχε συντελεστεί η απόβαση στη Σικελία και ήδη είχε καταληφθεί η Ρώμη, με τους συμμάχους να προχωρούν βορειότερα. 
Στην Αττική, οι οργανωμένες ομάδες του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ έκαναν όλο και πιο συχνά την εμφάνισή τους, ήδη απ’ το 1943, ενώ δρούσαν και πολλές μικρές ακηδεμόνευτες ή όχι, πατριωτικές αντιστασιακές ομάδες. Στην Πάρνηθα, οι αντάρτες έκαναν κατά περιόδους επιδρομές κάτω από τη μύτη των Γερμανών. Ήδη, δύο φορές τον χειμώνα και το Πάσχα του 1944 είχαν «απαλλοτριώσει» εκατοντάδες αιγοπρόβατα από το κτήμα του Τατοΐου και 20 μέρες πριν είχαν ανατινάξει το Γερμανικό τραίνο με το σιτάρι, μεταξύ Μαλακάσας και Κακοσαλεσίου, σκοτώνοντας τους 5 ή 8 Γερμανούς συνοδούς. Επίσης είχαν κλέψει νύχτα και τα άλογα του φίλιππου Γερμανού διοικητή του Μενιδίου και είχαν σκοτώσει σε ενέδρα τον επικεφαλής Γερμανό αξιωματικό της φρουράς του Αυλώνα. Τρεις μέρες πριν από το γεγονός που μνημονεύουμε σήμερα, στις 4 Ιουλίου, σαμποτέρ ανατινάζουν άλλο τραίνο με κάρβουνο στον Πύργο Βασιλίσσης, στην Αγία Παρασκευή Ανάκασας. Οι Γερμανοί αγριεύουν κι εκτελούν επί τόπου 4 Έλληνες που πήγαν να πλιατσικολογήσουν το χυμένο κάρβουνο. Η εποχή ήταν τόσο άγρια που για την ιστορία και μόνο αξίζει να αναφέρουμε το μεγάλο ναυάγιο που έγινε στις 12 Φεβρουαρίου 1944 στην νησίδα Πάτροκλος της Λαυρεωτικής με τους 4.150 νεκρούς Ιταλούς στρατιώτες αιχμάλωτους των Γερμανών, που βρήκαν φριχτό θάνατο από πνιγμό, στιβαγμένοι στα αμπάρια του καραβιού που ερχόταν από την Ρόδο. Το συνταρακτικό αυτό ναυάγιο με τους χιλιάδες ατίμητους πνιγμένους αιχμάλωτους Ιταλούς, θα έμενε λησμονημένο από τη συλλογική μνήμη αν ο λόγιος Δήμαρχος Σαρωνικού Πέτρος Φιλίππου δεν αποφάσιζε να στήσει μνημείο στη μνήμη τους, και δικαίως, αφού τα θύματα ήταν 4 φορές περισσότερα από το μεγάλο ναυάγιο του Τιτανικού. 
Στο συγκεκριμένο σημείο της Πάρνηθας, εκείνο το πρωί της Παρασκευής, οι καιρικές συνθήκες ήταν ίδιες απαράλλαχτα με τις σημερινές: ζέστη, τζιτζίκια που τραγουδούσαν αμέριμνα και κάπου - κάπου το βουητό απ’ τις μέλισσες που βοσκούσαν και από το τρεχούμενο νερό των ρυακιών που τότε ακόμα υπήρχαν. Η συλλογή των καυσόξυλων είχε σχεδόν τελειώσει, κι οι πατριώτες μας ετοιμάζονταν να κατεβάσουν τα «ρουπάκια» – όπως έλεγαν τα κλαδεμένα με την κοσόρα κλαδιά - πιο κάτω στους αραμπάδες και στα ζώα. Ήταν εκεί, η Κωνσταντίνα Καραδήμα με τον άντρα της Κωνσταντίνο, ο Μιχάλης Τσεβάς δεκάχρονος τότε, με τον πατέρα του Δημήτρη, ο Λάμπρος Χειλετζάρης με τον δεκάχρονο γιό του Γιάννη, ο Γιώργος Ράπτης δεκαπεντάχρονος τότε με τον θείο του Γιάννη Ράπτη, ο Παχής ο φούρναρης της πλατείας με την αδελφή του, και μερικοί ακόμα. 
Σίγουρα, ήταν απλωμένοι σύμφωνα με μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων Μιχάλη Τσεβά, Γιώργου Ράπτη και Γιάννη Χειλετζάρη, μεταξύ 23ου και 24ου χιλιομέτρου κοντά «στη μεγάλη στροφή με τον μεγάλο βράχο», εκεί που σήμερα αρχίζει ο δασικός δρόμος για το Κεραμίδι. Από το 25ο χιλιόμετρο, άρχιζε η απαγορευμένη ζώνη της Πάρνηθας κι οι Γερμανοί από την κορυφή, ψηλά, τους παρατηρούσαν από το φυλάκιό τους, που είχε ως ρόλο αφενός μεν την προστασία των κεραιών του ασύρματου που είχαν εγκαταστήσει, αλλά και τη φύλαξη του Σανατορίου, που τότε το είχαν επιτάξει για τη νοσηλεία των Γερμανών στρατιωτών (για την ιστορία να πούμε ότι υπήρχε και δεύτερο γερμανικό νοσοκομείο, στο Μονομάτι 200-300 μέτρα μετά την διασταύρωση της Τατοΐου και Δεκελείας, προς το Τατόι).


Από δω και πέρα, οι μνήμες των επιζώντων γίνονται θολές. Ενώ συμφωνούν στα βασικά, στα επιμέρους θαμπώνουν. Οι Γερμανοί από ψηλά, στέλνουν προς τα κάτω μια περίπολο με αυτόματα, είτε για να κορέσουν τα δολοφονικά τους ένστικτα, είτε για να κυνηγήσουν τον Κοκορέτση που κι εκείνος μάζευε ρουπάκια, «έκανε ξύλα» δηλαδή κοντά στην απαγορευμένη ζώνη… 
Μερικά μέτρα μετά το 23ο χιλιόμετρο., βρίσκεται ο Δημήτρης Τσεβάς με τον μοναχογιό του Μιχάλη, όταν σ’ απόσταση 50-100 μέτρων εμφανίζεται αγριωπός ένας Γερμανός με πλήρη εξάρτυση: Μπότες, κράνος, αυτόματο. «…Θα μας σκοτώσει…», είπε ο μικρός Μιχαλάκης στον πατέρα του και εκείνος του είπε: «…πέσε κάτω αν φοβάσαι…». Πεσμένος κάτω όπως βρισκόταν ο δεκάχρονος Μιχαλάκης, αντίκρυσε για τελευταία φορά τον πατέρα του ζωντανό… Ευθυτενή, στιβαρό και άφοβο να ατενίζει όρθιος προς τον Γερμανό και την ίδια στιγμή να δέχεται απροειδοποίητα τη ριπή του αυτομάτου στο σώμα και στο πρόσωπο κάτω από τη μύτη. « …Το αίμα πήδαγε σαν από βρύση…» θυμάται, σήμερα ο γιός του Μιχάλης, ενώ ο Γιώργος Ράπτης θυμάται πως αγκάλιασε τα πόδια του θύματος που πέθανε ακαριαία μόνο με ένα «…ωχ…!».
Καμία 80αριά μέτρα πιο κάτω, σε ένα βαθούλωμα του φυσικού ανάγλυφου, σε ένα πλάτωμα του προαιώνιου, αρχαίου μονοπατιού της Πάρνηθας, δυτικά μετά τη στροφή, η Κωνσταντίνα Καραδήμα, κολάτσιζε καθιστή με τον άντρα της Κωνσταντίνο, την ώρα που ακούστηκε η πρώτη ριπή. Ο ίδιος Γερμανός ή κάποιος άλλος, προχώρησε προς το φρύδι του δρόμου και στα τυφλά πυροβόλησε προς την «καψάλα», προς τα κάτω, εκεί που ήταν διασκορπισμένο το αναστατωμένο ανθρωπολόι. Απρόσμενα και μάλλον από εξοστρακισμό σε βράχο, μια σφαίρα βρήκε την Κωνσταντίνα κατευθείαν στην καρδιά, όπως πιστοποίησε και ο γιατρός Κ. Μπούκης. «…Κώστα με σκοτώσανε…!» πρόλαβε να πει στον άντρα της και ύστερα κατρακύλησε νεκρή 15-20 μέτρα στην πλαγιά. 
…Η ώρα ήταν 10 το πρωί της Παρασκευής 7 Ιουλίου 1944... 

Εκείνο το πρωί, η Σοφία ή Φίτσα Τσεβά, δεν άναψε το φούρνο με τα κλαριά που είχαν πάει να φέρουν ο σύζυγος κι ο γιός της και το ψωμί που είχε ζυμώσει, δεν φουρνίστηκε ποτέ. Ο αραμπάς που ήρθε, αντί για κλαριά είχε πάνω του το άψυχο σώμα του συζύγου της Δημήτρη Τσεβά… Τον νεκρό κατέβασαν από την Πάρνηθα τα αδέλφια Γιώργος, Θεοφάνης και Χρήστος Χειλετζάρης, άριστοι γνώστες της περιοχής και εξοικειωμένοι με το δάσος, αφού «έκαναν καμίνια» σε όλη την Πάρνηθα. Από μια τραγική σύμπτωση που η μοίρα μόνο ξέρει να ενορχηστρώνει, είκοσι μέρες αργότερα οι τρεις αδελφοί Χειλετζάρη θα έβρισκαν και αυτοί τον θάνατο, επίσης από εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών, μαζί με τους άλλους επτά φτωχούς ανθρακείς στην Μόλα… 
Εκείνο το πρωί, ο Κωνσταντίνος Καραδήμας, κι ενώ το ανθρωπολόι είχε λακίσει δικαίως προς το χωριό, επέμενε να κάθεται δίπλα στο άψυχο σώμα της γυναίκας του απορημένος, μα εκτελώντας σαν άλλη Αντιγόνη το ύψιστο χρέος προς το ταίρι του. Μέχρι, που ένας Γερμανός στρατιώτης πήγε κοντά και τον έδιωξε χτυπώντας τον με το κοντάκι του όπλου του. Ο Κωνσταντίνος ή Κώτσο- Καραδήμας, δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ και πέθανε το 1970. Η Κωνσταντίνα Καραδήμα, το γένος Ιωάννη Σπαθή, άφησε 3 ορφανά: τη Μαρία, 1,5 ετών τότε, τον 9χρονο Χρήστο και τη 12χρονη Ιωάννα, που ανέθρεψε έκτοτε τ’ αδέλφια της έχοντας το ρόλο αδελφής και μάνας ταυτόχρονα. Έξι μήνες μετά, η αδελφή της δολοφονημένης Σοφία, με εξασθενημένο από τα γεγονότα και τις κακουχίες οργανισμό, πέθανε από την ανθρωποζωονόσο του άνθρακα αφήνοντας κι εκείνη 3 ορφανά.
Η Κωνσταντίνα ετάφη εθιμικά με την οικογενειακή τους νυφική γρίζα που ήταν χρυσοκέντητη και σύμφωνα με το έθιμο, πριν μπει στο μνήμα οι Καλογραναίοι (του Σαράντου) κομμάτιασαν την ενδυμασία με ψαλίδι, για να μην ανοίξουν τον τάφο οι τυμβωρύχοι.
Έξι μέρες μετά, οι Γερμανοί σκότωσαν 3 πατριώτες στο μπλόκο της Πετρούπολης και 7 μέρες μετά, στις 14 Ιουλίου έκαναν εκατοντάδες συλλήψεις ομήρων στα μεγάλα μπλόκα του Καματερού, Άνω και Κάτω Λιοσίων, Χαϊδαρίου και Σκαραμαγκά. 
Δεκαέξι μέρες μετά, στις 23 Ιουλίου, οι Γερμανοί σκότωσαν στον Βουρλοπόταμο της Πάρνηθας τους 17 Σαρακατσάνους ποιμένες, αφού προηγουμένως τους υποχρέωσαν να σκάψουν οι ίδιοι τον τάφο τους (τα οστά τους βρέθηκαν τυχαία 30 χρόνια αργότερα, το 1974, σε εργασίες αμμοληψίας για την διάνοιξη του δρόμου…), ενώ στις 27 Ιουλίου εκτέλεσαν τους 7 Μενιδιάτες και τους τρείς Χασιώτες ανθρακείς στη Μόλα ανατινάζοντας με εκρηκτικά τον υπερκείμενο βράχο για να κρύψουν το έγκλημά τους για πάντα ( τα πτώματά τους βρέθηκαν από τη δυσοσμία 2-3 εβδομάδες αργότερα, όταν οι Γερμανοί είχαν εκδιωχθεί οριστικά από την Πάρνηθα και ξανανέβηκαν στο βουνό δειλά – δειλά οι συγγενείς για να τους ψάξουν). Όλους, μετά από ομηρία 3 ημερών και ανάκριση. Έτσι, εκείνο τον καταραμένο Ιούλιο του 1944 οι Γερμανοί εκτέλεσαν στην Πάρνηθα συνολικά 29 φτωχούς Έλληνες, ανθρακείς και ποιμένες, που ούτε με το αντάρτικο είχαν σχέση και ούτε έμαθαν ποτέ για ποιο λόγο τους σκότωσαν σα σκυλιά…
Τον Αύγουστο, οι Γερμανοί έκαναν εκτεταμένη εκκαθάριση στην Πάρνηθα με πολλές εκτελέσεις προς τη Χασιά, αλλά τελικά απωθήθηκαν από τις ανταρτικές δυνάμεις και στις 12 Οκτωβρίου εγκατέλειψαν οριστικά την Αθήνα. 
Τα γερμανικά πιστοποιητικά θανάτου, με την ελληνική τους βεβαίωση από διερμηνέα καθώς επίσης και την πιστοποίηση για την αιτία θανάτου της Κωνσταντίνας Καραδήμα υπογεγραμμένα από το γιατρό Κ. Μπούκη, εντόπισε να πωλούνται σε παλιατζίδικα, ο καθηγητής της παθολογίας τις Ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου της Θεσσαλίας Γιώργος Αντωνακόπουλος, ο οποίος και τα εμπιστεύτηκε στον Δημήτρη Γιώτα και στην ΙΛΕΑ. Ο ίδιος ανακοίνωσε στο 10ο Συμπόσιο Ιστορίας και Λαογραφίας και κατάλογο με περισσότερους από 160 Μενιδιάτες που πέθαναν από πείνα στους πρώτους 18 μήνες της Κατοχής. Όλα τα αρχεία είχαν φύγει από τον Δήμο Αχαρνών είτε διότι πουλήθηκαν, είτε διότι πετάχτηκαν στα σκουπίδια…
Για την Ιστορία να πούμε πως η Γερμανική Διοίκηση που έδρευε στο Τατόι και ήταν υπεύθυνη για το Μενίδι, Χασιά, Λιόσια, και Πάρνηθα στο πιστοποιητικό της ανέγραψε ψευδώς, πως ο θάνατος τους προήλθε λόγω εισόδου με δική τους ευθύνη στο 27ο χλμ της απαγορευμένης ζώνης της Πάρνηθας…!!! (ενώ όπως συγκλίνουν όλες οι μαρτυρίες τα φονικά έγιναν σε μη απαγορευμένη ζώνη μεταξύ 23ου και 24ου χλμ). Αυτό ενδεχομένως έγινε για να σκεπαστεί το έγκλημα της Γερμανικής περιπόλου και να θεωρηθούν υπεύθυνοι η Καραδήμα και ο Τσεβάς.


Μετά την τέλεση του τρισάγιου στο προαύλιο του Προφήτη Ηλία, ο γιός του εκτελεσμένου Δημητρίου Τσεβά Μιχάλης, έβγαλε από την τσέπη του και έδειξε στους παραβρισκόμενους «…το βόλι που έπεσε από το αυτί του πατέρα μου όταν πλέναμε και ντύναμε το νεκρό…». Το βόλι αυτό, η οικογένεια Τσεβά για 70 χρόνια το φύλασσε ευλαβικά μέσα στο εικονοστάσι της. Άκρως συγκλονιστική ήταν η στιγμή, που ο τελέσας το τρισάγιο πατέρας Χρήστος, παρατήρησε παρουσία όλης της συγκινημένης ομήγυρης ότι το βόλι αυτό δεν ήταν από γερμανικό αυτόματο όπλο, αλλά από πιστόλι λούγγερ των 22αρι… Έτσι, έγινε καταφανές ότι κάποιος γερμανός στρατιώτης είχε πλησιάσει τον πεσμένο κάτω και άψυχο Δημήτριο Τσεβά και του έριξε με το λούγγερ του την χαριστική βολή στον κρόταφο , κάτι που ακόμα και ο γιός του μέχρι προχθές αγνοούσε!
Το μνημείο που τοποθετήθηκε με πρωτοβουλία των συγγενών, των αυτοπτών μαρτύρων, των συμπολιτών και των μελών της ΙΛΕΑ και ήδη έτυχε της γενικής επιδοκιμασίας των συμπατριωτών μας, θα καταδεικνύει την τοποθεσία της θυσίας και τη βαρβαρότητα των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής της χώρας μας.


Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

«Γκέμμα», η συνεκτική θεώρηση του Λιαντίνη

«Γκέμμα»,  η συνεκτική θεώρηση του Λιαντίνη

Γκέμμα είναι μία άλλη ονομασία του άστρου Αλφέκκα που είναι το λαμπρότερο αστέρι στον αστερισμό του Βορείου Στεφάνου.Ο λόγος που ο Λιαντίνης επέλεξε να δώσει ως τίτλο στο βιβλίο,που έμελε να ΄ναι το τελευταίο του,αυτόν τον αστρονομικό όρο είναι γιατί είχε πια καταλήξει μέσα από τις διαδρομές,τις γνώσεις και το βίωμα σε μια σφαιρική,συμπαντική θα έλεγα,ενατένιση των πραγμάτων.Ο φυσικός κόσμος ορθώνεται πάνω σε μαθηματι-κές σχέσεις,στις ίδιες που ο Σοφοκλής συμπλέκει την κοινωνική συμβίωση κι ο Φρόυντ ανιχνεύει τις ψυχικές συνιστώσες.Όλα θη-λυκώνονται με αριθμητική ευταξία,συναρμόζουν και φυτρώνει αρμονία.Από τον ταπεινό ευκολόφτιαχτο αρμό (αρμ-ός) γεννιέ-ται θεϊκή λειτουργική αρμονία (αρμ-ονία)! Τα πάντα όλα,που λέει κι ο Αλέφαντος!
Ο φυσικομαθηματικός λογισμός,η Αττική τραγωδία,το δημοτικό τραγούδι,ο Γκαίτε,ο Φρόυντ,ο Δάντης,ο Καβάφης,ο Όμηρος και ο Σολωμός γίνονται ένα.Κατά τις πληροφορίες απαιτήθηκαν επτά χρόνια για να ολοκληρώσει ο στοχαστής  την «Γκέμμα».Δεν είναι καθόλου παράξενο αυτό,αν σκεφτεί κανείς τι όγκος παράταιρων πληροφοριών σωρεύτηκαν μέσα στο βιβλίο,τι εκτεταμένο εύρος κριτικής ανάλυσης επιχειρήθηκε και ποια φιλοσοφική ματιά ανα-πτύχθηκε.
Και όλα αυτά με μία γραφίδα ποιητική,πλούσια,κελαρυστή σαν γάργαρο νερό ορεινής πηγής.Θυ-μίζει αρκετές φορές την γλαφυρή πολυπλοκότητα του Καζαντζάκη,τον οποίο όμως (μαζί με τον επίπεδο Σεφέρη),σε κάποιες ευθείες ηχηρές νύξεις του δεν φαίνεται να τον έχει και πολύ ψηλά… Τα προϊόντα της σκέψης του Λιαντίνη δεν απευθύνονται στον καθένα,δεν αφορούν όλους.Θα τολμούσα να πω ότι το ακροατήριο του,το κοινό του εκ των πραγμάτων καθίσταται περιορισμένο.Η συνεκτική θεώρηση του Λιαντίνη απαιτεί ολόπλευρη κεντρομόλα ματιά,πλατιά αισθητική και ανατρεπτικό-τητα.Ο τρόπος που ξεκοκαλίζει δύο ιστορίες από την Οδύσσεια αποτελεί υπόδειγμα για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται και να ανατέμνονται τα Ομηρικά έπη.Όχι με την μουχλιασμένη γραμμική στερεοτυπική προσέγγιση μεσοπολεμικής δασκάλας που αγκυλώνει τα μυαλά σε σχο-λικές αίθουσες και αμφιθέατρα,αλλά με μια παιχνιδιάρικη χαρωπή,υμνητική της ελεύθερης φρόνη-σης,διαδικασία αποσυμβολισμού.
Τον Λιαντίνη τον απασχολεί ο άνθρωπος.Τα μεγάλα οντολογικά ερωτήματα του έρωτα και του θά-νατου.Δεν παγιδεύεται σε βαρύγδουπες ακαταλαβίστικες αμπελοφιλοσοφίες.Στέρεος,γήινος και αν-θρώπινος ο προβληματισμός του.Προσπαθεί να σταθεί απέναντι στα παντοτινά υπαρξιακά ζητή-ματα με αξιοσύνη και αντρίκια.Δεν είναι εύκολο ούτε γι΄ αυτόν ούτε για κανέναν μας.
Τον παιδεύει,ακόμα,βασανιστικά ο Έλληνας.Ορίζει ως αιτία της κακοδαιμονίας μας από το Βυζάντιο και δώθε την απώλεια του αρχαιοελληνικού παρελθόντος μας και την αντικατάστασή/παραμέρισή του από ένα Ιουδαιοχριστιανικό γίγνεσθαι.Ο Έλληνας (Ελληνοέλληνας,όπως τον λέει) κατάντησε Ελληνοεβραίος.Συναντιέται σε αυτό το σημείο με την οπτική του Σκαρίμπα και του Κορδάτου,αν κι αυτοί διακρίνονταν από άκαμπτο γενικευτικό μαρξισμό κι όχι από αντι-εβραϊκό μένος.
Είναι ο λόγος που κάποιοι φανατικοί της μονομέρειας,της παρερμηνείας και της πόλωσης άκριτα τον κατατάσσουν στο ανάβαθο στρατόπεδο του παγανισμού και δωδεκαθεϊσμού.Είναι το μόνο ση-μείο που,θα έλεγα,ότι ο Λιαντίνης λαθεύει.Ολη η Αρχαιοελληνική θρησκευτική αντίληψη διαχύθηκε και μπολιάστηκε στην διάδοχη Ορθοδοξία.Τα έχει επισημάνει αναλυτικά (αλλά όχι με την πρέ-πουσα επιμέλεια˙ το δηλώνει και η ίδια) η Λιλή Ζωγράφου στην «Αντιγνώση» της.Αλλά τούτο το εισαγωγικό σημείωμα δεν στοχεύει στην κριτική αξιολόγηση της «Γκέμμας»,αλλά στην ενθουσιώδη προβολή και παρουσίαση της.

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος – Συγγραφέας


Κάντε λήψη του βιβλίου «Γκέμμα»,πατώντας εδώ

Κατεβάστε κι αυτά τα βιβλία: