Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρβανον-Χαονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρβανον-Χαονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Οι Έλληνες Ηπειρώτες στη διαδρομή των χρόνων


 Οι Έλληνες Ηπειρώτες στη διαδρομή των χρόνων…

Διαχωριστικό όριο μεταξύ Ηπείρου και Αλβανίας, ιστορικά, αποτελεί ο Γενούσος (Σκούμπι) ποταμός. Η περιοχή από τον Γενούσο μέχρι τον Αμβρακικό Κόλπο συγκροτούσε την αδιάσπαστη ενότητα του Ηπειρωτικού χώρου.
Στη Βόρειο Αλβανία κατοικούσαν οι Γκέγκηδες και στην περιφέρεια της Ηπείρου οι Τόσκηδες.
Οι Τόσκηδες είναι αρχαίοι Ηπειρώτες, αυτό γίνεται φανερό από τη γλωσσική διάλεκτο των Τόσκηδων, η οποία διαφέρει κατά πολύ από τη διάλεκτο που μιλούν οι Γκέγκηδες.
Επί του Ιουστιανιανού (527-565) οι κάτοικοι που ζούσαν μέχρι το Δυρράχιο χαρακτηρίζονται ως «Έλληνες Ηπειρώτες». Με την πίεση που δέχτηκαν οι πληθυσμοί αυτοί μετά την τουρκική κατάκτηση από όσους είχαν εξισλαμισθεί, κινδύνευαν σοβαρά. Πολλοί εξ ανάγκης ασπάστηκαν τον μωαμεθανισμό και αργότερα εξαλβανίστηκαν.
Ανθρωπολογικές διακρίσεις των Αλβανών
Οι Αλβανοί διακρίνονται: α) στους Γκέγκηδες της Σκόδρας, της Αχρίδας και των Σκοπίων, β) στους Τόσκηδες του Βερατίου (Βελεγράδων), του Τεπελενίου και της Πρεμετής και γ) στους Λιάπηδες του Αργυροκάστρου
Από την άποψη του θρησκεύματος. Πέρα από τον Γενούσο ποταμό είχε επικρατήσει σε μεγάλο βαθμό ο καθολικισμός, ο οποίος διείσδυσε και σε βάρος των ορθοδόξων. Από τον 13ο και 14ο αιώνα, όταν άρχισε να παρακμάζει το Βυζάντιο, οι Αλβανοί της Κρόιας, του Δυρραχίου, της Μουζακιάς και του Αλεσίου, δέχονται επιδράσεις από τη Ρώμη. Ο παπισμός εδραιώθηκε στα Βόρεια του Γενούσου ποταμού κατά τη διάρκεια της σερβικής κυριαρχίας του Στέφανου Ντουσάν (1331-1355). Γύρω στο 1501 οριστικοποιήθηκε η θρησκευτική διαίρεση της Αλβανίας σε καθολικό Βορρά και ορθόδοξο Νότο (περιοχή κάτω από το Δυρράχιο).
Οι Τόσκηδες είναι ευκίνητοι, με κανονικό ανάστημα, βραχυκέφαλοι, με γαλανά μάτια και ελληνικά χαρακτηριστικά.
Οι Λιάπηδες των Ακροκεραυνίων είναι βραχύσωμοι, ληστές, πονηροί και πολύ ικανοί στον κλεφτοπόλεμο.
Παρατηρούμε ότι με το χρόνο διαμορφώθηκαν δύο ξεχωριστοί φυλετικοί τύποι:
Οι Γκέγκηδες πάνω από την κοιλάδα του Γενούσου ποταμού και οι Τόσκηδες του Νότου, με φανερή τη συγγενική σχέση με τους Έλληνες.
Επιφανείς Ευρωπαίοι επιστήμονες ταυτίζουν τους Τόσκηδες με τους Έλληνες. Ο ανθρωπολόγος J. Cville, ο γεωγράφος Stanford, ο Aifred Gilleton, ο Αυστριακός γεωγράφος και εθνολόγος A. Wald Kampt. Όλοι διακρίνουν τους Τόσκηδες από τους Γκέγκηδες και πιστοποιούν ότι η ζώνη κάτω από τον Γενούσο ποταμό είναι αμιγώς ελληνική. Οι Γκέγκηδες χαρακτηρίζονται ημιβάρβαροι, ενώ οι Τόσκηδες βρίσκονται σε ασύγκριτα ψηλότερη πολιτιστική βαθμίδα.
Ο Κων. Άμαντος, «Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος» (Αθήναι 1923) διερευνά τα διαφορετικά εθνολογικά χαρακτηριστικά των Γκέγκηδων και Τόσκηδων.
Ο G. Stadtmuller στη μελέτη του «Τα προβλήματα της ιστορικής διερευνήσεως της Ηπείρου» (Ηπειρ. Χρονικά 1934, τ. 9ος) και ο Ευάγγ. Μπόγκας «Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου» (Ιωάννινα 1964, τ. Α'-Β'), συμφωνούν ότι οι Βορειοηπειρώτες έχουν δικό τους γλωσσικό ιδίωμα αρχαιότερο από τα ιδιώματα της νοτιότερης Ηπείρου. Το ιδίωμα των περιοχών Αργυροκάστρου, Πωγωνίου, Δελβίνου, είναι απαλλαγμένο από ξενικές επιδράσεις.
Ο ερευνητής Αχιλλέας Λαζάρου «Ιλλυρολογία και Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός» (Αθήναι 1971) και εξέχοντες αρχαιολόγοι επιστήμονες (ο Vr. Georgiev, ο P. Levegue, o N. Hammond, o Δημ. Ευαγγελίδης, ο Φώτιος Πέτσιος, ο Σωτήρης Δάκαρης) δέχονται την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου μέχρι τον Γενούσο ποταμό. Όλες οι απόψεις των επιστημόνων συμπίπτουν, διαπιστώνοντας ότι οι Τόσκηδες προσδιορίζονταν γεωγραφικά κάτω από το φυσικό όριο του Γενούσου και ότι ακόμη τα φυλετικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες με τους Ηπειρώτες, ώστε να θεωρούν τους εαυτούς τους γνήσιους Έλληνες. Απόδειξη ότι και οι Τούρκοι τους έλεγαν «Ρωμιούς». Οι Τόσκηδες είχαν συνείδηση της κοινής φυλετικής καταγωγής τους προς τους Έλληνες, φαινόμενο που φαινόταν και από τους εξισλαμισμένους Αλβανούς, οι οποίοι περηφανεύονταν ότι είχαν προγόνους τους αρχαίους Έλληνες.
Ακόμη και μετά την αλβανική αφύπνιση και την εθνολογική διαφοροποίηση, που είχε αρχίσει νοτιότερα του Γενούσου, η αλβανική εθνότητα ήταν η τελευταία στα Βαλκάνια. Άρχισε στα τέλη του 19ου αιώνα να διαμορφώνει εθνική συνείδηση.
Εκτός από το βαθύ μίσος μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών στην Αλβανία, χάσμα υπήρξε και μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων. Μεγαλύτερο χάσμα προκάλεσε ο εξισλαμισμός μεγάλου ποσοστού, γεγονός που έφερε κοινωνική ανισότητα μεταξύ πιστών μουσουλμάνων και απίστων.
Οι καθολικοί Αλβανοί ήταν προσανατολισμένοι προς την Αυστρία, οι ορθόδοξοι προς την Ελλάδα και οι μουσουλμάνοι προς το κυρίαρχο οθωμανικό καθεστώς, αφού τα ανώτερα αξιώματα η Πύλη τα χορηγούσε σε μουσουλμάνους Αλβανούς.
Στο γεωγραφικό τμήμα από τον Άραχθο μέχρι τον Αώο ποταμό το ελληνικό στοιχείο υπερείχε πληθυσμιακά (συγκροτούσε τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού) σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Το σύνολο των ελληνόφωνων και αλβανόφωνων χριστιανών άρχιζε από το ακρωτήρι απέναντι από το νησί Σάσων, περιέκλειε τη Χιμάρα, κατευθυνόταν από το Αργυρόκαστρο προς το Λεσκοβίκι και κατέληγε στην Κορυτσά. Όλοι οι αρβανιτόφωνοι χριστιανικοί πληθυσμοί της Ηπείρου ήταν γνήσιοι Έλληνες. Οι χριστιανοί κάτοικοι των περιοχών αυτών, όπως αναφέρει ο Άγγλος Πρόξενος K. Green σε έκθεσή του το 1878, αυτοαποκαλούνταν Αρβανιτοέλληνες.
Παραμονές των Βαλκανικών πολέμων η πολιτική της Ελλάδος κινήθηκε μέσα σε ρεαλιστικά πλαίσια, περιορίζοντας τις ελληνικές διεκδικήσεις στις περιοχές με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Με τον όρο «Ήπειρος» εννοούσαν το γεωγραφικό τμήμα από τα Ακροκεραύνια, την Πίνδο, τον Αμβρακικό και το Ιόνιο Πέλαγος, δηλ. τα σαντζάκια Αργυροκάστρου, Ιωαννίνων, Πρεβέζης, Γουμενίτσα, του Καζά (Επαρχίας) Αυλώνας, από το σαντζάκι Βερατίου και τους Καζάδες Κορυτσάς και Κολιόνιας, καθώς και τμήμα του Καζά Σταρόβου (Πόγραδετς). Ο γεωγραφικός αυτός χώρος και ο πληθυσμός του αποτελούσε στη μεγαλύτερη πλειοψηφία του το μέρος του υπόδουλου ελληνισμού.
Ο Κων/νος Α. Βακαλόπουλος σε άρθρο του στον Οικονομικό Ταχυδρόμο (φ. 7-2232, 13-2-1997) δίνει μερικά πληθυσμιακά στατιστικά στοιχεία της εποχής.
Σύμφωνα με τουρκική στατιστική του 1908 στην αναφερόμενη γεωγραφική ζώνη υπήρχαν 326.778 χριστιανοί ορθόδοξοι, 174.602 μουσουλμάνοι, 7.064 Αθίγγανοι και 5.106 Εβραίοι.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί αυτής της γεωγραφικής ζώνης ήταν ελληνόφωνοι, αρβανιτόφωνοι και βλαχόφωνοι. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί, εκτός από ένα 5% αρβανιζόντων και ρουμανιζόντων, είχαν Ελληνική συνείδηση, υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και εκπαιδεύονταν σε ελληνικά σχολεία.
Πέρα από τις μαρτυρίες αρχαιολόγων, εθνολόγων, ιστορικών και άλλων ερευνητών επιστημόνων, τα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν την αδιάσπαστη ενότητα του Ηπειρωτικού Ελληνισμού. Οι συνεχείς αγώνες των Ηπειρωτών εναντίον του κατακτητή, στους οποίους πρωτοστατούσαν Χιμαριώτες και Σουλιώτες, φανερώνουν την προσφορά των Ηπειρωτών στο Έθνος.
Ανεκτίμητη ήταν η πολιτιστική παρουσία των Ηπειρωτών, κυρίως, κατά τους σκοτεινούς αιώνες της δουλείας. Η Μοσχόπολη και τα Γιάννενα ήταν για πολλούς αιώνες τα σημαντικότερα πολιτιστικά κέντρα των Βαλκανίων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Επομένως, αδιάσπαστη υπήρξε και η πολιτιστική συνοχή των Ηπειρωτών. Η πνευματική προσφορά των Ηπειρωτών στο έθνος υπήρξε ανυπολόγιστη.
Οι αγώνες του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού πηγάζουν από τα σπλάχνα τους. Αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται μέχρι σήμερα για κατοχύρωση των δικαιωμάτων σε όλα τα επίπεδα, πολιτικά, εκκλησιαστικά, εκπαιδευτικά, εθνικά.
Από Νίκος Υφαντής

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Η ιστορία της Βόρειας Ηπείρου την περίοδο 1913-1921

 


Η ιστορία της Βόρειας Ηπείρου την περίοδο 1913-1921 σημαδεύτηκε από την επιθυμία του τοπικού ελληνικού στοιχείου για ένωση με το Βασίλειο της Ελλάδας, καθώς και την αλυτρωτική επιθυμία της ελληνικής πολιτικής για προσάρτηση της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία τελικά επιδικάστηκε στο Πριγκιπάτο της Αλβανίας.
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, η Βόρεια Ήπειρος, η οποία φιλοξενούσε μια σημαντική μειονότητα Ορθοδόξων που μιλούσαν είτε ελληνικά είτε αλβανικά, βρέθηκε, ταυτόχρονα με τη Νότια Ήπειρο, υπό τον έλεγχο του ελληνικού στρατού, ο οποίος είχε προηγουμένως απωθήσει τις οθωμανικές δυνάμεις. Η Αθήνα επιθυμούσε την προσάρτηση αυτών των εδαφών. Όμως, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία ήταν αντίθετες σε αυτό το ενδεχόμενο, ενώ το Σύμφωνο της Φλωρεντίας του 1913 παραχωρούσε τη Βόρεια Ήπειρο στο νεοσυσταθέν Πριγκιπάτο της Αλβανίας, η πλειοψηφία των κατοίκων του οποίου ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Έτσι, ο ελληνικός στρατός αποχώρησε από την περιοχή, όμως οι Χριστιανοί Ηπειρώτες, αρνούμενοι τη διεθνή συγκυρία, αποφασίζουν, με την κρυφή στήριξη του ελληνικού κράτους, τη δημιουργία ενός αυτόνομου καθεστώτος, με έδρα το Αργυρόκαστρο (αλβανικά: Gjirokastër).

Για την συνέχεια πατήστε εδώ


Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Σάσων: το ελληνικό νησί που πέρασε στην αλβανία

 

Ένα σπουδαίας στρατηγικής σημασίας νησί που χάθηκε για την Ελλάδα – Ο Βενιζέλος το μετάνιωσε, αλλά ήταν αργά

   

Απομεινάρια εποχής Ψυχρού Πολέμου στο αλβανικό νησί...
Απομεινάρια εποχής Ψυχρού Πολέμου στο αλβανικό νησί...

Το μετάνιωσε, λένε, ο Βενιζέλος, αλλά ήταν αργά για να το πάρει η Ελλάδα πίσω! Το νησί Σάσων (Σαζάν σήμερα) ανήκει από το 1947 στην Αλβανία· βρίσκεται σε στρατηγικής σημασίας θέση ανάμεσα του στενού του Οτράντο και στον κόλπο του Αυλώνα και σηματοδοτεί τα σύνορα μεταξύ της Αδριατικής και του Ιονίου.

Το νησί Σάσων, (έκτασης 6.725,9 στρεμμάτων) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα, το 1864 (μετά την ενθρόνιση του βασιλιά Γεωργίου Α’ και με βάση το 2ο άρθρο της Συνθήκης του Λονδίνου της 17/29 Μαρτίου 1864) με τα υπόλοιπα Επτάνησα. Στις 21 Μαΐου του 1864, ο τελευταίος Άγγλος αρμοστής σερ Έρικ Στορκς, παρέδωσε τα νησιά του Ιονίου στον απεσταλμένο της ελληνικής κυβέρνησης, Θρασύβουλο Ζαΐμη. Και η ελληνική κυβέρνηση αγνόησε (;) το στρατηγικής σημασίας νησί και η κυριαρχία του πέρασε στους Οθωμανούς.

Έπειτα από τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, η Ελλάς διεκδίκησε επίσημα το νησί, ονομάζοντάς το με το αρχαίο όνομά του: Σάσων, και αποβίβασε λόχο στρατιωτών. Μετά το τέλος του Β' Βαλκανικού Πολέμου, το 1913, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία πίεσαν την Ελλάδα να εκκενώσει όλη τη Βόρεια Ήπειρο, συμπεριλαμβανομένου του νησιού και η Ελλάδα την εκκένωσε!

Το νησί Σάσων
Το νησί Σάσων

«...επίδεικνύουσα μετριοπάθεια»

Γράφει ο Σπύρος Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος» του: «Η ίδρυση της Αλβανίας ως ανεξάρτητου κράτους ήταν μια από τις συνέπειες των Βαλκανικών Πολέμων. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από την Ευρώπη δημιουργούσε κενό στην πλευρά των αδριατικών ακτών, το οποίο διεκδικούσαν να καλύψουν οι Αυστροουγγαρία και η Ιταλία. Συνδυασμός των αλληλοσυγκρουόμενων διαθέσεων των δύο αυτών Δυνάμεων ήτο η δημιουργία της ανεξάρτητου Αλβανίας. Την ανεξαρτησία της όμως, την έβλεπαν ως προσωρινή, διότι κατά βάθος κάθε μία από τις δύο δυνάμεις απέβλεπε να καταστήσει, εν καιρώ, την Αλβανία δορυφόρο ή και να την κατακτήσει. Το τελευταίο το είδαμε να επιτυγχάνεται επί των ημερών του Μουσολίνι παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη διάσκεψη της Φλωρεντίας (13 Φεβρουαρίου 1913) οι πρεσβευτές των εμπλεκομένων χωρών ασχολήθηκαν με τον καθορισμό των ορίων του νέου κράτους.

»Στο Πρωτόκολλο που υπογράφηκε συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στην Αλβανία ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος με το Αργυρόκαστρο, την Κορυτσά, και την νησίδα Σάσων. Έπρεπε λοιπόν να εκκενωθούν τα εδάφη αυτά, και εξευρέθει ως τρόπος πιέσεως κατά της Ελλάδας, το αντάλλαγμα των νησιών του Αρχιπελάγους. Η ελληνική κυβέρνηση επίδεικνύουσα μετριοπάθεια και αντιληφθείσα ότι, δεν ήταν δυνατόν υπό τις συνθήκες της εποχής να αγωνιστεί ταυτόχρονα δια τα δύο επίμαχα ζητήματα, αποφάσισε να αποδεχθεί την απόφαση των Δυνάμεων. Εν τούτοις η υπόθεσις της Βορείου Ηπείρου δεν επρόκειτο να τερματιστεί διότι οι Βορειοηπειρώτες διαφώνησαν και κήρυξαν αυτονομία και εγκατέστησαν προσωρινή κυβέρνηση στο Αργυρόκαστρο.

Ο Γουλιέλμος Βιντ, πρίγκιπας της Αλβανίας και η σύζυγός του.
Ο Γουλιέλμος Βιντ, πρίγκιπας της Αλβανίας και η σύζυγός του.
»Τη στρατιωτική άμυνα της Χιμάρας είχε κρατήσει ο συνταγματάρχης Σπυρομήλιος. Οι Αλβανοί επιχείρησαν να καταλάβουν τη Βόρεια Ήπειρο αλλά υπέστησαν δεινή ήττα και κατόπιν τούτου επικράτησαν οι μετριοπαθέστερες διαθέσεις του (νεοδιορισμένου) ηγεμόνος της Αλβανίας πρίγκιπα Γουλιέλμου Βιντ. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων που κατέληξαν στη συμφωνία της Κέρκυρας (17/05/1914) που με αυτήν η Ελλάδα παραχωρούσε τις επαρχίες Αργυρόκαστρου και Κορυτσάς, των οποίων, όμως, αναγνωριζόταν η ελληνικότητα, παρέχονταν προνόμια ευρύτατα, διοικητικά, εκκλησιαστικά, σχολικά και ελευθερία χρησιμοποίησης κατ’ αρέσκειαν γλωσσικού ιδιώματος».

Παραχώρηση ελληνικού εδάφους!

Η Ελλάδα παραχώρησε εθνικό έδαφος αμαχητί! Η κυβέρνηση του Βενιζέλου εισήγαγε στη Βουλή προς ψήφιση, στις 5 Μαΐου του 1914, νομοσχέδιο με το επίμαχο άρθρο να αναφέρει: «Eπιτρέπεται εις την Κυβέρνησιν η εις την αλβανικήν επικράτειαν παραχώρησις της νησίδος Σάσωνος, ανηκούσης του Ελληνικού Βασιλείου, δυνάμει του 2ου άρθρου της περί παραχωρήσεως των Ιονίων νήσων Συνθήκης του Λονδίνου της 17/29 Μαρτίου 1864»!

Και συνεχίζει ο Σπύρος Μαρκεζίνης: «Η ανάγκη της ισορροπήσεως των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων έγινε αφορμή παράτασης της εκκρεμότητας. Οι Άγγλοι αναγνώρισαν το δίκαιο των Ελλήνων, μη έχοντες άλλωστε οι ίδιοι ενδιαφέρον στη Βόρεια Ήπειρο. Χαρακτηριστικά, ο τότε μόνιμος υφυπουργός των Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας σερ Άρθουρ Νίκολσον σε επιστολή του προς τον υπουργό των Εξωτερικών σερ Τσαρλς Χάρντινγκ τόνιζε: «Είναι αλήθεια ότι συμφωνήσαμε για την ίδρυση αλβανικού κράτους, αλλά δεν φρονώ ότι αυτό το, κατά τινά τρόπο, τεχνητό δημιούργημα θα έχει μακρόν βίο. Η Αλβανία ουδέποτε υπήρξε έθνος και υπάρχουν πολλές διαιρέσεις και ανταγωνιστικά στοιχεία εκεί δια να δυνηθή τις να ελπίσει ότι θα είναι δυνατόν να ιδρυθεί ένα σταθερό κράτος».

Η σφαγή των ποιμένων

Και η Αλβανία ιδρύθηκε, έγεννήθη- έστω και με τεχνητή γονιμοποίηση- έθνος και η Ελλάς εγκατέλειψε την Βόρεια Ήπειρο.
Τον Ιούλιο του 1914, στο νησάκι Σάσσων, δεκαπέντε οικογένειες βλαχόφωνων Ελλήνων βοσκών, που είχαν παραμένει απροστάτευτοι, μετά την αποχώρηση των ελλήνων στρατιωτών, σφαγιάστηκαν από άτακτους Αλβανούς. Στο βιβλίο του «Βόρειος Ήπειρος η συνεχιζόμενη Εθνική Τραγωδία», ο συγγραφέας Βασίλης Γεωργίου γράφει χαρακτηριστικά: ««Οι δυστυχείς αυτοί ομόφυλοί μας, στις 16 Ιουλίου 1914 δολοφονήθηκαν άγρια από άτακτα στίφη αλβανικά, που αποβιβάστηκαν για να εγκαθιδρύσουν στο νησί την “αλβανική διοίκηση”».

Η γεωγραφική θέση του νησιού.
Η γεωγραφική θέση του νησιού.

Από σημαία σε σημαία...

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1919, η Αλβανία παραχώρησε το νησί Σάσων στην Ιταλία, η οποία εγκατέστησε εκεί ναυτική βάση το 1939. Η αλβανική κυριαρχία στη Σάσωνα αποκαταστάθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1947 και από το 1951 ως το 1961 αποτελούσε προκεχωρημένη ναυτική βάση τής Σοβιετικής Ένωσης στη Μεσόγειο, έπειτα από συμφωνία της κυβέρνησης Χότζα με τους Σοβιετικούς. Από το 1998, η Ιταλία φέρεται να έχει αποκτήσει δικαιώματα χρήσης στη Σάσωνα, με καταβολή υψηλού χρηματικού ποσού στην Αλβανία, ενώ το νησί αποτελούσε τόπο εκπαίδευσης ανδρών των ειδικών δυνάμεων της Βρετανίας και άλλων χωρών μελών του ΝΑΤΟ.
Λέγεται ότι ο Βενιζέλος κατάλαβε το «λάθος» της εκχώρησης της μείζονος σημασίας περιοχής και ζήτησε να επιστραφεί στην Ελλάδα η Βόρεια Ήπειρος και το νησί Σάσσων, αλλά ήταν πλέον αργά.

Το νησί είναι πλέον ακατοίκητο, αλλά υπάρχει μια μικρή ιταλοαλβανική ναυτική βάση, που χρησιμοποιείται (όπως λέγεται) κυρίως για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου μεταξύ της νότιας Ιταλίας και της Αλβανίας.
Το 2010, η γύρω θαλάσσια περιοχή της Σάσωνος ανακηρύχθηκαν Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο από την αλβανική κυβέρνηση.

Τουριστικό θέρετρο...
Τουριστικό θέρετρο...

Τουριστικό αξιοθέατο...

Από το 2015 το νησί Σάσων (Ζαζάν) είναι προσβάσιμο για τουρίστες, που ακούνε από ξεναγούς για θρύλους που το περιβάλλουν και για μάχες που δόθηκαν για την κατάκτησή του (!)… Το νησί είναι γεμάτο αποθήκες και σήραγγες σχεδιασμένες να αντέχουν σε πυρηνική επίθεση. Τα ερειπωμένα κτίρια του νησιού έχουν παραδοθεί στην βουλιμία του χρόνου· σκουριάζουν κρεβάτια, μαγειρικά σκεύη, παγκάκια και καρέκλες, ενώ σε κάποια σημεία ξεπετάγονται ιταλικά πλακίδια δαπέδου ιδιαίτερης καλαισθησίας. Στο νησί Σάσων υπάρχει επίσης η βίλα του υπουργού Άμυνας Μπεκίρ Μπαλούκου που εκτελέστηκε από τον δικτάτορα Εμβέρ Χότζα ως υπονινητής πραξικοπήματος το 1975.
Οι αποθήκες πυρομαχικών και καυσίμων λεηλατήθηκαν το 1997, όταν η κατάρρευση των πυραμιδικών επενδυτικών συστημάτων που χρεοκόπησαν τον φτωχότερο πληθυσμό της Ευρώπης, προκάλεσε έντονες ταραχές στην Αλβανία.

Και το μικρό νησάκι Σάσων, τώρα πια Σαζάν, διηγείται την ιστορία του στους περιηγητές με τις ετοιμόρροπες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, τα πολυβολεία, τις σήραγγες και την αφελή (;) εγκατάλειψη από την ελληνική κυβέρνηση στα χρόνια της παλιγγενεσίας...

Πηγή: ΕΘΝΟΣ 17.6.2024


Δείτε ένα σχετικό βίντεο: 





Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Η συνθήκη (ειρήνη) της Φοινίκης, 205 π.Χ.


 Η ΣΥΝΘΗΚΗ Ή Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΦΟΙΝΙΚΗΣ

Dr.Ing. Αθανάσιος Νάτσης
Αναπληρωτής Καθηγητής Γ.Π.Α.
Η πρώτη επαφή σε διπλωματικό επίπεδο των Ρωμαίων με τους Μακεδόνες, τους Ηπειρώτες και άλλους Έλληνες, που ήταν και η τελευταία στην οποία κάθισαν στο ίδιο τραπέζι οι Ρωμαίοι με τους Έλληνες, σαν ισότιμοι συζητητές, ήταν η συνθήκη της Φοινίκης. Την επαφή την επέλεξαν και την πέτυχαν οι Ηπειρώτες και κατέληξε σε συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη αυτή, γνωστή στους αρχαίους συγγραφείς σαν «ειρήνη της Φοινίκης», παίρνοντας έτσι το όνομα της πρωτεύουσας της Ομοσπονδίας του «Κοινού των Ηπειρωτών», στην οποία υπογράφηκε, το 205 π.χ., έβαλε τυπικά τέρμα στο λεγόμενο πρώτο Μακεδονικό πόλεμο έχοντας επιβάλει μια θνησιγενή ειρήνη, μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων, με τη ρύθμιση κάποιων ασήμαντων ανακατατάξεων σε περιοχές της Ηπείρου και της Ιλλυρίας.
Έτσι το 205 π.χ., μάλλον προς το τέλος του, οι δύο αρχηγοί των αντίπαλων στρατών κατέφθασαν στη Φοινίκη. Εκεί προηγήθηκαν της διάσκεψης χωριστές επαφές των Ηπειρωτών στρατηγών της χρονιάς εκείνης, που ήταν και οι αρχιτέκτονες της συνάντησης δηλαδή των αρχηγών Αέροπου, Δέρδα και Φίλιππου, με τους «υψηλούς» καλεσμένους τους. Για πρώτη και τελευταία φορά από ότι ξέρουμε, μας παραδίδονται τα ονόματα και των τριών «στρατηγών», δηλαδή της ανώτατης συλλογικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του «Κοινού των Ηπειρωτών». Στη διάσκεψη παρευρέθησαν, όπως μας πληροφορεί ο Τίτος Λίβιος, αντιπρόσωποι των Ηπειρωτών, που ήταν και οι οικοδεσπότες, επίσης ο Αμύνανδρος, βασιλιάς των Αθαμάνων, ενός μικρού ανεξάρτητου ηπειρωτικού φύλου, και αντιπρόσωποι των Ακαρνάνων. Όλοι αυτοί οι «ξένοι» που συμμετείχαν χαρακτηρίσθηκαν ως «παρατηρητές» ή απλούστερα, σαν μάρτυρες αυτών που επρόκειτο να συμφωνηθούν ή έστω να συζητηθούν .
Πρόεδρος της διάσκεψης ήταν ο Ηπειρώτης στρατηγός Φίλιππος, που πάντα κατά τον Τίτο Λίβιο, ζήτησε από τον συνώνυμο του βασιλιά της Μακεδονίας και το Ρωμαίο στρατηγό να «βάλουν τέρμα στον πόλεμο, (προς) χάρη των …Ηπειρωτών »
Η συνθήκη της Φοινίκης θεωρήθηκε ως το «τέλος» ενός απλού επεισοδίου (όπως χαρακτηρίσθηκε ο Μακεδονικός πόλεμος), του Β’ Καρχηδονιακού πολέμου.
Έτσι, η συνθήκη δεν έτυχε της προσοχής των ιστορικών, παλιών και νέων, ενώ η Ιστορία την προσπέρασε με αδιαφορία.
Η μελέτη, όμως, της συνθήκης, των περιστατικών που τη συνόδεψαν, του πολιτικού κλίματος της εποχής και της ιστορίας των επόμενων και τελευταίων σαράντα χρονών της ελευθερίας των Ηπειρωτών, μας έπεισε, ότι στη Φοινίκη δεν έληξε απλά κάποιος πόλεμος, που είχε εκφυλισθεί από μόνος του, αλλά οι Έλληνες εκεί άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου, που ανέτρεψαν πολύ εύκολα το οικοδόμημα της ελευθερίας στην Ελλάδα, μια που τα θεμέλια του τα είχαν υποσκάψει, ασυνείδητα αλλά με υπομονή και μεθοδικότητα, οι ίδιοι οι Έλληνες.
Πιστεύουμε πως πρόκειται για μια από τις σοβαρότερες πράξεις διεθνούς δικαίου που υπέγραψαν ποτέ οι Έλληνες, και μάλιστα με αχαραχτήριστη ελαφρότητα. Υποθήκευσαν την ελευθερία τους στους Ρωμαίους και τους έδωσαν τη νομική βάση για τις μελλοντικές στρατιωτικές τους επεμβάσεις στον Ελλαδικό χώρο. Το πότε και το πώς, αφήνονταν στη διακριτική ευχέρεια των Ρωμαίων. Με την συνθήκη της Φοινίκης, στους Ρωμαίους αναγνωρίσθηκαν σφαίρες επιρροής, που περιλαμβάνουν περιοχές καθαρά Ελληνικές του τριγώνου μεταξύ των Τζουμέρκων της Ηπείρου, της Μεσσηνίας και της Τροίας. Η συνθήκη είχε και άλλες προεκτάσεις οι οποίες απετέλεσαν τη «νομική κάλυψη» για την καταστροφή της Ηπείρου μια γενιά αργότερα. Το περίεργο της ιστορίας είναι, ότι οι ιστορικοί της αρχαιότητας, ακόμα και ο Πολύβιος, εξακολούθησαν να θεωρούν, ακόμα και μετά την καταστροφή της Ηπείρου, ότι οι Ρωμαίοι, όταν ενεργούσαν το μεγάλο και πρωτοφανή εξανδραποδισμό, τιμωρούσαν τους παραβάτες της «συμμαχίας» των Ηπειρωτών με τους Ρωμαίους. (Πόσο επίκαιρο είναι το φαινόμενο αυτό στις ημέρες μας από τις μεγάλες δυνάμεις.)
Τέλος, μια άλλη αφανής συνέπεια της συνθήκης είναι, ότι στη Φοινίκη χάθηκε και η τελευταία ευκαιρία να ενωθούν οι Έλληνες απέναντι στον ισότιμο, ακόμα τότε, γείτονα από τη Δύση. Μετά από αυτήν ήταν πρακτικά και νομικά αδύνατη η ένωση των Ελλήνων χωρίς τη συγκατάθεση των Ρωμαίων ή χωρίς την ένοπλη σύγκρουση μαζί τους. Αυτό και μόνο είναι αρκετό να χαρακτηρίσει τη συνθήκη σαν ορόσημο σοβαρό στην Ελληνική Ιστορία.
Το κείμενο της συνθήκης της Φοινίκης δεν διασώθηκε. Ο Τίτος Λίβιος, μοναδική πηγή μας για το περιστατικό, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη της συνθήκης κατανοείται από πολλές πλευρές, δεν ακολούθησε τη συνήθεια του να αναφέρει τους όρους των συνθηκών με τις οποίες τελείωναν οι πόλεμοι της ιστορίας του, είτε ατόφιους είτε περιληπτικά. Εδώ αναφέρει μόνο λίγες φράσεις, και αυτές όχι σαν κείμενο συνθήκης, αλλά σαν ρωμαϊκές προτάσεις για συζήτηση, που διατυπώθηκαν από τον Ρωμαίο αρχιστράτηγο στον αντίπαλο του και οι οποίες, αφού έγιναν δεκτές, απετέλεσαν το περιεχόμενο της συνθήκης.
Ο Τίτος Λίβιος (ΧΧΙΧ,7,13), λοιπόν γράφει: «P. Sempronios conditiones pacis dixit, ut Parthini et Dimallum, et Bargullum et Eugenium Romanorum essent, Atintania, si missis Romam legatis ab Senatu impetrasset, ut Macedoniae accederet».
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Π. Σεμπρώνιος προτείνει σαν όρους της ειρήνης «… να παραμένουν (στην κυριολεξία, «να είναι») στα χέρια των Ρωμαίων η περιοχή των Παρθίνων, η Διμάλη, το Bargullum και το Ευγένιον». Ο Ρωμαίος εξακολουθούσε να επιμένει για την Ατιντανία «ας έστελνε ο Φίλιππος αντιπροσώπους στη Ρώμη, για να ζητήσει να παραχωρηθεί από την Σύγκλητο στη Μακεδονία». Δηλαδή εκείνο «που έπαιρνε» ο βασιλιάς εξαρτιόνταν στην κυριολεξία από τη Συγκλητική έγκριση. Στην επιφύλαξη αυτή του ανθύπατου, συναντάμε κάτι που δεν το βρίσκουμε πουθενά γραμμένο, αλλά που διαχέεται μέσα από όλη την ρωμαϊκή παράδοση: Να μη παραχωρείται ούτε μια σπιθαμή γης στον αντίπαλο χωρίς την έγκριση της Συγκλήτου ή αργότερα του Αυτοκράτορα. Για να γίνει αντιληπτή η ρωμαϊκή πρόταση, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στις περιοχές που αναφέρονται σε αυτή.
Η περιοχή των Παρθίνων, ήταν Ιλλυρικό φύλο, βρίσκονταν στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία. Τα ερείπια της Διμάλης, που τελευταία προσδιορίσθηκε με βεβαιότητα από τους Αλβανούς αρχαιολόγους, στα βορειοδυτικά του Βερατιού (της αρχαίας ελληνικής Αντιπάτρειας) και στη νότια πλευρά της μεγάλης καμπής (τόξου) του Άψου ποταμού, σημαδεύουν μια θέση με μεγάλη στρατηγική σημασία.
Το Bergullum και το Ευγένιον (Eugenion) μας είναι άγνωστα.
Η Ατιντανία, που θα την «έδιναν» οι Ρωμαίοι στο βασιλιά της Μακεδονίας, ήταν μια σχετικά μεγάλη εδαφική έκταση που απλωνόταν περίπου από την σημερινή γραμμή των ελληνο-αλβανικών συνόρων, στην περιοχή της Πωγωνιανής, μέχρι την συμβολή των ποταμών Αώου και Δρίνου κοντά στο Τεπελένι. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να δεχθούμε πως στον Φίλιππο δεν αφήνονταν διέξοδο στη θάλασσα, τουλάχιστον μεταξύ των δύο ποταμών Άψου και Αώου.
Το μόνο σημείο διεξόδου του βασιλιά προς την Αδριατική, από Μακεδονία δια μέσου της Ιλλυρίας, φαίνεται πως ήταν η Λισσός, το Λες της βόρειας Αλβανίας, η κατοχή της οποίας δεν συζητήθηκε στη Φοινίκη και της οποίας κάτοχος εμφανίζεται και μεταγενέστερα ο βασιλιάς. (Ο DE SANCTIS, “ Storia dei Romani” Vol.III. p.498, Milano 1917, σελ. 436, εκφράζει την άποψη, ότι ο Φίλιππος, κρατώντας την Ατιντανία, εξασφάλιζε τις διαβάσεις («ι passi») από τη Μακεδονία στην κεντρική Ιλλυρία, και από εκεί στην κτήση του στη Λισσό. Από την αξιολόγηση των λύσεων που προτάθηκαν από τον ανθύπατο και που τελικά απετέλεσαν το περιεχόμενο της συνθήκης, ας δούμε την εικόνα της περιοχής, όπως είχε διαμορφωθεί από τη στρατιωτική κατάσταση πριν από την διακοπή των εχθροπραξιών.
Οι Ρωμαίοι είχαν στα χέρια τους, από παλιότερα, την Κέρκυρα, το Δυρράχιο (Επίδαμνο) και την Απολλωνία, την περιοχή του Ωρικού, των Παρθίνων και της Διμάλης, χωρίς να λογαριάσουμε τα άγνωστα Βαργύλιο και Ευγένιο. Βλέπουμε τους Ρωμαίους να εξουσιάζουν την σημερινή κεντρική Αλβανία και ένα μέρος της νότιας, μέχρι το Τεπελένι, και φυσικά τις βορειότερες περιοχές. Ο Φίλιππος διατήρησε το διάδρομο του, στενών οπωσδήποτε, ανάμεσα στα ποτάμια Άψο και Αώο, στερημένος όμως από το στρατηγικό σημείο στήριξής του, τη Διμάλη που βρισκόταν στα χέρια των Ρωμαίων.
Από τη μελέτη της ιστορίας της Ηπείρου προκύπτει, ότι η συνθήκη της Φοινίκης, εκτός από τις γνωστές τρεις διαστάσεις που αναφέρθηκαν, τη μεθοριακή, που στέκονταν στον αέρα, την de jure αναγνώριση των ρωμαϊκών βάσεων στον ηπειρωτικό βορρά και στις ελληνικές αποικίες της Αδριατικής, και τις σφαίρες επιρροής στον ελλαδικό χώρο, που διατηρήθηκαν και μεταβλήθηκαν σε δορυφορικές, είχε και μια άλλη, τετάρτη διάσταση. Η διάσταση αυτή δεν προκύπτει από το κείμενο της συνθήκης, γίνεται όμως ολοφάνερη από τις ύστερα από πολλά χρόνια εφαρμογές της, και πέρασε εντελώς απαρατήρητη από την ιστοριογραφία. Η τέταρτη αυτή διάσταση ήταν η της μελλοντικής φιλίας και συμμαχίας, που οι συνέπειες αυτής της συμμαχίας υπήρξαν για την Ήπειρο συγκλονιστικές και το παράδοξο, σε εποχές που η συνθήκη της Φοινίκης, δεν αποτελούσε πια ούτε ανάμνηση. Η ύπαρξη αυτών των αρχών της φιλίας και της συμμαχίας προς τους Ρωμαίους, αποτελούσε, όπως αποδείχθηκε ύστερα από τριάντα χρόνια, κοινό μυστικό στην Ήπειρο.
Αθανάσιος Νάτσης, Η αρχαία Φοινίκη, σσ. 37- 41, Εκδόσεις Ελίκρανον 2017
Φωτογραφία: Άποψη της Φοινίκης σήμερα

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Γιάννης Βασ. Πέππας, Άρβανον (2022)

 

Στο τέλος του 2020 έβαλα μπρος να ολοκληρώσω ένα ημιτελές από πολλά χρόνια βι-βλίο μου λαογραφικού ενδιαφέροντος για τους Έλληνες Αρβανίτες.Στο υλικό αυτό πρόσθετα κατά καιρούς νέα στοιχεία και έχοντας συγκεντρωθεί πια ικανό φορτίο έ-κρινα ότι ήταν κατάλληλη επιτέλους η συγκεντρωτική επιμέλεια και έκδοσή του.
Θεώρησα σκόπιμο να προηγηθεί μία γενική,αλλά κατατοπιστική,εισαγωγή για τους Αρβανίτες.Πάνω στο θέμα χρονίζει τεράστια σύγχυση που μάλλον επιτείνεται από γραφικούς ανίδεους τύπους και από ορχηστρεμένες στοχευμένες ντόπιες και ξένες ανθελληνικές προπαγάνδες.Ότι τάχατες οι Αρβανίτες δεν είναι Έλληνες,μα εξελλη-νισμένο εθνοτικό σύνολο.
Στον φιλόδοξο (κι ανέφικτο,όπως αποδείχτηκε) σχεδιασμό μου σκόπευα να καλύψω την προχριστιανική ιστορική εποχή ως το 1821.Μετά ένα 10μηνο περίπου,κι ενώ εξε-λίσσονταν παράλληλες συγγραφικές δραστηριότητές μου,συνειδητοποίησα ότι ο ο-ραματισμός μου δεν είχε να κάνει με μία εισαγωγή,αλλά με κάτι ευρύτερο.Κατεύθυνα έτσι,την έρευνά μου σ΄ ένα περιορισμένο,στενό κι αφετηριακό τοπίο: το Άρβανον. Να καταδείξω τι σημαίνει το τοπωνύμιο,πώς προέκυψε και όσο πιο ασφαλώς γίνεται τι έκταση περιελάμβανε.
Αυτό είναι το κύριο και το βασικό μέρος τούτου του βιβλίου.Στο Άρβανον όμως,κατοι-κούσε λαός,οι εξ αυτού αποκληθέντες Αρβανίτες.Αφού πρόσθεσα,μετά την ολοκλη-ρωμένη ενότητα περί Αρβάνου,μια δημοσίευσή μου για το νησί του Άρβωνα (που κά-ποιοι εξακολουθούν να το μπερδεύουν με το Άρβανον),παραθέτω στη συνέχεια την επεξήγηση των ονομάτων Λιόσα, Σπάτα και Μπούα.Ονόματα τριών φυλάρχων (να τους πούμε κι έτσι),τριών ηγητόρων συμπαγών ομάδων Αρβανιτών με εσωτερικούς δεσμούς κοινωνικής άρμωσης που κατέβηκαν συντεταγμένα απ΄ τη Βόρεια Ήπειρο στην νότια Ελλάδα,όταν η ιστορική αναγκαιότητα το επέβαλε.
Μετά απ΄ αυτό,για μια καταληκτική σφαιρική πλήρωση του θέματος, παρουσιάζω μια σειρά λέξεων και φράσεων απ΄ τα αρβανίτικα,όπου και αποδεικνύω την ελληνικότητα με αρχαϊκές ρίζες αυτού του γλωσσικού μορφώματος της Ηπείρου.
Όλα αυτά τα στο τέλος προσαρτήματα αποτελούν αναρτήσεις στον προσωπικό ιστο-χώρο μου Εξ ακρινής Ηπείρου – Ελληνικά ενδιαφέροντα με επικέντρωση στην Ήπειρο και τους παλιούς αρβανιτόφωνους και μάλιστα της πρώτης περιόδου (2014-2016),όπου περίσσευε ο ενθουσιασμός για το νέο εγχείρημα.Προτίμησα να μην επέμβω στην αρχική μορφή των κειμένων (σήμερα θα τα οργάνωνα πιο απαιτητικά και με πιο συγκροτημένη τεκμηρίωση) γιατί αυτό θα σήμαινε δομική ανασύστασή τους,δηλαδή μεγάλη απώλεια χρόνου και ενέργειας.
Σε αυτές τις μικρές εργασίες της κατακλείδας συμπλέκονται όχι μόνο γλωσσολογικά στοιχεία,μα και ιστορικά,αλλά κυρίως λαογραφικά,ώστε αναδεικνύεται καθολικά πως η Αρβανιτιά αποτελούσε και παραμένει ζων και οργανικό τμήμα του Ελληνικού κό-σμου.

 Γιάννης Βασ. Πέππας 8.2.2022

Κάντε λήψη του βιβλίου πατώντας εδώ


Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Ιλλυρία και Αλβανοί: Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στη Βόρεια Ήπειρο

Για την τεκμηρίωση της από παλιά παρουσίας τους στην περιοχή που σήμερα κατοικούν οι Αλβα-νοί υποστηρίζουν ότι είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Ας δούμε όμως,με ατράνταχτα επιστημονικά στοι-χεία,την ιστορία της Ιλλυρίας και την πραγματικό-τητα για την ιλλυρική γλώσσα,της οποίας ΚΑΝΕ-ΝΑ δείγμα κειμένου δεν έχει έρθει στο φως μέχρι σήμερα. Διαβάστε περισσότερα εδώ

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Αρβανίτες: Η αλήθεια για την καταγωγή τους


ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ
Πολλά κατά καιρούς είναι τα όσα ακούγονται σχετικά με την καταγωγή των Αρβανιτών. Οι γεί-τονες από την Αλβανία και κάποιοι ψευτοκουλτουριάρηδες τους θέλουν Αλβανούς. Η ανθελλη-νική προπαγάνδα ως γνωστόν ανθεί στις μέρες μας, όμως μια σύντομη ματιά στη ιστορία θα μας βοηθήσει να ξεδιαλύνουμε το τοπίο.
Οι Αρβανίτες είναι απόγονοι μεταναστών από τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο, οι οποίοι εγκατα-στάθηκαν σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και σε νησιά του Αργοσαρωνι-κού από τα τέλη του 13ου αιώνα έως τον 15ο αιώνα, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών Αυτο-κρατόρων και Δεσποτών (Δυναστεία Παλαιολόγων), καθώς και των Καταλανών και των Βενε-τών που κατά διαστήματα κυριαρχούσαν σε αυτές τις περιοχές.
Φυλετικά και γλωσσικά συγγενεύουν με τους Τόσκηδες, Ελληνικά φύλα της Ηπείρου, οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε Αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την Αλβα-νική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την Ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανί-τικη διάλεκτο. Χαρακτηριστική είναι η έντονη διαφοροποίηση τους με τους Γκέγκηδες, τη φυλή της Βόρειας Αλβανίας, τόσο γλωσσικά όσο και πολιτισμικά, ενώ πρέπει να τονιστεί ότι στο λεξι-λόγιο τους δεν συμπεριλαμβάνεται οι όροι «Σκιπτάρ» και «Σκιπερία», εθνικές ονομασίες των Αλβανών και της Αλβανίας αντίστοιχα.
Οι Αρβανίτες παράλληλα θεωρούνται ως οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού και όχι άδικα α-φού, με το αρχαίο Ελληνικό αυτό φύλο παρουσιάζονται πολλές ομοιότητες στην κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα.
Πρωτοαναφέρονται στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, "Αλεξιάδα" Το βιβλίο ασχολείται με τις τα-ραχές στην περιοχή του Αρβάνου (απ' όπου και πήραν το όνομά τους) τις οποίες προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (1081 -1118). Στην «Ιστορία» (1079 -1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλιάτης ή-ταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς, φυλή προερχόμενη από τον Καύκασο, ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.
Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, Αλβανοί μισθοφό-ροι πολεμούσαν με το μέρος του εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η Αλβανική αριστοκρατία μόνο πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους.
Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχη-γοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες και το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν στη γη αποστε-ρούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους πωλούμενοι ως σκλάβοι.
Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να α-ποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των εδαφών από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι. Πέρα όμως από τις μεταβολές αυτές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον η οθωμανική εισβολή.
Οι πηγές αναφέρουν ότι η δια θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν ανα-φορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι Αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ.
Από τότε οι Αρβανίτες παρουσιάζονται ως γνήσιοι νομάδες, και τους συναντούμε από τη Θεσ-σαλία ως την Αττική και από την Ακαρνανία ως τα νότια της Πελοποννήσου, φέρνοντας μαζί τους και τα προτερήματα τους ως γεωργοί, ενώ χρησιμοποιήθηκαν τόσο από το Δεσποτάτο του Μυστρά όσο και από τους Βενετούς ως μισθοφόροι στρατιώτες.
Να σημειωθεί ότι οι Αρβανίτικοι πληθυσμοί ήταν και παρέμειναν πιστοί στην Ελληνική Ορθο-δοξία, αντίθετα με τους Αλβανούς που ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα.
Οι Αρβανίτες έπαιξαν κυρίαρχο και ουσιαστικό ρόλο τόσο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επα-νάστασης του 1821 όσο και στη διαμόρφωση του Ελληνικού κράτους στη συνέχεια.
Οι Σουλιώτες οι οποίοι αποτελούσαν ένα τμήμα των Αρβανιτών, το 1821 συμμάχησαν με τον πα-λιό τους εχθρό τον Αλή Πασά στον πόλεμο που έκανε ο τελευταίος κατά του Σουλτάνου ώστε έτσι να ενισχύσουν έμμεσα την Ελληνική Επανάσταση. Όταν όμως αντιπροσωπεία Αλβανών Μουσουλμάνων, με τους οποίους συμπολεμούσαν, επέστρεψε από το Μεσολόγγι και αφού είχαν δει εκεί την κατάσταση που επικρατούσε, έλυσαν τη συμμαχία με τους Σουλιώτες λέγοντας τους «Μα εσείς πολεμάτε για την πίστη σας και την πατρίδα σας!»
Ο Μάρκος Μπότσαρης, στην μνήμη του οποίου ασεβούν πολλοί, όταν πρωτοπάτησε στα Επτά-νησα είπε την περίφημη φράση: «0 Έλλην δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος εκεί όπου κυματίζει η Βρετανική σημαία».
Φυσικά και όλοι οι Αρβανίτες αγωνιστές του 1821. όπως ο Ανδρούτσος, ο Κριεζιώτης, η Μπουμπουλίνα και τόσοι άλλοι δεν πολέμησαν για καμία άλλη πατρίδα παρά μόνο για την Ελλάδα.
Κείμενο της Ιοκάστης Κλαίρης Μάμαλη στην,ανενεργό πλέον,fbική ομάδα "Αρβανίτες" στις 23 Μαΐου 2014.
 Σχόλια Γιάννη Βασ. Πέππα: 1. Το όνομα Τόσκηδες δεν προκύπτει από πουθενά ότι δηλώνει φυλετική υποομάδα.Λογικά,η Τοσκαρία αποτελούσε γεωγραφική περιοχή της Ηπείρου,όπου ανέπτυξαν επίδραση,επιβολή και κυριαρχία Λατίνοι απ΄ την Τοσκάνη ή οι ντό-πιοι πληθυσμοί απέκτησαν δραστική συσχέτιση με τους Ιταλιώτες Τοσκάνους.Σίγουρα,πλήθος πηγών και καταγραφές περιηγητών ως τους Βαλκανικούς πολέμους μας πιστοποιούν ότι αυτοί οι όποιοι Τόσκηδες διέθεταν εν πολλοίς ελληνική εθνική συνείδηση και κουλτούρα.Όμως,η πραγματικότητα και η ζωή απέδειξαν ότι μέσα τους δεν πύρωνε ελληνική ψυχή. 2. Δεν υφί-σταται Αλβανική γλώσσα.Οι Τουρκαλβανοί-Σκιπτάρ αρβανιτοφώνησαν.Τα αρβανίτικα δεν εί-ναι παρά η (αρχαιότατη) Ηπειρώτικη εκδοχή της ελληνικής γλώσσας.Το θέμα αναλύεται σε άλλα σημεία τούτου του ιστοχώρου.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Αχ. Γ. Λαζάρου, Αλβανοί, Αρβανίτες-Βορειοηπειρώτες 1992 pdf


Άλλη μια σημαντική τεκμηριωμένη μελέτη του έγκριτου Βαλκανιο-λόγου Αχιλλέα Γ. Λαζάρου με ικανοποίηση παρουσιάζουμε.Απ΄ όλα τα ενδιαφέροντα του βιβλίου θα σταθώ στο ξεσκέπασμα της καλά οργανωμένης,και τόσο ύπουλης και κίβδηλης,προσπάθειας να παρουσιαστούν οι σκιπτάρ/τουρκαλβανοί της νότιας Ιταλίας ως τάχατες Αρβανίτες,εμετική επιχείρηση που συνεχίζεται ως τις μέρες μας από διάφορους κωμικούς τύπους της πυρκαγιάς.

Κάντε λήψη του βιβλίου πατώντας εδώ.

Γιάννης Βασ. Πέππας 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Aλβανός αρχαιολόγος παραδέχεται την ελληνικότητα της Αλβανίας!


Aλβανός αρχαιολόγος παραδέχεται την ελληνικότητα της Αλβανίας!
 Από τα σωθικά της,η Ελληνική γη συνεχίζει να τους  διαψεύδει με τα ίδια τα ευρήματά τους.
Καταρρέει το Αλβανικό όνειρο της Ιλλυροπελασγορωμαϊκής ιστορίας. Ας το πει κάποιος στο δίδυμο Γκιτσάλι-Σπαχίου... αλλά με τρόπο!

Ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της Ευρώ-πης, που μίλησε πριν μερικές ημέρες στα Γιάννινα, ο Αλ-βανός Νεριτάν Τσέκα,παραδέχεται... την ελληνική προ-έλευση των αρχαιολογικών ευρημάτων στην Αλβανία! Ο σπουδαίος αρχαιολόγος παρουσίασε το ανασκαφικό έργο στην περιοχή της Χαονίας, το οποίο εξελισσόταν παράλλη-λα με τις ανασκαφές που έκανε ο Σωτήρης Δάκαρης στην Ήπειρο. Οι Χάονες θεωρούνται σαν το αρχαιότερο από τα δεκατέσσερα ηπειρωτικά φύλα. Λαός ιδιαίτερα σκληρός και μαχητικός, διακρινόταν για το σύστημα αυτοδιοίκησης που βασιζόταν όχι στη βασιλεία μα στο αιρετό χαρακτήρα της. Οι Χάονες κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν σε όλη την Ήπειρο, η οποία τα πανάρχαια χρόνια ονο-μαζόταν και Χαονία. Στη συνέχεια, γνώρισαν την παρακμή για να περιοριστούν στα φυσικά όρια της προέλευσής τους.Τον 5ο π.Χ. αιώνα Χάονες μετοίκησαν στην Καλαβρία και τη Σικελία, όπου πο-λύ αργότερα τους συναντάμε με την ονομασία Χώνες.
Η αρχαία Χαονία εκτεινόταν από τις βόρειες όχθες του ποταμού Καλαμά (Θύαμι) μέχρι τα ενδότερα της σημερινής Βορείου Ηπείρου, τα Ακροκεραύνια Όρη. Σημαντικότερες πόλεις της ήταν η Φοινίκη, ο Ογχησμός (σήμερα Αγ.Σαράντα), η Χίμαιρα (σήμερα Χειμάρρα) και η Πολιανή (σήμερα Πολύτσανη). Η περιοχή αυτή, σε μεγάλο βαθμό, συμπίπτει με το χώρο επιβίωσης του ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΥΦΩ-ΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ.

Πηγή:  Himara.gr      Σάββατο 12 Μαΐου 2012, 15:15  

https://www.himara.gr/659-alvanos-paradexetai-tin-ellinikotita-tis-alvanias?fbclid=IwAR3mZhmIsGff1sLZozeb8N9yqWd7LwfR6keNcUc1W4SoymcPdcGVdc3anFc

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Οι τύμβοι Πωγωνίου Μερόπης στην Ήπειρο

Τύμβος Α. Κυάθιο από τον τάφο 17, τέλος 11ου-αρχές 10ου αι. π.Χ.
Πρόκειται για δημοσίευμα του επιμελητή αρχαιοτήτων Ηλία Ανδρέου στο περιοδικό ΑΡΧΑΙΟ-ΛΟΓΙΑ,τ. 3,Μάιος 1982,σσ. 54-60.Παρουσιάζονται αναλυτικά και με ευκρινή θέση στον χάρτη τύμβοι της Ηπείρου από τον 11ο π.Χ. αι.
Αδίστακτα ο συντάκτης θεωρεί τους τύμβους μη Ελληνικούς.Όχι μόνο τους συγκεκριμένους,αλλά γενικά την τυμβοειδή κατασκευή.Δεν έχει καμία αναστολή όμως,να αποδώσει την επινόηση του τύμβου σε βόρειους λαούς και στον αυθαίρετης σύλληψης πολιτισμό Kurgan.
Βέβαια,ο ίδιος γράφει (σσ.55-56): Οι τύμβοι δεν είναι άγνωστοι στον ελληνικό χώρο (για πλήρη κατάλο-γο των τύμβων της Ελλάδος με όλη τη σχετική βιβλιογραφία βλ. Μιχ. Σακελ­λαρίου Les Protogrecs, Εκδοτ. Αθη­νών 1980, σ. 91-99). Έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές και χρονολογούνται στην ύστερη Πρωτοελλαδική, την Μεσοελλαδική και την Υστεροελλα­δική εποχή (στην Ελλάδα οι παληό­τεροι τύμβοι πού γνωρίζουμε είναι οι 33 τύμβοι τού Στενού Λευκάδος, του τέλους Π.Ε - αρχών Μ.Ε εποχής, βλ. W. Dorpfeld, AΙt Ithaka, 1927 σ. 206). Νεώτερους ακόμα που χρονολογούν­ται από τον 10ο μέχρι και τον 4ο π.Χ. αι., βρίσκουμε στο πιο εκτε-ταμένο νεκροταφείο τύμβων, αυτό της Βερ­γίνας6.
Στο μικρό κείμενό του ο Η.Α. καταφέρνει να εκτεθεί πολλές φορές με τις αντικρουόμενες θέσεις του.Μόλις στην εισαγωγή (σελ. 54),δήλωνε: Η μελλοντική έρευνα θα δείξει αν το νεκροταφείο των τύμβων της Μερόπης και ο οικισμός στον οποίο ανήκει έχουν σχέση με την πρώτη εγκατάσταση Ελληνικών φύλων στην Ήπειρο, δηλ. των Θεσπρωτών ή συνδέονται με τις νεότερες μετακινήσεις των βορειοδυτικών φύλων στους μετα­βατικούς χρόνους από την εποχή του χαλκού στους πρώιμους Ιστορικούς χρόνους,όταν στην Ήπειρο εγκαταστάθηκαν οι Μολοσσοί.
Ας συγκεφαλαιώσουμε: έχουμε
1.αρχαιολογικά ευρήματα στην Ήπειρο και
2.αξιολόγηση/αποτίμησή τους.
Όλο το ζουμί βρίσκεται στο δεύτερο σκέλος.Εκεί,είναι συγκινητική πράγματι η αγωνιώδης προσπά-θεια του συντάκτη να αφελληνιστούν τα ευρήματα.Επιστρατεύονται Kurgan,Ιλλυριοί,αυθαίρετες θε-ωρήσεις,αντιεπιστημονισμός κι αγκυλωμένη ιδεοληψία για να μην ειπωθεί (ούτε σαν ενδεχόμενο δεν τίθεται...) ότι πρόκειται για δημιουργίες  Ε λ λ ή ν ω ν.
Όλη αυτή η διαβρωτική καθηλωμένη αντίληψη λέει μεγαλόπρεπα ναι στις κατασκευές του Ινδοευ-ρωπαϊσμού,του Οριενταλισμού,του Φοινικισμού για να αντιταχθεί ιδεολογικά και άσκοπα στον Ελ-ληνισμό και τα παράγωγά του.Πρόκειται για απόλυτες πολιτικές διεργασίες και μεθοδεύσεις,μη γε-λιέστε.
Η λ. τύμβος απαντάται και στον Όμηρο: τω κεν οι τύμβον εποίησαν Παναχαιοί, Οδ. Α 239  τύμβον χεύαι, Οδ. Δ 584,αλλά και Μ 14, Ω 80. Στην Ιλιάδα: Β 604 & 793 κ.λπ. Έτσι,έχουμε ως δεδομένη την αρχαιότητα της κατασκευής και του όρου (1).
Προέρχεται απ΄ το ρήμα τύφω (=εγείρω καπνό,καπνίζω,καίω,καίομαι υπό βραδέος πυρός κ.λπ.).Η ρίζα είναι ΤΥΦ- ή ΘΥΦ < ΘΥ- (=θύω).Η ερμηνεία έχει να κάνει με την καύση των νεκρών και την παραγωγή καπνού εξ αυτής.Ως τύμβος δεν νοούνταν μόνο το σημείο καύσης του νεκρού,αλλά κυ-ρίως η μορφή του χώρου αυτού μετά την τελετή,όπου τα υπολείμματα της καύσης σχημάτιζαν μια προεξοχή (βουναλάκι).
Υπάρχει όμως,άλλη μία σοβαρή ετυμολογική εκδοχή: εκ της λ. τύλη (θηλ.) ή τύλος (αρσ.) που δη-λώνουν σάγμα,προσκέφαλο,ύβο,το κεφάλι των καρφιών και γενικώς εξόγκωμα,ό,τι προεξέχει.Το ρήμα ήταν τυλόω,η ρίζα ΤΥ- ,απ΄ όπου και το τυλίσσω.Πράγματι,αν τυλίγεις κάποιο υλικό (κλω-στή,νήμα,πανί κ.ά.) γύρω από έναν άξονα,προκύπτει ένα τόπι,ένα κουβάρι,μια μακρόστενη ή σφαιροειδής συγκέντρωση του υλικού,ανάλογα με τον τρόπο που το τυλίγουμε.
Απ΄ αυτές τις αρχικές έννοιες/λέξεις προκύπτει ένα ευρύτατο πλήθος παράγωγων λέξεων που α-ποδεικνύει πρώτα το γενεσιουργό Ελληνικό νοείν και ακολούθως την σημασιολογική συμπλοκή του Ελληνικού σκέπτεσθαι (2).
Ως τρίτο δεδομένο θα προσθέσουμε την προαναφερθείσα εξάπλωση των αρχαιοελληνικών τύμβων σχεδόν σε κάθε περιοχή του ελληνικού κόσμου (3).
Με βάση τα (1), (2), (3) απορεί κανείς με την εμμονική ρηχότητα να αναζητάται προέλευση (και) του τύμβου από δω κι από κει.Θα έλεγε κανείς,για τους Έλληνες γράφοντες,ότι καταδιώκονται από μιαν ιδιότυπη εθνοφοβία...
Σημειώστε,τέλος,ότι οι συγγραφείς που αναφέρονται στο δημοσίευμα θεωρούν τους Αρβανίτες ως αλβανογενείς (σύμπτωση,λες;).Τα συμπεράσματα για τους σκεπτόμενους...

Κάντε λήψη: 
Οι τύμβοι Πωγωνίου Μερόπης στην Ήπειρο

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος