Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρβανίτες-αυτοί οι παλιοί Έλληνες!. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρβανίτες-αυτοί οι παλιοί Έλληνες!. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

Απλές αλήθειες για το αρβανίτικο δημοτικό τραγούδι

 

Η Δόμνα Σαμίου,σε αυτό το βίντεο-ντοκουμέντο του 1976,αποδεικνύει με απλό και γλαφυρό τρόπο ότι το αρβανίτικο δημοτικό τραγούδι ήταν στην ουσία ανύπαρκτο.
Πάνω σε δεδομένους γνωστούς μουσικούς σκοπούς οι δίγλωσσοι αρβανιτόφωνοι Έλληνες προσάρμοζαν απλοϊκά δίστιχα λαϊκής [να την πω έτσι] δομής,ταιριασμένα στο φτωχό ΒορειοΗπειρώτικο ιδίωμά τους: τα αρβανίτικα.
Οι Έλληνες Αρβανίτες δεν είχαν κανένα,μα κανένα,λόγο να φτιάξουν ξεχωριστό δημοτικό τραγούδι.Είναι τόσο απλό...


Δείτε το βίντεο (youtube) πατώντας εδώ

Παρασκευή 5 Μαΐου 2023

Μουτεΐ,η αρχαιοελληνική Γελλώ των Αρβανιτών

 

               Μουτεΐ,η αρχαιοελληνική Γελλώ των Αρβανιτών

 

Υπάρχει το φαινόμενο στην ύπαιθρο μικρών ανεμοστροβίλων.Καθαρά τοπικό,διάρ-κειας κάποιων δευτερολέπτων.Έχει τύχει να δω στα βουνά του Βαρνάβα τέτοιους μι-κρούς ανεμοστρόβιλους.Αυτοί που είδα εγώ ήταν στατικοί,κράτησαν λίγο και εξαφανί-στηκαν.Σήμερα βέβαια,γνωρίζουμε για τα αέρια ρεύματα και τις μεταβολές θερμοκρα-σίας που μπορούν να επιφέρουν τέτοιες περιδινήσεις.Τα παλιά χρόνια ο απλός κόσμος που ζούσε και εργαζόταν έξω,στην γη,δεν διέθετε γνώσεις και αυτές τις απότομες μεταβολές τις απέδιδε σε δράσεις δαιμονικών οντοτήτων.Η άγνοια μετέτρεπε απλές φυσικές εκδηλώσεις σε ξωτικά.
Οι Αρβανίτες ονόμαζαν αυτόν τον μικρό ανεμοστρόβιλο μουτεΐ. Το ίδιο όνομα έδιναν και στον δυνατό θυελλώδη άνεμο,αυτόν που σε ανάγκαζε να προφυλαχτείς από την ορμή του.Επίσης τον δυνατό άνεμο που άλλαζε συνέχεια κατευθύνσεις.Με μια κουβέ-ντα,μουτεΐ καλούσαν τις ανεξήγητες και καταστροφικές,επικίνδυνες συμπεριφορές αερίων μαζών.Μουτεΐ σημαίνει σκατένιος,δυσώδης.Είναι μία καθαρά εξορκιστική βά-φτιση φυσικού φαινομένου,πολύ συχνά απαντώμενη στην λαογραφία,που σκοπεύει στην αποτροπή και την αποδυνάμωση. Δίνοντας έναν τέτοιο αρνητικό,αποκρουστικό προσδιορισμό θεωρούσε η απλοϊκή σκέψη των γεωργοκτηνοτρόφων ότι απόδιωχνε το κακό στοιχειό,το θηριώδη ανυπόταχτο ξέσπασμα ανώτερων και μυστικών θεοτήτων.

Ετυμολογία

Το ουσιαστικό μούτι σημαίνει περιττώματα,ακαθαρσίες,ρύποι,σκατά. Το καταληκτικό ι είναι το άρθρο που στα αρβανίτικα έπεται.Το αν το άρθρο θα προηγείται ή θα έπε-ται,όπως σωστά έχει επισημάνει ο Π. Κουπιτώρης,δεν έχει σημασία δείχνοντας μόνο εξελικτικές φάσεις της γλώσσας και αντίληψη οργάνωσής της.Το μουτ το συναντάμε σε μία πασίγνωστη αρβανίτικη παροιμιακή έκφραση: μουτ με κεπ (σκατά με κρεμμύ-δια).Το νόημα της φράσης είναι: γίνανε όλα θάλασσα, τα κάναμε σαλάτα, τζίφος, φτά-σαμε σε αδιέξοδο κ.λπ.
Το όνομα στην αιτιατική ενικού γίνεται μούτ-νε,και με αποβολή του τ μούνε. Και αυτόν τον τύπο τον συναντάμε σε μία διαδεδομένη φράση: χάνε μούνε (=να φας σκα-τά).Πρόκειται  για την αρχαία ελληνική ρίζα μυτ- (mut) ή μυσ-. Λαμβανομένης υπόψη της αλληλοαντιστοιχίας και ουσιαστικής ταύτισης των δύο συμφώνων (βλ.: πράττω-πράσσω, θάλασσα-θάλαττα, μέλισσα-μέλιττα κ.λπ.) καταλήγουμε σε δύο τύπους της αυτής ρίζας.
Την συναντάμε στο ρήμα μυσάττομαι (αν αφαιρέσουμε την κατάλη-ξη -ομαι και την επέκταση -ασσ- ή -αττ- . Ετυμολογικό Λεξικό αρχαίας Ελληνικής J.B. Hofmann,σελ. 252 και λεξικό Liddell-Scott,τόμ. 3ος,σελ. 202).Το ρήμα σήμαινε αποστρέφομαι,αηδιάζω, συχαίνομαι,μου προκαλούν απέχθεια κάποια αντικείμενα,βδελύσσομαι.Συναντάμε α-κόμα τα ρήματα μύττω/μύσσω (το ενεργητικό σπάνιο,σύνηθες όμως ως σύνθετο με προθέσεις,αλλά το μέσο μύσσομαι = εκβάλλω την μύξα μου, Liddell-Scott,τόμ.3ος,σελ. 202), μυττάζω (στενάζω), μυττωτεύω (τεμαχίζω). Από την ίδια ρίζα βγαίνει και η μύξα ( < μύσσομαι), καθώς και το επίθετο μυσαρός ( < μύσος =ακαθαρσία,βδέλυγ-μα,λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας Μπαμπινιώτη,σελ. 1156.Στο Μέγα Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης Δ. Δημητράκου,τόμ. 9ος,σελ. 506 ο μύσος ερμηνεύεται και ως ακαθαρσία ψυχής,μίασμα,σιχαμάρα).Ένα είδος χυλώδους σκορδαλιάς της αρχαιό-τητας (από σκόρδο,τυρί,μέλι κ.ά.) λεγόταν μυττωτός (ή μυσσωτός) ακριβώς λόγω της έντονης μυρωδιάς/σκορδίλας του (βλ. λεξικό Liddell-Scott,τόμ.3ος,σελ. 203).Ο μυττω-τός συναντάται,μεταξύ άλλων,και στους Ιππής 771 του Αριστοφάνη. Στον Ησύχιο μυττός = το γυναικείο αιδοίο,Δ. Δημητράκου,τόμ. 9ος, σελ. 511. Η αρχική ρίζα (βλ. λε-ξικό της νέας ελληνικής γλώσσας Μπαμπινιώτη,σελ. 1158) όλων αυτών των τύπων ήταν η λ. μύτις,απ΄ όπου προήλθε και η λ. μύτη,για την ρίνα. Αλλού εντοπίζεται ως αρ-χική ρίζα η μυκ- (όπως στο Μέγα Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης Δ. Δημητράκου, τόμ. 9ος,σελ. 507,παρουσιάζοντας το αρχαίο,αλλά και μεσαιωνικό ρήμα [στη δημώδη μορφή διασώθηκε ως μουκιάζω] μύσσω = βογγώ και στη μέση φωνή μύσσομαι = βγά-ζω τη μύξα μου. παράγωγα της ρίζας μυκ- : μυκτήρ = ρουθούνι,μύκητας,αλλά και μού-χλα).
Η ρίζα μυτ- (mut) ή μυσ- ή μυκ- δηλαδή,στις τρεις αυτές εκδοχές της, δηλώνει το ρυπαρό,την ακαθαρσία,το σιχαμερό,βρώμικο,το βδέλυγμα (κατά διαστολή και τα βογγώ,τεμαχίζω).Τα ίδια ακριβώς εκφράζει και το αρβανίτικο μούτι: βρωμιές,σιχασιές, περιττώματα,ακαθαρσίες,ρύποι,σκατά. Μάλιστα,απ΄ τον άλλο τύπο του,μούνε,που εί-δαμε παραπάνω,προέκυψε η λαϊκή/αργκό λέξη μουνί για το αιδοίο,ο μυττός = το γυ-ναικείο αιδοίο κατά τον Ησύχιο,που συναντήσαμε πριν.Η ταύτιση των αρβανίτι-κων,και σε τούτη την περίπτωση,όχι μόνο λεκτικά,αλλά και στο κυρίαρχο πρωτογενές νοητικό επίπεδο,με τα αρχαία ελληνικά είναι απόλυτη,ολοκληρωτική,αδιαμφισβήτητη.
Αυτά είναι τα αρβανίτικα: ένα ιδίωμα,αρχικό,της ελληνικής.Οι αντιθέτως ομιλούντες πρέπει να παραθέσουν κάποτε και σοβαρά τεκμήρια των ισχυρισμών τους.Βέβαια,ε-πειδή αυτά δεν υπάρχουν,παρά μόνο ένας αέρας κοπανιστός ανθελληνικής προπα-γάνδας και εξυπηρέτησης δολίων σεναρίων,θα υποστούν τον εξευτελισμό της γελοι-οποίησής τους.

Απ΄ την αρχαιότητα στην Λαογραφία

Ο μουτεής (υπαρκτή κι αυτή η έκφραση) των Αρβανιτών δεν ήταν φυσικά η μόνη δαιμονική (δηλαδή δαιμονοποιημένη) οντότητα,το μόνο ξωτικό των αρβανιτόφωνων ξωτάρηδων της υπαίθρου.Έχω παρουσιάσει εδώ μια σειρά από δαιμόνια,όπως τα συ-νέλαβε και τ΄ απέδωσε η λαϊκή αντίληψη των παλιών Αρβανιτών.Αλήθεια είναι ότι αυτή η καταγραφή είναι αρκετά περιληπτική,σχεδόν επιγραφική.Και εξ όσων γνωρίζω μόνο ο Δημ. Καλλιέρης έχει ασχοληθεί σοβαρά με τον υλικό και πνευματικό βίο των παλαιότερων αρβανιτοφώνων (Ασπροπύργου).Το θέμα των ξωτικών,όπως και πολλές άλλες πτυχές της Αρβανιτιάς,παραμένει ανεξερεύνητο.
Ο μουτεής υπήρξε ξωτικό αέρινο,αερικό,ένας κακός δαίμονας με ανεμική υπόσταση. Αυτή η κατηγορία δαιμόνων θεωρούνταν υπεύθυνοι για αιφνίδιους θανάτους,απρό-σμενη εμφάνιση ασθενειών και βίαιη ανατροπή της γενικής ισορροπίας ενός ατόμου (έμφραγμα,εγκεφαλικό κ.ά.).Τον χτύπησαν τα αερικά,έλεγαν οι παλιοί κι εκλογίκευ-αν έτσι την απροσδόκητη απώλεια ζωής ή υγείας.Μόνον ένας άσχημος θεός μπορούσε ν΄ αλλάξει έτσι αστραπιαία τα πράγματα,με μια ριπή αέρα,απ΄ την μια στιγμή στην άλλη,μια σατανική ύπαρξη με θυελλώδη δομή,ένας φουριασμένος βοριάς που λυσσο-μανά σαν μπουρίνι,φέρνει το κακό και μετά,ικανοποιημένο απ΄ την συμφορά που προκάλεσε,καταλαγιάζει και σβήνει.Μια ανεμοδούρα περαστική,ένα αερικό.

Αγερικό περνά

Γιώργου Ν. ΑικΑτεριΝιδη

ΣΕ ΔΗΜΩΔΕΙΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ και λαϊκές παραδόσεις συχνή είναι η πα­ρουσία της λέ-ξης αερικό (αγερικό,αϊρικό,αλερικό κ.ά.),με τη σημα­σία: το κλίμα ενός τόπου,σφοδρός άνεμος,ανεμοστρόβιλος,καταιγίδα,βροχή ραγδαία.Σημαίνει ακόμη νυ­χτερινό φάντα-σμα,ενώ σε αρκετά μέ­ρη τα αερικά ταυτίζονται με τις Νεράι­δες,επειδή πιστεύεται ότι τα χαριτωμένα,αλλά όχι πάντοτε και ακίνδυνα,αυτά πλάσματα της νεοελληνικής μυθοπλασίας μεταφέρονται με τη δύνα­μη του αέρα και εμφανίζονται πολλές φορές με μορφή ανεμοστρόβιλου.
Γι΄ αυτό,όταν σε ώρα νηνεμίας δη­μιουργείται το εντυπωσιακό αυτό καιρικό φαινό-μενο,αναφωνούν «αγερικό περνά» ή εύχονται «με το καλό να πε­ράσει».Παραδίδεται μάλιστα ότι ένας θεριστής χτύπησε κάποτε με το δρε­πάνι του τον ανεμοστρόβιλο και αμέ­σως αυτός ματώθηκε (Λαογραφία 8,1921,σ. 442,Χίος).Κυρίως όμως αερι­κό σημαίνει «πνεύμα,δαιμόνιον κακοποιόν προσβάλλον τους ανθρώπους και γινόμενον πρόξενον παθήσεων,οίον φρενοβλαβείας κ.τ.τ.»,(βλ. το οι­κείο λήμμα του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών,τόμ. Α').  
Η αντιμετώπιση της ολέθριας επίδρασης του αερικού επιτυγχάνεται,σύμφωνα με τις δημώδεις δοξασίες,με καταφυγή σε μαγικά μέσα, όπως είναι τα καρφώματα,οι εξορ-κισμοί και ιδι­αίτερα οι επωδές,που συνοδεύονται με επικλήσεις σε αγίους θεραπευτές: «Άγιοι Ανάργυροι, πρώτοι γιατροί του κόσμου,γιατρέψτε τον ...».Καταφυγή δηλαδή σε μέ-σα,στα οποία ο λαός απέδιδε πάντοτε θαυματουργή δύναμη: «Άμα πάθεις ΄πο αερικό,δεν μπο­ρεί κανείς να σε κάμει καλά,μήδε για­τρός μήδε τίποτις.Μόνο όντε πεις το ξόρτσι γίνεσαι καλά» (Λαογραφία 18, 1951,σ. 545-46,Μέγαρα).Ας σημειω­θεί ότι πε-ρίπτωση εξορκισμού σε μια γυναίκα στη Μύκονο,που είχε πειραχθεί από αερικό,ανα-φέρει πολύ παραστατικά ο Γάλλος περιηγητής Tournefort  (17ος αι.).

 Η Γελλώ,νεοελληνική συνέχεια της αρχαίας Γελλούς,κόρης του πρώτου αποίκου της Μυτιλήνης Λέσβου. Αερικό που αρπάζει και πνίγει νεαρά κορίτσια.Στον ίδιο «ιδεογραφικό» πίνακα,έργο του ζωγράφου Πανα-γιώτη Τέτση,εικονίζεται,κάτω,ο Θεόφιλος μέσα σε ελληνότροπο φωτοστέφανο.

                                                      Προλήψεις και δεισιδαιμονίες

Αποτελεσματικό μέσο θεωρείται και η καταφυγή στα θεία,όπου όμως κυριαρ­χεί έ-ντονα ένας μαγικοδεισιδαιμονικός χαρακτήρας: «Παίρνουμ΄ ένα ποκάμισο παστρικό, από το πλύμα,και το δίνου­νε του παπά να το λουτρουήσει.Ο παπάς θα σηκωθεί πριν από το χάραμα,νύχτα,θα πάρει το ποκάμισο και του κάνει μια νυχτολειτρουγιά.Μπο-ρεί να του κάμει δυο και τρεις,όσες του πού­με.Στερνά το φέρνει στον άρρωστο μα­ζί με τρεις μερίδες προσφορά,κ΄ έτσι σουρουπιάνει (μόλις σουρουπώνει),ο άρρωστος βγάνει το ποκάμισο που φο­ρεί και βάνει το λειτρουημένο και πέ­φτει στο κρεββάτι του...Τ΄ α-ποταχιά αλλάζει το ποκάμισο,πλένεται,κάνει το σταυρό του και τρώει την πρώτη με­ρί-δα.Έτσι κάνει τρεις βραδιές και το κακό φεύγει μοναχό του» (Λαογραφία 10, 1929,σ. 128-129).  
Μαρτυρούνται όμως και άλλοι τρό­ποι,εξίσου ενδιαφέροντες,για αντιμε­τώπιση της ολέθριας επίδρασης των αερικών.Στην Ηλεία π.χ.,γινόταν το «παράδωμα στα αερικά» των παιδιών που είχαν βρεθεί υπό την επίδραση των δαιμονίων αυτών.Πήγαιναν δη-λαδή «ντάλα μεσημέρι» σ΄ ένα απομα­κρυσμένο πηγάδι κι εκεί κατέβαζαν μέχρι τον πάτο το άρρωστο παιδί μέσα σ΄ ένα καλάθι λέγοντας στο αερικό: «Αδειανό σταμνί σου ρίχνω,ή γιόμισέ το ή τσάκισέ το» (Λαογραφία 15,1953,σ. 257-58).Το «παράδωμα» έπαιρ-νε και κάποιον μυστηριακό χαρακτήρα,με συμφυρμό πολλών επιμέρους μαγικοδει-σιδαιμονικών στοιχείων, πηγαίνοντας μεσάνυχτα και με απόλυτη σιωπή στο μέρος όπου σύχναζαν τα αερικά,τα οποία έκαναν απολογισμό του έργου τους στις «Μεγάλες Κυράδες» (Λαογραφία ό.π.).      
Τα αερικά δεν προσβάλλουν μόνο τους ανθρώπους.Το ίδιο επικίνδυνα είναι και για τα ζώα.Η θεραπεία και γι΄ αυτά στη δημώδη κτηνιατρική επιζητείται με ανάλογα μα-γικού και δεισιδαιμονικού χαρακτήρα μέσα. Στη Ρόδο π.χ. τα καπνίζουν με «ελιά α-γιασμένη» (φύλλα ελιάς που έχουν αφήσει από μέρες στην εκκλησία),ενώ παιδάκι αμφιθαλές λέγει το «Πάτερ ημών» τρεις φορές στα αφτιά του ζώου (Λαογραφία 12, 1938, σ. 221) και στην Κω «σαραντώνουν» το άρρωστο ζώο,χαράσσουν δηλαδή επάνω σε έναν ασφόδελο σαράντα χαραγιές και τον δένουν στ΄ αφτί του ζώου (Λαογραφία 16,1956,σ. 76).

                 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ■ ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2001 ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Περί ανέμων,σελ. 32.

                                                                                          Γελλώ

 Τα ονόματα Μορμώ, Λάμια, Έμπουσα και Γελλώ, τόσο στον ενικό όσο και στον πλη-θυντικό,μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως κοινά ουσιαστικά,αλλά και ως προ-σωπικά ονόματα που περιγράφουν μυθολογικά αποκρυσταλλωμένους αντιπροσώ-πους ομάδων δαιμόνων.
Ο οριακός χαρακτήρας αυτών των πλασμάτων φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι η εξώπορτα αποτελεί το σημείο στο οποίο συναντώνται, ακριβώς επειδή το κατώφλι δεν ανήκει ακριβώς ούτε στο εσωτερικό, ούτε στο εξωτερικό του σπιτιού.Στην ίδια έννοια του οριακού εμπίπτουν και άλλα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν αυτές οι οντότη-τες,όπως το ότι συχνάζουν στα σταυροδρόμια,ότι μπορούν να αλλάζουν μορφή,ότι αντιστρέφουν την φυσιολογική ανθρώπινη συμπεριφορά (π.χ. κανιβαλισμός, ωμοφα-γία) κ.ο.κ. Αυτές οι ιστορίες,λοιπόν, περιέχουν μέσα τους το μήνυμα ότι αν επιθυμεί κανείς να διατηρήσει την ταυτότητα του ανθρώπινου όντος και τη συμμετοχή του σε μια κοινωνία,θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στα γενικά πρότυπα της κοινότητας μέσα στην οποία ζει.
Ο Ζηνόβιος στις παροιμίες του μας μιλά για τη Γελλώ και την ιστορία της. Μας λέει ότι η Γελλώ ήταν μια κοπέλα,η οποία πέθανε πρόωρα χωρίς να αποκτήσει παιδιά και γι’ αυτό το λόγο το φάντασμά της καταδιώκει τα μικρά παιδιά και φέρνει πρόωρο θάνα-το. 

Ήταν ένα μυθολογικό ον,κακοποιό δαιμονικό πνεύμα,γνωστό σ' ολόκληρο τον Ελλη-νικό κόσμο τουλάχιστον από τον 7ο - 6ο π.Χ. αιώνα, όπως αποδεικνύεται από αναφορά σ' αυτό της ποιήτριας Σαπφούς. Η Γελλώ ήταν το δαιμόνιο που ευθυνόταν για τους πρόωρους θανάτους μικρών παιδιών και σαν τέτοιο αποτελούσε το φόβητρο των μα-νάδων και κατά τα Βυζαντινά χρόνια.Κατά την περίοδο όμως αυτή,με την ίδια ονομα-σία ήταν γνωστές και οι γυναίκες που επιδίδονταν στη μαγεία (Γελλούδες).

 Αργότερα,οι σχετικές περί την Γελλώ δοξασίες και προκαταλήψεις διατηρήθηκαν κι επιβίωσαν σε διάφορα μέρη του Ελληνισμού και ιδίως σε νησιά όπως η Κρήτη,η Κύ-προς και άλλα του Αιγαίου πελάγους.
Η λέξη Γελλώ πιθανότατα συνδέεται με το ρήμα γελώ και το όνομα θα μπορούσε να σημαίνει είτε «αυτή που γελά» είτε «αυτή που αποτελεί αντικείμενο γέλωτα».Παραπέ-μπει ίσως στο τρομακτικό γέλιο που χαρακτηρίζει τους δαίμονες του παραλόγου ή ίσως να πρόκειται για ευφημισμό.Στα λεξικά δεν περιέχονται ετυμολογικές πληροφο-ρίες για το όνομά της ούτε κάτι επιπλέον ιδιαίτερο (βλ. ενδεικτικά: λεξικό Liddell-Scott, τόμ. 1ος,σελ. 560).
Συγκεφαλαιωτικά,ο αρχαίος δαίμονας που αφαιρούσε άκαιρα ζωές μικρών παιδιών διατηρήθηκε ως τα μεσαιωνικά (Βυζαντινά) χρόνια με το ίδιο όνομα και πάντα με α-ποτρόπαιη κατά του ανθρώπου δράση.Έλαβε σταδιακά και σκοτεινές διασυνδέσεις με την μαγεία για να καταλήξει ως κακότροπο αγερικό που αποδιωχνόταν με ξόρκια κι επικλήσεις των θείων.Παραλλαγή του συναντάμε και στους αρβανιτόφωνους Έλλη-νες.Είναι ο  μουτεής,που τον απόδιωχναν οι τρομαγμένοι χωρικοί με αποτροπιαστικές φράσεις όπως: Χι  ε πλιούχουρ ! (Στάχτη και σκόνη !).Πολλές φορές λεγόταν και: πλιού-χουρ ντε…! (σκόνη ντε…!).Και φυσικά,στα ελληνικά: Στάχτη και κουρνιαχτός.

Μέλι και γάλα

   Όταν ξέσπαγαν ανεμοθύελλες,για να καταλαγιάσει το φυσικό φαινόμενο λεγό-ταν τούτη η γεμάτη θετικότητα φράση/ευχή.Μοιάζει με τάξιμο,με καλόπιασμα στο φασαριόζικο στοιχείο ώστε να μαζέψει την όργητά του.Υπήρχε όμως,και το σκληρό,να το πούμε έτσι,αντίστοιχο,του διωξίματος και της αποτρεπτικότητας: Μουτ ε χι = σκατά και στάχτη! Δηλαδή,μια αντιμετώπιση της καιρικής ανωμαλίας και με το μαλακό και με το άγριο! Μια διπλωματική στάση απέναντι στους αέρηδες,για να το θέσουμε και κάπως χαριτωμένα! Μάλιστα,αυτό το ξόρκισμα (μουτ ε χι), έδωσε το όνομά του στο ξωτικό της ανεμοζάλης: Μουτεής! Η λαϊκή φαντασία και απλοϊκότητα θεώρησε ότι αυτοί οι μικροί,τοπικοί και σύ-ντομοι ανεμοστρόβιλοι της υπαίθρου ήσαν ξεσπάσματα ενός εχθρικού ξωτικού των δασών και των ξέφωτων και τ΄ ονόμασαν με το παράγγελμα της απόδιω-ξης.Οι μουτεήδες πέρασαν σιγά-σιγά στον τρέχοντα λόγο και με μιαν άλλη δι-άσταση,όπως οι σημερινές αναφορές μας στα φαντάσματα.Όσο πέρναγε ο καιρός δηλαδή,και η γνώση σκόρπιζε την δεισιδαιμονία,τον φόβο και την προκα-τάληψη,το αρχικό ξωτικό,γέννημα της άγνοιας,μετατρεπόταν στην ακίνδυνη κα-ρικατούρα του.

Η εργασία ως pdf εδώ

 Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος-Συγγραφέας


Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022

Μπάου κάου

 

Μπάου  κάου

Κράτα  βόδι

 Φράση που προήλθε απ΄ το όργωμα,όταν αυτό γινόταν ακόμα με ζώα,πριν την έλευση των τρακτέρ.Πρόλαβα αυτή την περίοδο,αλλά με μουλάρια (ένα μουλάρι έσερνε το αλέτρι).Βόδια δεν υπήρχαν στην περιοχή μου,παρά μόνο α-γελάδες από λιγοστές οικογένειες.Εν πάση περιπτώσει,εγώ δεν θυμάμαι όρ-γωμα με βόδια (μπορεί να συνέβαινε),αλλά δεν έχει και καμμία σημασία.Φαί-νεται ότι ο ζευγολάτης,όταν το ζεμένο στο αλέτρι βόδι έβρισκε κάποιο εμπόδιο ή παραπάταγε ή (το πιθανότερο και συνηθέστερο) ξέφευγε το αλέτρι απ΄ τα χέ-ρια του ξωτάρη,αυτός απευθυνόταν στο ζώο του μ΄ αυτή τη φράση,εννοώντας να ορθοπατήσει ξανά ή να τον περιμένει να αδράξει ξανά και γερά τα χερούλια του βαριού εργαλείου του.Η τόσο άμεση και ζωντανή επικοινωνία ανθρώπων και ζώων δεν πρέπει να ξενίζει,γιατί άλλη ήταν η ποιότητα και το περιεχόμενο της ζωής τότε,άλλες οι συνθήκες και οι ιεραρχήσεις και εντελώς διαφορετική η φιλοσοφία της καθημερινότητας.Η μικρή φράση,όπως φαίνεται,αρχικά θα στρε-φόταν σε άτομο αργόστροφο,που αδυνατούσε να αντιληφθεί την ουσία μιας κα-ταστάσης,αυτούς που και σήμερα αποκαλούμε υποτιμητικά βόδια ή λέμε αυτός έχει βγάλει βοϊδοσχολή.Όταν όμως η συνθήκη άλλαξε κι αποσύρθηκαν τα βό-δια απ΄ την διαδικασία του οργώματος,χάθηκε δηλαδή η αρχική οργανική πρω-τογενής σύνδεση,ο μικρός χαρακτηρισμός απόκτησε άλλο νοητικό συμβολισμό, που δεν είχε να κάνει με την βραδύτητα και την ολιγόνοια κάποιου ανθρώπου (αγρόν ηγόραζε,κοιμάται όρθιος,δεν καταλαβαίνει Χριστό).Χρησιμοποιόταν με την έννοια: τα βόδια μας αργά,δηλαδή ως μια γενικευμένη αναφορά.Αλλά και αυτό εξελίχθηκε,για να φτάσει στην τελική,σημερινή του κατάληξη.Αυτό το ζευγάρι ομοιοκατάληκτων μονοσύλλαβων λέξεων,με σχεδόν συνθηματική χροι-ά,έφτασε να δηλώνει το ακατανόητο,το ανισόρροπο,το χάι-χούι,το τάμπα-τού-μπα,τον παραλογισμό και άλλες συναφείς έννοιες,μετέωρες ανάμεσα στο λογι-κό και το παραδεκτό απ΄ την μία και το αφύσικο κι ανορθόδοξο απ΄ την άλλη. Έτσι λοιπόν,μια μικρή φράση που πήγασε από συγκεκριμένη οικονομική, εργασιακή συνθήκη κατέληξε μέσα απ΄ τις διαδρομές της στον χρόνο και το παιχνίδισμα με τις μεταφορικότητες να δηλώνει το αλλοπρόσαλλο,το ακαταλα-βίστικο,το τυχάρπαστο και το πέρα βρέχει.

Από το υπό έκδοση βιβλίο μου "Παροιμίες,κατάρες και λαϊκές φράσεις των αρβανιτοφώνων Ελλήνων"

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος


Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Λιόπεσι: τι σημαίνει το τοπωνύμιο

 
Με τις αρβανίτικες λέξεις,είναι αλήθεια,τις περισσότερες φορές γίνεται λάθος στην ετυμολόγησή τους.Αυτό συμβαίνει,όταν άσχετοι και γραφικοί τύποι,χωρίς κανένα επιστημονικό εκτόπισμα,κα-ταπιάνονται με ερμηνευτικές αιτιολογήσεις μπερδεύοντας τη γλωσσολογική διαδικασία με την παρεΐστικη ελαφρότητα.Το αποτέλεσμα είναι από κωμικό έως γελοίο.Απ΄ την άλλη,έχουμε δύο πλευρές της συστηματικής στρέβλωσης των αρβανίτικων: πρώτα τους γνωστούς εθνομηδενιστές, νεροκουβαλητές μιας πολιτικής ιδεοληψίας,που πασχίζουν να βρουν/κατασκευάσουν μειονότητες στη χώρα μας και δίπλα σ΄ αυτούς τους συστημικούς πανεπιστημιακούς,λάτρεις του ινδοευρωπα-ϊσμού και οποιασδήποτε έννοιας που ακυρώνει ή μηδενίζει ό,τι ελληνικό.Γι΄ αυτούς τα αρβανίτικα είναι εκδοχή του τόσκικου κλάδου των αλβανικών,πάει και τελείωσε.Δεν γνωρίζουν άραγε,ότι οι 55.000 λέξεις απ΄ τις συνολικά 65.000 λέξεις της σημερινής αλβανικής κατασκευάστηκαν/επινο-ήθηκαν μετά την,κατά υβριδικό τρόπο,κατασκευή του αλβανικού κράτους; Λογικά,θα πρέπει να το γνωρίζουν... Όπως και ότι οι πρώτες 10.000 λέξεις (βλέπε: Κων. Χριστοφορίδης,Λεξικόν Αλ-βανικής Γλώσσας 1904) δεν είναι παρά το τοπικό ιδίωμα των ακρινών Ελλήνων της Ηπείρου (τα αρβανίτικα) μαζί με ευάριθμα σλαβικά και τουρκικά δάνεια,καθώς και με τα όποια γλωσσικά σκιπετάρικα στοιχεία,γιατί προφανώς αυτός ο δυσκατάταχτος λαός κάποιο υποτυπώδη κώδικα συνεννόησης θα διέθετε πριν εγκατασταθεί στην Αδριατική ακτή και αρβανιτοφωνήσει.Το "στρα-βό κλήμα" ξεκινά κάπου στο 1980 στην έδρα Γλωσσολογίας του ΑΠΘ και τραβάει ως σήμερα (δεν θα ασχοληθούμε με ονόματα,αλλά πάρτε μια ιδέα εδώ),για να μην αναφερθούμε στον γνωστό Τίτο Γιοχάλα που έφτασε να βαφτίσει το “Λεξικόν της Ρωμαϊκής και Αρβανητηκής Απλής” του Μάρκου Μπότσαρη (χειρόγραφα του Μάρκου Μπότσαρη,τα οποία χάρισε ο Φρανσουά Πουκεβίλ στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων και φέρουν την ιδιόγραφη σημείωσή του “Ce lexique est ecrit de la main de Marc Botzari a Corfou 1809 devant moi. Pouqueville”.) σε "Αλβανοελληνικό Λεξικό"... Τι να πεις...

Ας έρθουμε στο Λιόπεσι (Παιανία) που ΄ναι και το θέμα μας. Εξήγηση του τοπωνυμίου είχα επιχειρήσει σε μια παρουσίαση σχετικού βιβλίου (δείτε την εδώ).Βρήκα όμως,την ακριβή σημασία του όρου μελετώντας τα "Ηπειρωτικά" (1819) του Αθανασίου Σταγειρίτη.Εκεί,στη σελίδα 32 (βλ. φωτογραφία),μεταφέρεται μια πληροφορία από τον Μελέτιο,ότι η χώρα της Ελλοπίας λεγόταν και Λοπεσία και οι Ελλοποί Λοπεσοί.Ο 
Μελέτιος (Μιχαήλ Μήτρος,1661-1714) γεννήθηκε στα Γιάννενα και σπούδασε φιλολογία,μαθηματικά,ρητορική και ιατρική στην Ιταλία.Επανερχόμενος στη γενέτειρά του δίδαξε στη λεγόμε-νη Σχολή του Επιφάνιου και κατά τη χειροτονία του ως ιερέας μετονομάστηκε Μελέτιος.Διορίστηκε Μητροπολίτης Αθηνών το 1703. Συνέγραψε ποικίλες πραγματείες,την σπουδαιότατη για την εποχή εκείνη τρίτομη "Εκκλησιαστική Ιστορία"  και το σημαντικό τετράτομο έργο "Γεωγραφία παλαιά και νέα" (Βενετία,1728),στην οποία εν πολλοίς στηρίχτηκε η Χάρτα του Ρήγα Φεραίου (1797).
Η Γεωγραφία είχε συνταχθεί πριν από το 1696 με πηγές ξένα βοηθήματα, αλλά και Έλληνες γεωγράφους,όπως ο Στράβων και ο Παυσανίας.Πρόκειται για ιστορική γεωγραφία στην οποία καταγράφονται και αναπαράγονται επιγραφές και λείψανα της αρχαιότητας.Η πρωτοβουλία του Με-λετίου είναι προδρομική για Έλληνες επιστήμονες και εκφράζει τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού.Σε αυτήν στηρίζεται ο Αθ. Σταγειρίτης μιλώντας για την Λοπεσία,αλλά δεν παραθέτει τόμο και σελίδα.Η Ελλοπία λοιπόν,η γη των (Σ)Ελλών,η χώρα της Δωδώνης εντοπίζεται αρκετά νότια,στον βορρά του σημερινού νομού Ιωαννίνων,πάντως έξω απ΄ την έκταση της Βόρειας Ηπείρου.Αυτό μας οδηγεί σε δύο ανα-γνώσεις της πληροφορίας του Μελετίου: 1.Ή μέσα στον χρόνο η επικράτεια της Ελλοπίας-Λοπεσίας είχε με-τακινηθεί προς τα πάνω,προς την Ιλλυρία ή (το πιθανότερο) 2. εξ αιτίας της σταδιακής σώρευσης πολλών εχ-θρικών στοιχείων στον ακρινό χώρο της ελληνικής Ηπείρου οι εκεί αρβανιτόφωνοι Έλληνες,οι Αρβανίτες,οι απόγονοι των αρχαίων Χαόνων,αναγκάστηκαν απ΄ τα πράγματα να υποχωρήσουν νότια,σε περισσότερο ασφαλές περιβάλλον.Αυτοί οι κυνηγημένοι αρβανιτόφωνοι που εγκαταστάθηκαν (προσωρινά,όπως φάνηκε) στην Λοπεσία,πρέπει να διέμειναν ικανό χρόνο εκεί,ίσως και αιώνες,με αποτέλεσμα όχι μόνο οι ίδιοι να αισθά-νονται εν τέλει Λοπεσοί,αλλά κι όταν επέλθει ο οριστικός ξεριζωμός τους κι εγκατασταθούν μόνιμα στη νέα πατρίδα τους,στα Μεσόγεια της Αττικής,να δώσουν σ΄ αυτήν τη νέα εστία τους το όνομα της ενδιάμεσης έδρας τους: Λ(ι)όπεσι, δηλαδή Λοπεσία - Ελλοπία! Αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας δε,ότι ανάλογες μετακινήσεις Ελλοπαίων στου καιρού τα γυρίσματα προς τον νότο (Θεσσαλία,Εύβοια και Βοιωτία.Οι Έλλοπες,διωγμένοι απ΄ τους Μολοσσούς,κατέφυγαν στην Θεσσαλική Εστιαιώτιδα κι από κει στην Β. Εύβοια.Αν και ο τόπος εγκατά-στασής τους δεν έχει εντοπιστεί αρχαιολογικά,το αρχαίο τοπωνύμιο Ιστιαία δίνει μιαν ένδειξη.Στη Βοιωτία μά-λιστα,εγκαταστάθηκαν κατά τη Βυζαντινή περίοδο ομάδες Αρβανιτών από την Ελλοπία στον Ελικώνα.Στο 1821 ξεσηκώθηκαν για την ελευθερία με αποτέλεσμα να υποστούν σφαγές.Ο ιερέας του χωριού,ο παπα-Αναστά-σης,εσφάγη σ΄ ένα πελώριο βράχο που ΄χε ζητήσει καταφύγιο.Ο βράχος αυτός ονομάζεται και σήμερα του παπ΄ Αναστάση και μάλλον σ΄ αυτό το γεγονός οφείλεται το προηγούμενο τούρκικο όνομα του χωριού: Κα-ραντάς=μαύρη πέτρα.Το 1916 το χωριό μετονομάστηκε σε Ελλοπία.Βρίσκεται 25 χλμ. από την Θήβα,σε υ-ψόμετρο 250 μέτρων,διαρρέεται από μικρό ποταμό και οι κάτοικοί του είναι περί τους εξακόσιους.) είναι μαρ-τυρημένες και βέβαιες,τότε έχουμε την πανηγυρική επιβεβαίωση αυτής της μετακίνησης αρβανιτοφώνων Ελλήνων! Μάλιστα,Λιοπεσαίοι Αρβανίτες δεν εγκαταστάθηκαν μόνο στα Μεσόγεια της Αττικής,αλλά και σε άλλους γνωστούς τόπους κατάληξης των εξ Ηπείρου αρβανιτοφώνων Ελλήνων.Έτσι,έχουμε: 
1. Λιόπεσι Αχαρνών (ή Τατοΐου) 
2. Λιόπεσι (Γονούσσας) Κορινθίας 
3. Λιόπεσι (Κρυόνερου) Ηλείας 
4. Λιόπεσι Καλαβρύτων 
5. Λιόπεσι Άνδρου  και 
6. Λιόπεσι,όρος στο Βόρειο - Ανατολικό τμήμα της Αττικής,που αποτελεί μια από τις βουνοκορφές του ορεινού όγκου από την Πάρνηθα μέχρι το ακρωτήριο του Καλάμου,με ύψος 726 μέτρα (περισ-σότερα δες εδώ).

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος


Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Γιάννης Βασ. Πέππας, Άρβανον (2022)

 

Στο τέλος του 2020 έβαλα μπρος να ολοκληρώσω ένα ημιτελές από πολλά χρόνια βι-βλίο μου λαογραφικού ενδιαφέροντος για τους Έλληνες Αρβανίτες.Στο υλικό αυτό πρόσθετα κατά καιρούς νέα στοιχεία και έχοντας συγκεντρωθεί πια ικανό φορτίο έ-κρινα ότι ήταν κατάλληλη επιτέλους η συγκεντρωτική επιμέλεια και έκδοσή του.
Θεώρησα σκόπιμο να προηγηθεί μία γενική,αλλά κατατοπιστική,εισαγωγή για τους Αρβανίτες.Πάνω στο θέμα χρονίζει τεράστια σύγχυση που μάλλον επιτείνεται από γραφικούς ανίδεους τύπους και από ορχηστρεμένες στοχευμένες ντόπιες και ξένες ανθελληνικές προπαγάνδες.Ότι τάχατες οι Αρβανίτες δεν είναι Έλληνες,μα εξελλη-νισμένο εθνοτικό σύνολο.
Στον φιλόδοξο (κι ανέφικτο,όπως αποδείχτηκε) σχεδιασμό μου σκόπευα να καλύψω την προχριστιανική ιστορική εποχή ως το 1821.Μετά ένα 10μηνο περίπου,κι ενώ εξε-λίσσονταν παράλληλες συγγραφικές δραστηριότητές μου,συνειδητοποίησα ότι ο ο-ραματισμός μου δεν είχε να κάνει με μία εισαγωγή,αλλά με κάτι ευρύτερο.Κατεύθυνα έτσι,την έρευνά μου σ΄ ένα περιορισμένο,στενό κι αφετηριακό τοπίο: το Άρβανον. Να καταδείξω τι σημαίνει το τοπωνύμιο,πώς προέκυψε και όσο πιο ασφαλώς γίνεται τι έκταση περιελάμβανε.
Αυτό είναι το κύριο και το βασικό μέρος τούτου του βιβλίου.Στο Άρβανον όμως,κατοι-κούσε λαός,οι εξ αυτού αποκληθέντες Αρβανίτες.Αφού πρόσθεσα,μετά την ολοκλη-ρωμένη ενότητα περί Αρβάνου,μια δημοσίευσή μου για το νησί του Άρβωνα (που κά-ποιοι εξακολουθούν να το μπερδεύουν με το Άρβανον),παραθέτω στη συνέχεια την επεξήγηση των ονομάτων Λιόσα, Σπάτα και Μπούα.Ονόματα τριών φυλάρχων (να τους πούμε κι έτσι),τριών ηγητόρων συμπαγών ομάδων Αρβανιτών με εσωτερικούς δεσμούς κοινωνικής άρμωσης που κατέβηκαν συντεταγμένα απ΄ τη Βόρεια Ήπειρο στην νότια Ελλάδα,όταν η ιστορική αναγκαιότητα το επέβαλε.
Μετά απ΄ αυτό,για μια καταληκτική σφαιρική πλήρωση του θέματος, παρουσιάζω μια σειρά λέξεων και φράσεων απ΄ τα αρβανίτικα,όπου και αποδεικνύω την ελληνικότητα με αρχαϊκές ρίζες αυτού του γλωσσικού μορφώματος της Ηπείρου.
Όλα αυτά τα στο τέλος προσαρτήματα αποτελούν αναρτήσεις στον προσωπικό ιστο-χώρο μου Εξ ακρινής Ηπείρου – Ελληνικά ενδιαφέροντα με επικέντρωση στην Ήπειρο και τους παλιούς αρβανιτόφωνους και μάλιστα της πρώτης περιόδου (2014-2016),όπου περίσσευε ο ενθουσιασμός για το νέο εγχείρημα.Προτίμησα να μην επέμβω στην αρχική μορφή των κειμένων (σήμερα θα τα οργάνωνα πιο απαιτητικά και με πιο συγκροτημένη τεκμηρίωση) γιατί αυτό θα σήμαινε δομική ανασύστασή τους,δηλαδή μεγάλη απώλεια χρόνου και ενέργειας.
Σε αυτές τις μικρές εργασίες της κατακλείδας συμπλέκονται όχι μόνο γλωσσολογικά στοιχεία,μα και ιστορικά,αλλά κυρίως λαογραφικά,ώστε αναδεικνύεται καθολικά πως η Αρβανιτιά αποτελούσε και παραμένει ζων και οργανικό τμήμα του Ελληνικού κό-σμου.

 Γιάννης Βασ. Πέππας 8.2.2022

Κάντε λήψη του βιβλίου πατώντας εδώ


Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

Το αλώνισμα στους Αρβανίτες του παλιού Ασπρόπυργου

 

Το αλώνισμα στους Αρβανίτες του παλιού Ασπρόπυργου

 


 ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

7. Το αλώνισμα.

 Από την αρχή του μεσοπολέμου μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες -μισό και πλέον αιώνα- το αλώνισμα στον Ασπρόπυργο γινόταν με αλωνιστικές μηχανές.Στην περίοδο αυτή η καλλιέργεια άρχιζε από τα ριζά των βουνών που περικλείουν τον κάμπο και έφτανε στη θάλασσα.Πριν το σαράντα υπήρχαν δύο αλωνιστικές,του συνεταιρισμού και η ιδιωτική του Καούτσκι.Μετά τον πόλεμο και η ιδιωτική του Καματερού.Σε άλλο κεφά-λαιο αυτής της μελέτης θα γραφούν λεπτομέρειες για τη μορφή και τη λειτουργία των αλωνιστικών μηχανών.
 Όλο τον χρόνο,όπως ήταν επόμενο,ήσαν σε στάθ­μευση σε ειδικά κτήρια,αλλά την ά-νοιξη άρχιζε η συ­ντήρηση και επισκευή που διαρκούσε μια και ο μηχα­νικός είχε κοντά του έναν το πολύ δύο βοηθούς.Έπρεπε να επισκευάσουν και να συντηρήσουν ό,τι χρει-αζόταν στο σύνολο των μερών που τις απαρτίζανε και που η κάθε μια αποτελούσε ο-λόκληρο συρμό.  
   Ο κάμπος είναι επίπεδος.Δεν υπήρχε καμιά δυ­σκολία να μετακινηθούν σε διάφορες τοποθεσίες.Ωστόσο οι μετακινήσεις δεν ήσαν αρκετές.Μια,δυο βία τρεις όλες κι όλες. Οι θέσεις δεν ήσαν πάντα σταθερές. Δεν ήταν απαραίτητο στις ίδιες τοποθεσίες να μετακινηθούν και την επόμενη χρονιά.Πάντως,κάποιες συνεννοήσεις θα έπρεπε να γίνονται ώστε να γνωρίζουν οι καλλιεργητές πού θα αλωνίσει η κάθε μηχανή και να τοποθετήσουν ανάλογα με την επιλογή τους την θημωνιά τους.
  Η έξοδος της μηχανής αποτελούσε γεγονός.Σήμερα ή την τάδε ημέρα ή τότε «βγαί-νει» η αλωνίστρα του Συλλόγου ή ανάλογα του «Γερμανού».Την αλωνιστική μηχανή έλεγαν αλωνίστρα.Ήταν ένα θέαμα κυρίως για τα παιδιά να βλέπουν αυτό τον συρμό να διασχίζει τους δρόμους του χωριού και να κατευθύνεται στον κά­μπο σφυρίζοντας κα-τά διαστήματα για να γίνει αντιληπτό το πέρασμά του.
Επέλεγαν ένα σημείο,ανάμεσα στις συγκεντρω­μένες θημωνιές των οποίων ο αριθ-μός ήταν αρκετά μεγάλος,ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντινή η απόσταση κατά τη μεταφορά των δεματιών από τη θημωνιά στην αλωνίστρα την ώρα του αλωνισμού.
Θα προσπαθήσω να αποδώσω,όσο μπορέσω,την εικόνα στον χώρο του αλωνισμού. Ο αναγνώστης ας φανταστεί για λίγο τον εαυτό του επισκέπτη.Θα δια­πίστωνε από κάποια απόσταση,καθώς θα κατευθυνόταν εκεί,ότι σ΄ ένα χώρο που τον περικλείανε θημωνιές ανέβαινε σύννεφο από μπουχό με σκόνη και με πολύ μικρά κομμάτια άχυρο και καθώς ανέβαινε διαφο­ροποιούσε σε διαύγεια την ατμόσφαιρα σε αρκετό ύψος. Πλησιάζοντας,δυνάμωνε η οχλοβοή και ο θό­ρυβος από τη λειτουργία της αλωνιστικής. Το πλήθος που βρισκόταν εκεί συμμετείχε με διαφορετικούς ρό­λους.Πρώτα οι εργάτες της αλωνίστρας.Ο μηχανικός στο πόστο του,την κυλινδρομηχανή.Τεράστια.Αυτή για την έλξη,τη μεταφορά του συρμού.Αυτή για τη μετάδοση της κίνησης.Χωρίς αυτήν η αλωνίστρα ήταν άχρηστη.Για να γίνει πιο αντιληπτή στον αναγνώστη,ήταν ίδια με εκείνες που χρησιμοποιόντουσαν για την επίστρωση δρόμων.Ίσως η ονομασία να είχε προέλθει από τους τρεις τεράστιους σιδερένιους κυλινδρικούς τροχούς.  
Η μπατόζα (το πιθανότερο να είναι ιταλική λέξη,πάντως στα γαλλικά μπατάζ είναι ο αλωνισμός) ήταν το πρώτο το μεγαλύτερο σε όγκο και ύψος μέρος της αλωνιστικής και το σημαντικότερο.Άλλοι ανεβασμένοι πάνω στη σκεπή της δεχόντουσαν τα δε-μάτια που τους πετούσαν οι άλλοι από κάτω και τα τοποθετούσαν εκεί που τα έπαιρνε μέσα η μπατόζα για τη συνέχεια.Κάτω άλλοι κουβαλούσαν κι άλλοι πετούσαν τα δε-μάτια στη σκεπή.Μπροστά από μία χοάνη έβγαινε το στάρι διαχωρισμένο από το πε-ρίβλημά του.Ήταν τοποθε­τημένο ένα ξύλινο αμπάρι,που συγκρατούσε ότι περίσσευε από το γέμισμα του πινακίου.Ήταν το πι­νάκιο σκεύος σχήματος κυλινδρικού.Η μια του επίπεδη επιφάνεια ανοιχτή με λαβή σε θέση διαμέτρου.Ο εργάτης που στεκόταν μπροστά άφηνε για λίγο να χυθεί από το γεμάτο πινάκιο στο αμπάρι και με ένα σανίδι σάρωνε την επιφάνεια,έτσι ώστε το πινάκιο να είναι πλήρες.Συνεχιζόταν η διαδικασία για συσκευασία και μεταφορά του σταριού,ενώ παράλληλα ο αριθμός των πινακίων μετρούσε και το μέγεθος του αλωνίσματος.Π.χ. ο τάδε έκανε 300 πινάκια,ο δείνα 420 κ.λπ.
Σε ελληνικό λεξικό δεν βρήκα λέξη πινάκι ως μο­νάδα μέτρησης.Όμως και στο σχή-μα και στο μέγεθος ταιριάζει το τούρκικο κοιλό που αντιστοιχεί σε 24 πε­ρίπου οκάδες. Αν δεν αντιστοιχούσε σ΄ αυτό,ήταν κάτι παρεμφερές.
Στην πίσω πλευρά της μπατόζας προσκολλημένο δεύτερο μέρος που συνέχιζε την επεξεργασία του ά­χυρου και αυτό ακολουθείτο από ένα τρίτο,όπου τε­λείωνε και η διαδικασία με το άχυρο.Συσκευασμένο σε μπάλες ραμμένες με σύρμα μεταφέρονταν και τοποθετούνταν σε ντάνες ξέχωρα για κάθε γεωργό.Ένας αριθμός εργατών συμμε-τείχε σε όλη αυτή τη δια­δικασία.
Αλλά δεν ήσαν μόνοι οι εργάτες της αλωνίστρας.Όταν αλώνιζε ο γεωργός,συνοδευ-όταν από ολόκληρη κουστωδία,την οικογένεια του σχεδόν όλη και τυχόν συγγενείς ή εργάτες.Να μεταφέρουν από τη θημωνιά κοντά στην αλωνίστρα δεμάτια,να συσκευά-ζουν για μεταφορά το αλώνισμα.Σούστες,άλογα,μεταφορές.Να φορτώσουν τις μπά-λες άχυρο για την αποθήκη.Και δεν ήταν μόνο όσοι αλώνιζαν τη συγκεκριμένη στιγμή.Ήσαν κι όσοι συνέχιζαν εργασίες που δεν είχαν ολοκληρωθεί και άλλοι προ-ετοιμάζονταν,γιατί θα ακο­λουθούσε η δική τους σειρά.Μετά την μεταφορά του στα-ριού στο σπίτι και πριν το τοποθετήσουν σε αμπάρια,έστρωναν στις αυλές στρωσίδια και το άπλωναν αφή­νοντάς το μια δυο μέρος στον ήλιο να στεγνώσει.


 Η περίοδος των αλωνιστικών μηχανών είναι ως προς τη χρονική της δι-άρκεια ασήμαντη,αν τη συγκρίνουμε με ό,τι προηγήθηκε και ίσχυσε σχε-δόν πανομοιόμορφα από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σε πολλές πε­ριοχές.Στον Ασπρόπυργο,σε αγροτόσπιτα που δεν τα έχουν υποκαταστή-σει ακόμα με νέες οικοδομές,θα υπάρχουν κάποια αγροτικά εργαλεία που θυμίζουν το παραδοσιακό αλώνισμα.Στη θέση Ομπόρες μέχρι πριν λίγα χρόνια,όσο οι διατεταγμένες μπουλντόζες δεν είχαν σαρώσει με σκοπό να τα εξαφανίσουν και τα τελευταία ίχνη αυτού του ιστορικού οικισμού,είχε διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση το αλώνι.Αλλά και διάφοροι χώροι κοι-νόχρηστοι στον κάμπο κι ακόμα στα τότε όρια του χωριού -με την αλλαγή χρήσης της γης δεν υπάρχουν- είχαν χρησιμοποιηθεί για το αλώνισμα.  
  Αν λάβουμε υπόψη τη σύσταση και το επίπεδο του εδάφους,δεν πρέπει να απαιτείτο ειδική φροντίδα για το φτιάξιμο του αλωνιού.Ο Δημήτρης Λουκόπουλος (δες Γεωργι-κά της Ρούμελης) διακρίνει τ΄ αλώνια σε χωματάλωνα που τα στρώνανε με λάσπη α-νακατεμένη με κοπριά βοδιού,γελαδοσβουνιά,ώστε καθώς αυτή θα είχε ξεραθεί,δεν θα επέτρεπε να βγαίνουν τα χώμα­τα με τις πατημασιές των αλόγων.Και σε πετράλω-να,που για να τα κάνουν επίπεδα οι μαστόροι έκτιζαν στο χαμηλότερο μέρος τοίχο,τη σφεντόνα,για να βαστάει τα χώματα και ολόγυρα στο αλώνι έφτιαναν τα χείλη με πλακωτές πέτρες που έμπηζαν τη μια κοντά στην άλλη.Ο Φαίδων Κουκουλές (Βυζα-ντινών βίος και πολιτισμός,Τόμος Ε,σελ. 263) γράφει για το αλώνι παραπέμποντας σε βυζαντινή βιβλιογραφία.Ότι κατασκευαζόταν σε τόπο υψηλό για να δέχεται τον άνε-μο,ήταν κυκλικό με φυτεμένες πλάκες στην περιφέρεια,το έδαφος ήταν στρωμένο με πλάκες ή ήταν χωμάτινο που το κατάβρεχαν και το πατούσαν με κύλινδρο για να μην υπάρχουν ρωγμές και παίρνουν τα μυρμήγκια τον καρπό.Ο Ησίοδος (Έργα και ημέ-ραι,στ. 598,599) γράφει στον αδελφό του Πέρση: Ευθύς μόλις πρωτοφανεί ο γίγαντας Ωρίωνας (εννοεί τον αστερισμό) τ΄ άγιο της Δήμητρας το στάρι να λιχνίζουνε,μέσα σ΄ ένα τόπο καλοπνεούμενο και πάνω σ΄ ένα αλώνι καλοϊσιασμένο.Στην Τήνο (Γ. Αμοι-ράλης,Αγροτικά έθιμα της Τηνου,Λαογραφία ΚΗ σ. 378) γράφει: Το αλώνι έχει σχήμα κύκλου,περίπου ένα μέτρο πιο βαθύ στη γη με κάθετες πλάκες στην περιφέρεια,τους «αζούρους» να κρατάνε το χώμα.Στο χωριό Πελεκάνο της επαρχίας Σιάτιστας τα αλώ-νια τα καθαρίζουν από τα αγριόχορτα και τα αλείφουν με σβουνιά για να μη βγαίνει το χώμα.Στη μέση στερεώνουν το «στέντζερο»,γύρω από το οποίο γυρίζουν τα βόδια ή τα άλογα.
  Βόδια,άλογα,μουλάρια ήσαν τα ζώα που χρησι­μοποιούσαν γενικά στο αλώνισμα.Τα ίδια ζώα και στην Αρχαία Ελλάδα,όπως αναφέρει ο Ξενοφών (Οικονο­μικός XVIII,5) και τονίζει ότι την όλη φροντίδα για το αλώνι και τα ζώα είχαν οι επαλωσταί.Επαλώστης,ο (επί+αλοάω),ο αλωνίζων,ο ελαύνων βους κατά το αλώνισμα.(Ι. Δρ. Σταματάκου: Λε-ξικόν αρχαίας ελ­ληνικής γλώσσης).
 Τη λέξη βαλμάς χρησιμοποιεί ο Ε. Μώρος,μετα­φραστής του «Οικονομικού» για να ερμηνεύσει τον επαλώστη.Ο Δ. Λουκόπουλος γράφει ότι οι Ρουμελιώ­τες αλωνίζουν μόνο με άλογα και στην ανάγκη με μου­λάρια ή γαϊδούρια.Τα άλογα του αλωνισμού τα τρέ­φουν κυρίως τσοπαναραίοι που τους λένε βαλμάδες.Πριν από τον αλωνισμό τα έ-χουν απολυμένα στα βοσκοτόπια και βόσκουν λεύτερα.Όταν φτάνει ο και­ρός τα πιά-νουν,τα καλιγώνουν και συνεταιρίζονται με άλλους βαλμάδες που τα άλογά τους,ται-ριάζουν.Κατά τον Ν. Π. Ανδριώτη βαλμάς -λέξη άγνωστου έτυμου- είναι ο βοσκός μεγάλων ζώων.Ο Δ. Δημητράτος ερμηνεύει τον βαλμά ως εκείνον που τρέφει άλογα ή μουλάρια για εμπορία ή μίσθωση.Οι λαογράφοι που ερευνούν τον υλικό βίο θεωρούν τον βαλμά εξει­δικευμένο να χρησιμοποιεί άλογα στον αλωνισμό.
  Στον Ασπρόπυργο δεν ήταν δυνατό να υπάρχουν βαλμάδες και να τρέφουν άλογα με σκοπό να τα χρη­σιμοποιήσουν στο αλώνισμα.Κι ούτε θα έπρεπε να τους ήταν γνωστή η λέξη και η ερμηνεία της.Το αλώ­νισμα περιλαμβανόταν στον κύκλο των γεωργικών εργασιών.Η γνώση και η εμπειρία περνούσε από τη μια γενιά στην άλλη και χρησι-μοποιούσαν στο αλώνισμα τα ζώα που είχαν και για τις άλλες αγροτικές δουλειές. Πολλές οικογένειες χρησιμοποιούσαν ιδιόκτητα κτήματα στα όρια του χωριού.Θέμα όμως προ­τεραιότητας δεν έπρεπε να υπήρχε ούτε στους κοι­νόχρηστους χώρους -δεν είναι γνωστές παρόμοιες διαφωνίες- γιατί,όπως γράφτηκε πάρα πάνω,το επίπεδο του εδάφους και η σύστασή του δεν απαιτούσαν ιδιαί­τερη φροντίδα για να δημιουργηθεί ένα αλώνι και κατά συνέπεια δεν δημιουργείτο στενότητα χώρου.
  Ο Λ. Λουκόπουλος γράφει ότι η σειρά εξασφαλι­ζόταν ανάλογα με το ποιος έμπηζε γρηγορότερα ένα χερόβολο στάρι στη κορφή του στρίγερου.Ήταν ο στύλος που έμπη-ζαν στο κέντρο του αλωνιού.Ο Λουκάτος το γράφει στοιχερό,στην Οφιονεία της Ναυπακτίας στρίαρο,στον Πελεκάνο της Σιάτιστας στέντζερο και στιγερό στην Τσα-κωνιά.Στην Οφιονεία της Ναυπα­κτίας,επειδή τα αλώνια είναι λίγα,και σ΄ αυτά πρέπει να αλωνίσουν όλοι οι γεωργοί,για να πάρουν σειρά την καπαρώνουν τοποθετώντας μεσ΄ στ΄ αλώνι όρθιο ένα δεμάτι.
Κατά την προετοιμασία του αλωνίσματος,μετά το σκούπισμα άπλωναν τα δεμάτια στο αλώνι -η εμπειρία ήταν κι εδώ απαραίτητη για το πώς θα τα απλώσουν- και φρόντιζαν,πριν να αρχίσουν,να προστατεύσουν τα ζώα ώστε να μη περνάει η άχνη από το άχυρο στα ρουθούνια.Πολύ παλιά τακτική.Οι Βυζαντινοί τα προστάτευαν δένοντας στο στόμα τους ένα καλάθι συνήθως φτιαγμένο από βούρλα,τον φιμό ή κημό.
Πώς γινόταν όμως το αλώνισμα; Ποια ήταν η διαδικασία; Δύο ήσαν βασικά οι τεχνι-κές.Η μια μόνο με τη χρήση των ζώων,η άλλη με τη χρήση της δοκάνης.Στην πρώτη διαδικασία περνούσαν μια θηλιά στο λαιμό κάθε ζώου και τις ένωναν μεταξύ τους.Μια ζυγή με δυο ή περισσότερα,διζευγία με τέσσερα ή περισσότερα σε δύο σειρές. Έδεναν μια τριχιά στη θηλιά του μέσα προς το κέντρο αλόγου και την άλλη στο στοιχερό.Τα ζώα άρχιζαν να περιστρέφονται,η τριχιά όλο και τυλιγόταν στο στοιχερό και τα άλογα σίμωναν όλο και περισσότερο προς το κέντρο κι όταν ήταν πια δύσκολο να γυρίζουν,τα σταματούσαν, άλλαζαν τη φορά τους προς την αντίθετη κατεύθυνση δένοντας την τριχιά στη θηλιά του ζώου που πριν ήταν στην έξω θέση και τώρα έ-παιρνε την εσωτερική.Έτσι τα στάχυα τσακίζονταν,ο καρπός βαρύτερος πήγαινε κάτω και από πάνω τα άχυρα.Κάποια στιγμή σταματούσαν τα ζώα να τα ξε­κουράσουν και με τα δικούλια αναποδογύριζαν το αλωνισμένο,αλλού το λένε λειώμα,αλλού μάλα-μα,ώστε τα στάχυα που θα είχαν μείνει κάτω ατσάκιστα να έρθουν στην επιφάνεια.Η διαδικασία συνεχιζόταν μέχρι που να διαπιστωνόταν ότι το αποτέλεσμα είχε επέλθει. Τότε το συγκέντρωναν σε ημικυκλικό σωρό,που σε ορισμένες περιοχές το ονομάζουν λαμνί (από το λάμνω που σημαίνει ελαύνω,θέτω σε κίνηση,οδηγώ).  
Από τις δοκάνες που υπάρχουν ακόμα σε ορισμένα αγροτόσπιτα στον Ασπρόπυργο βγαίνει το συμπέρασμα ότι ακολουθούσαν τη δεύτερη τεχνική.Αλλά και υπερήλικες που έχουν βιώματα από τα νεανικά τους χρόνια βεβαιώνουν ότι γνώρισαν το αλώνι-σμα με το ντουγένι.Η λέξη δοκάνη έχει πολλές σημασίες,μεταξύ των οποίων μία είναι και η ακόλουθη.«Αλωνιστική συσκευή εξ επιμήκους σανίδος μετά πυριτολίθων».Αυτό είναι και το ντουγένι.Μακρόστενη σανίδα που στη μια της πλευρά έχουν τοποθετηθεί πυριτόλιθοι που μοιάζουν με μαχαίρια.Αυτή η επιφάνεια πατάει πάνω στα δεμάτια.Η μια άκρη της σανίδας κόπτεται ελαφρά αντίθετα από την επιφάνεια των πυριτολί-θων.Εκεί είναι τοποθετημένος χαλκός για να προσδεθεί και να συρθεί από το ζώο.Κα-τά την ώρα του αλωνισμού ευέλικτος νέος πατούσε πάνω στο ντουγένι και πολλές φο-ρές ισορροπούσε κρατώντας την ουρά του αλόγου,όπως μου διηγήθηκαν.
Ο Φ. Κουκουλές αναφερόμενος στα κείμενα των βυζαντινών γράφει ότι εκτός από τα βόδια που πατού­σαν τα στάχυα υπήρχαν και όργανα για να τα θρύβουν (θρυμμα-τίζουν).Και είναι οι τρίβολοι,κοινώς η τυκάνη ή δουκάνη,η οποία ήταν σανίδα που είχε μήκος μέχρι δύο μέτρα και είχε από κάτω περασμένους σκληρούς και οξείς πυρόλι-θους,που κατέκοπταν τα άχυρα.
Ο Θ. Π. Κωστάκης (Γεωργικά της Τσακωνιάς,Λαογραφία,Τομ. ΛΑ΄, σελ. 14 επ.) την αναφέρει σβάρνα.Γράφει ότι δεν δένει ο γεωργός τη σβάρνα από την αρχή στα ζώα,αλ-λά τα γυρίζει χωρίς αυτήν για να κατακαθήσουν πρώτα τα δεμάτια κατευθύνοντας τα ζώα με το καπιστρόσκοινο.Όταν δένουν τη σβάρνα,βάζουν κάποτε πάνω ένα μικρό παιδί,όχι μεγαλύτερο,από φόβο να μη κοπούν τα λουριά.Κάθε τόσο σταμα­τούν τα ζώ-α,αναποδογυρίζουν τη σβάρνα και την καθαρίζουν από τα άχυρα που χώνονται ανά-μεσα στις σβαρνόπετρες και τα πριόνια και εμποδίζουν το κό­ψιμο.Άρα δοκάνη,ντουγέ-νι και σβάρνα της Τσακωνιάς,αν τυχόν κατασκευαστικά δεν είναι ακριβώς το ίδιο εργαλείο,εξυπηρετεί την ίδια τεχνική σχετικά με το αλώνισμα.
Οι εργασίες στη συνέχεια συμπίπτουν.Το γύρισμα του αλωνιού με τα δικράνια,το μάζεμα,το λίχνισμα,το δρεμόνισμα,η μεταφορά της σοδειάς.Ακόμα και τα εργαλεία του αλωνισμού είναι παρεμφερή.Σε πάπυρο του Φαγιούμ (100 μ.Χ.) ένας γεωργός ζητάει να του σταλούν δύο θρίνακες,δύο λικμητρίδες και ένα πτύον.Είναι εργαλεία που χρησιμοποιούνται στο λίχνισμα.Το δικούλι ή δικριάνι,το τριάχτυλο,το θρινάκι,ο για-μπάς,το καρπολόγι είναι είδη ξύλινου φτυαριού με δόντια κατασκευασμένα με τρόπο παρεμφερή και για την ίδια συγκεκριμένη χρήση.Στο λίχνισμα,ο λιχνιστής πρέπει να είναι έμπειρος ώστε να μην του ξεφύγει το στάρι και να ακολουθήσει το άχυρο.Επί-σης,έχει σημασία η ένταση του ανέμου,η θέση του λιχνιστή.Όταν το πολύ άχυρο έχει ξεχωρίσει από τον καρπό,χρησιμοποιείται το φτυάρι.Ο αέρας παίρνει το άχυρο που έχει ακόμα μείνει στο σιτάρι.  
Ο σωρός του σταριού,το λαμνί,θα περάσει από το δρεμόνι,μεγάλο κόσκινο με δερ-μάτινο πάτο και με­γάλες τρύπες.Το στάρι περνάει από τις τρύπες και το δρεμόνι συγκρατεί πέτρες,κότσαλα,άτριφτα στάχυα και άλλες ξένες ύλες.Ακολουθεί και δεύτε-ρο πέρασμα από συρμάτινο κόσκινο που συγκρατεί το στάρι και αφήνει να περάσει ο μπουχός,το χώμα το οποίο θα έ­χει τυχόν απομείνει.
    Σχετικά με τα αγροτικά εργαλεία ο Θανάσης Κιζλάρης (Αγροτικός βίος των Θρα-κών,Λαογραφία ΙΒ΄,σ. 407) εκτός από τα ήδη γνωστά μας πλέον όργανα ντουκάνη,δι-κιργιάνι,γιαμπά (για το λίχνισμα με 5-6 δόντια),καρπολόγι,δρεμόνι,κόσκινο προσθέτει ακόμα την τσουγγράνα που τραβάει τα κότσαλα στην άκρη,τον σύρτη,τα φρουκά-λια,σκούπα από χόρτο,κυρίως όμως το γιουβαρλάκι.
   Yuvarlak,λέξη τούρκικη,σημαίνει σφαιρικός.Είναι λέει πέτρα σφαιρική ή ξύλο,σέρνε-ται από μια ουρά αμαξιού με δύο τροχούς και αλωνίζει κριθάρια,βρώ­μες,σίκαλη α-φήνοντας την καλαμιά χονδρή,σάλμα,που μ΄ αυτή σκεπάζουν το άλλο άχυρο και τα μαντριά των προβάτων.
  Ρωτήθηκαν Ασπροπύργιοι μεγαλύτερης ηλικίας,που έζησαν περισσότερο την παρά-δοση,αν γνώριζαν έθιμα για το αλώνισμα και γενικά για τις γεωργικές εργασίες που να σχετίζονται με τη μαγεία.Αν πίστευαν στην αποτελεσματικότητά της,στην ενέργει-α υπερφυ­σικών δυνάμεων που δεν εξηγούνται με φυσικούς νό­μους,ότι θα μπορούσαν να πετύχουν το ποθούμενο με πράγματα,λόγους ή πράξεις που είχαν εξαιρετική δύ­ναμη ή ότι μπορούσαν να εξαναγκάσουν τον θεό με λό­γους ή πράξεις.Η απάντηση ήταν αρνητική.Υπήρχαν μαγικές ενέργειες που σχετίζονταν με τους κύριους σταθμούς της ανθρώπινης ζωής.Πίστευαν επίσης σε κατάδεσμους,καρφώματα,ξεματιάσματα, ξόρκια,φυλακτά,αλλά παρόμοια έθιμα που να σχετίζονται με αγροτικές εργασίες δεν προκύπτει να υπήρχαν.Πε­ριορίζονταν μόνο στην ευλογία της εκκλησίας.
 Ακολουθούν μερικά παραδείγματα,ενδεικτικά,εθίμων που σχετίζονται με το αλώ-νισμα και άλλες γε­ωργικές εργασίες.Στη Ρούμελη,ενώ λιχνίζει ο γεωργός όλη μέρα, μπήζει στο σωρό ένα μαχαίρι,για να σιδερώσει το σιτάρι,να πάρει του σίδερου τη στε-ριάδα.Στον Δρυμό της Μακεδονίας,πριν περάσουν το γέννημα από το δρεμόνι,τοπο-θετούν μια σιδερένια ζεύλα για να γίνει το στάρι γερό σαν το σίδερο,κλαδιά από πα-λιούρα (είδος θάμνου) που χρησιμεύουν να αποτρέ­ψουν τη βασκανία.Θεωρούν επίσης κακό ή αμαρτία να περάσουν πάνω από το μικρό σωρό σταριού που απομένει ενώ λιχνίζουν.Για να περάσουν απέναντι κάνουν κύκλο.Και στην Τσακωνιά πετούν,τελει-ώνοντας το αλώνι,ένα σιδερικό για να σιδερώσουν τον καρπό.Στην Εύβοια,στη Γούβα του δήμου Ιστιαίων,όταν έχουν τελειώσει το αλώνισμα και έχει σχηματιστεί το λαμνί,η οικοδέσποινα κρατώντας λαγήνι προσφέρει νερό στους αλωνιστές να πλυθούν.Και κά-θε ένας που πλένεται ραντίζει κυκλικά το γέννημα.Η συνήθεια να ραντίζει η σύζυγος τον γεωργό που επιστρέφει από τη σπορά είναι έθιμο που παρατηρείται στην Επίδαυ-ρο.    
Τα καταχύσματα απασχόλησαν τη λαογραφία.
Κατάχυσμα (από το καταχέω=ρίχνω σε κάποιον από πάνω).Το ρύζι,τα άνθη,τα ρο-δοπέταλα είναι καταχύσματα.Ξηροί καρποί,σύκα,καρύδια,αμύγδαλα που προσφέρο-νται ή με τα οποία τους ραντίζουν για να εκδηλώσουν ευχές για την ευπορία τους και τη γονιμότητα.Στην περίπτωση του γεωργού της Επιδαύρου έχουμε συμπαθητική μα-γεία,που αποβλέπει στην ευόδωση της σποράς,όπως αποβλέπουν τα καταχύσματα στη γονιμότητα του ανδρόγυνου στους γάμους,στον πολλαπλασιασμό των παιδιών στη γέννηση και βάπτιση. (Ν. Γ. Πολίτης,Λαογραφία,τόμ. Γ΄,σελ. 678).Η μαγεία διακρί-νεται σε άμεση,έμμεση (αναλογική ή συμπαθητική) και έντεχνη.Στη συμπαθητική, πιστεύεται,ότι η μαγική πράξη,αφού αποτελεί απομίμηση ποθούμενου,θα προκαλέσει κατ΄ αναλογία το ποθούμενο.Τα κατασχύματα αποτελούν την έκφραση γονιμότη-τας,άρα θα προκαλέσουν κατ΄ αναλογία γονιμότητα. (Γ. Α. Μέγα: Εισαγωγή στη Λαο-γραφία, 154).
Στην Κω έχει παραμείνει μια συνήθεια που πιστεύεται ότι την πρώτη αρχή έχει στον Τριπτόλεμο,τον οποίο η θεά Δήμητρα επέλεξε για να διδάξει στον κόσμο την καλλιέρ-γεια του σταριού.Όταν ο γεωργός τελειώσει το αλώνισμα και μαζέψει αλωνισμένο και καθαρισμένο τον καρπό,συνηθίζεται να κάνει με το φτυάρι ένα σταυρό και να τον χώ-νει στην κορφή του σωρού ευχόμενος κι από χρόνου καλύτερα ή χίλια μόδια.Ο Θεόκρι-τος (πιθανολογείται ότι γεννήθηκε το 305 π.Χ.) έγραψε πολλά είδη ποίησης μεταξύ των οποίων και ειδύλλια.Το ειδύλλιο -υποκοριστικό του είδους- είναι μικρό αφηγηματικό ποίημα με υπόθεση τις περισσότερες φορές αγροτοποιμενική.Το έβδομο από τα ειδύλ-λια του Θεόκριτου επιγράφεται Θαλύσια και η σκηνή του ειδυλλίου εκτυλίσσεται στην Κω.Τα Θαλύσια ήταν καθαυτό γιορτές του θερισμού προς τιμή της Δήμητρας,αλλά γιορτάζονταν στην Αθήνα και τα Θαργήλια τιμώντας την Άρτεμη και τον Απόλλω-να,γιορτές που προηγούντο του θερισμού.Η υπόθεση του ειδυλλίου Θαλύσια τελειώνει με το τραγούδι του Σιμιχίδου ως εξής (μεταφρασμένο).Είθε το φτυάρι μου ξανά να μπήξω στο σωρό του σιταριού της (εννοεί τη θεά Δήμητρα) πετώντας το απ΄ αλάργα,κι εκείνη να γελά,κρατώντας στάχυα κι ανεμώνες.
Θάργηλος ή θαλύσιος άρτος ήταν το πρώτο ψωμί από τη νέα σοδειά που προσφερό-ταν στον Απόλλωνα.Στα Λακκοβίκια της Μακεδονίας ζυμώνουν το πρώτο ψωμί από τη νέα σοδειά,πάνε στη βρύση και το βρέχουν κι ύστερα το μοιράζουν στους περαστι-κούς.Το φάγωμα του πρώτου ψωμιού συνδέεται με μαγικές τελετές σε πολλούς λα-ούς.Σε πολλά μέρη κρατούν το τελευταίο δεμάτι του θέρους και ζυμώνουν,από το στάρι του,ψωμί με διάφορα σχήματα και το τρώνε.
Πολλά άλλα έθιμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε που σχετίζονται με τη μαγεία και αποβλέπουν στο πο­θούμενο.

 Δημήτρης Ν. Καλλιέρης

 · Λαμπηδόνα, Περιοδική έκδοση ποικίλης ύλης Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ασπροπύργου,τεύχος 33, 4-6/ 2004, σ. 7-11.

Σχόλιο Γιάννη Βασ. Πέππα: Η εξαιρετική και πλήρης αναφορά του αείμνηστου Δη-μήτρη Ν. Καλλιέρη στο λαογραφικό παρελθόν (από το δίτομο βιβλίο του Το χωριό μου,που κάποια στιγμή θα δημοσιοποιήσω),αν και δεν απέχει αυτό πολύ απ΄ τις μέρες μας,αποτυπώνει τις βαθιές ρίζες του όχι μόνο στους κοντινούς περασμένους αιώνες,μα και στην αρχαιότητα,φωτίζοντας,έτσι,την αδιάλειπτη συνέχεια,την ομοιογένεια και την σφριγηλή διαχρονία του Ελληνικού κόσμου!