Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσάμηδες Ανθέλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσάμηδες Ανθέλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

Σπυρίδων Παπαδήμας, Το Ζήτημα των Τσάμηδων: Ιστορική και Νομική προσέγγιση

Ένα άλλο αξιόλογο έργο για το θέμα

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Αθαν. Γκότοβου "Τσαμουριά" (φωτογραφία) διαβάζουμε: Όλη η περίοδος από το 1941 μέχρι το καλοκαίρι του 1944 ήταν για τη Θεσπρωτία ένα "ξήλωμα" του Ρωμαίικου. Η ελληνική (κατοχική) διοίκηση στο νομό παρέλυσε. Στη θέση της λειτουργούσε μια άτυπη μεν, αλλά ουσιαστική αλβανική διοίκηση με πολιτικά, αστυνομικά και στρατιωτικά όργανα. Η διοίκηση αυτή είχε εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό στίγμα και λειτούργησε όχι απλώς εξ αντικειμένου, αλλά προγραμματικά στο πλευρό των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων. Στο ενερ-γητικό της εγγράφεται η εκδίωξη μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού από την περιοχή μέσω της συστηματικής άσκησης ένοπλης βίας.
Όπως, όμως, συνέβη με όλες τις μειονότητες που πόνταραν στο χαρτί του Άξονα για την πραγ-μάτωση των πολιτικών τους σχεδιασμών, η αντίστροφη μέτρηση άρχισε από τη στιγμή που κατέρρευσε το πολιτικο-στρατιωτικό πλαίσιο από το οποίο αυτές αντλούσαν την ισχύ τους. Ωστόσο, για την περίπτωση των Μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: δεν είναι ο κόκκινος στρατός που ξηλώνει τη φιλοναζιστική διοίκηση, αλλά οι δυνάμεις του Ζέρβα ως τμήμα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων. Η ιδιαιτερότητα αυτή θα έχει συνέπειες, λόγω του ελληνικού εμφυλίου. Η δράση του Ζέρβα, συμπεριλαμβανομένης της δράσης εναντίον των ένοπλων Τσάμηδων, έπρεπε στην αφήγηση της Αριστεράς να χαρακτηριστεί με παρόμοιο πολιτικό πρόσημο.
Το κόμμα των Τσάμηδων στη γειτονική Αλβανία επαναλαμβάνει ουσιαστικά μια αφήγηση που έχει τις ρίζες της στις επικοινωνιακές σκοπιμότητες του ελληνικού εμφυλίου. Όσοι δέχονται ότι η Ιστορία "κατασκευάζεται" κοινωνικά, ας είναι έτοιμοι να υποδεχθούν και άλλες, πιο ριζοσπα-στικές, "κατασκευές" μέσα από τα κομμουνιστικά χαλάσματα των Βαλκανίων. Η εποχή τις ευνοεί. Αυτό που δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει είναι για πόσο ακόμη... 
Σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης των πραγμάτων φαίνεται ότι κινείται η Διπλωματική Εργασία του Σπυρ. Παπαδήμα (κατεβάστε την πατώντας εδώ) μια και δεν καταλαβαίνει κανείς αν κατα-δικάζει ή όχι την διαχρονικά ανθελληνική στάση και πρακτική των Τσάμηδων.Χωρίς να φωτίζει την ιστορική προέλευση/καταγωγή αυτής της περίεργης ομάδας,όποτε γίνεται αναφορά στην Τσαμουριά,γράφεται ότι αυτή προσαρτήθηκε απ΄ την Ελλάδα κι όχι το σωστό: ότι ενσωματώ-θηκε. Λες πώς η Θεσπρωτία κι όλη η Ήπειρος δεν ήσαν/είναι πάντα Ελλάδα. Ακόμα,μία φορά που χρειάστηκε,υπήρξε σύγχυση ανάμεσα στους Έλληνες Χριστιανούς Αρβανίτες και τους Αλβα-νούς Μουσουλμάνους Σκιπετάρ. Αν δεν είναι δυνατός αυτός ο βασικός διαχωρισμός,τότε πώς θα επιχειρηθούν βαθύτερες αναλύσεις...;
Πέρα απ΄ αυτά, η μελέτη παρέχει στοιχεία στο ιστορικό και κυρίως το νομικό μέρος που αξίζει να γνωρίζει ο κριτικός,σκεπτόμενος πολίτης. Αυτός είναι κι ο λόγος που παρουσιάζω εδώ την εργα-σία,παρά τις κάποιες αδυναμίες της. Ίσως ο συντάκτης της δεν έχει κατακτήσει επαρκώς τον χειρισμό της πένας και την μαστοριά της γραφής.
Κρατώ για το τέλος πάντως,την κατακλείδα του συγγραφέα που φτάνει για να προσπεράσουμε εσωτερικές αστοχίες: 

Ωστόσο, η αντεθνική διαγωγή που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής αποτελεί επαρκές νο-μικό στοιχείο που δικαιολογεί τόσο την αποστέρηση της ιθαγένειας τους, όσο και τη δήμευση των περιουσιών τους. Επομένως, οποιαδήποτε ανακίνηση του Τσάμικου ζητήματος αποβλέ-πει απλώς στην πρόκληση πολιτικών εντυπώσεων που δυναμιτίζει το κλίμα των δύο χωρών και κατά συνέπεια κρίνεται επιβεβλημένο η Αλβανική κυβέρνηση να πάψει να διατηρεί ζωντα-νές τις ελπίδες των Τσάμηδων για ικανοποίηση των αιτημάτων τους, καθώς όπως αποδείχθηκε οι διεκδικήσεις των Τσάμηδων δεν έχουν νομική βάση.



Γιάννης Βασ. Πέππας

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

Βελουχιώτης και Τσάμηδες

 




Στις 12 Ιουνίου 1945 διά του Ριζοσπάστη -δημοσιογραφικού οργάνου του ΚΚΕ- ο κόσμος της αριστεράς πληροφορείτο εμβρόντητος και μουδιασμένος ότι το ΚΚΕ «κατήγγειλε ανοικτά» και αποκήρυττε οριστικά τον Άρη Βελουχιώτη, αποκαλώντας τον υπηρέτη της αντίδρασης. Και επειδή η ιστορία έχει πάντα μία δόση ειρωνείας και διαβρωτικού σαρκασμού, η ανακοίνωση περιβαλλόταν από ένα απάνθισμα απαξιωτικών κοσμητικών επιθέτων: όριζε τον Βελουχιώτη ως ύποπτο, δηλωσία, μιζέρια, τυχοδιώκτη, αντιδραστικό και εγκληματία, ο οποίος «στον καιρό της δικτατορίας του Μεταξά είχε πιαστεί και είχε κάνει δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του ΚΚΕ». Δεν θα μάθουμε ποτέ αν η απόφαση της κομματικής ηγεσίας είχε σκοπό να ορθοφρονήσει τον άτακτο και ανυπάκουο Άρη Βελουχιώτη ή να τον «ξεφορτωθεί» άπαξ διά παντός, διότι η καταδίκη ήταν ένα ακόμη επίβουλο επινόημα και προσωπικός σχεδιασμός του μυστικοπαθούς Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος κομιστής της ανακοίνωσης στο Ριζοσπάστη. Ο Άρης Βελουχιώτης πληροφορήθηκε για την καταδικαστική απόφαση 2-3 μέρες μετά, ενώ πραγματοποιούσε ατάραχος τις ματαιόδοξες και στείρες εξορμήσεις του για την έναρξη νέας ανατρεπτικής στασίασης κατά παράβαση της κομματικής ορθοδοξίας. Στο άκουσμα της απόφασης, ο Βελουχιώτης «αυτοκτόνησε» υπό ύποπτες συνθήκες την 15η Ιουνίου 1945 -πιθανόν να είναι και η μέρα της πληροφόρησής του για την απόφαση της ΚΕ. Ο Ριζοσπάστης ανακοίνωνε τον θάνατό του με ένα δωρικό σημείωμα ογδόντα λέξεων: «Ο Άρης αυτοκτόνησε, αφού τραυματίσθηκε σε συμπλοκή με Άγγλους, εθνοφύλακες και μοναρχικούς ληστοσυμμορίτες…»(Ριζοσπάστης, 19 Ιουνίου 1945, σ. 2).

Ενώ, στην πρώτη σελίδα του ίδιου φύλλου, προς εξιλέωση της μορφής του, αλλά και του κύρους του κόμματος η εφημερίδα προέβη σε μία εμφανώς αντιφατική αλλά και πάλι φειδωλή τοποθέτηση για την «υπόθεση Βελουχιώτη», ότι: «Ο πραγματικά τραγικός θάνατος του Άρη Βελουχιώτη προκαλεί θλίψη ανάμεσα στους πραγματικούς πατριώτες και αγωνιστές της εθνικής ιδέας. Ανεξάρτητα από τη θέση που πήρε μετά τη Βάρκιζα, θέση που εξυπηρετούσε την αντίδραση, ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αγώνα της αντίστασης».

Ήταν ένα ακόμα οξύμωρο σχήμα στις περίεργες πολιτικές εφαρμογές του ΚΚΕ η διαδρομή του οποίου, πέραν των αδιαφιλονίκητων και μαχητικών αξιών και των αποδεδειγμένα αγωνιστικών διαπιστευτηρίων στους πολέμους κατά των ξένων κατακτητών και τις επάλξεις για κοινωνικά δικαιώματα, ο πολιτικός του βίος βρίθει ιδιοσυγκρασιακών και σιβυλλικών παραδοξοτήτων.

Αυτή ήταν η θέση του ΚΚΕ για τον Άρη Βελουχιώτη τη στιγμή της αυτοκτονίας του, η οποία μετεβλήθη πολλές φορές, έως την οριστική πολιτική και κομματική του αποκατάσταση διά της αποφάσεως της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης την 16η Ιουλίου 2011 και επτά χρόνια μετά, την 23η Ιουνίου 2018.

Στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της 16ης Ιουλίου 2011 το ΚΚΕ αποκατέστησε επίσης και τον Νίκο Ζαχαριάδη, ύστερα από πολλά χρόνια δυσμένειας, ακυρώνοντας τις ληφθείσες αποφάσεις των ολομελειών του 1956-1957 και τα πορίσματα του 1964-1965, επιχειρώντας να συνδυάσει και να ισοσταθμίσει αντιφατικές αντιδράσεις και πολιτικές συμπεριφορές. Όμως, όπως όλες οι αποκαταστάσεις έτσι κι αυτές δεν έλυσαν τα μυστήρια και τις εικασίες πολλών δεκαετιών. Η πλειοψηφία τις αντιμετώπισε με ολύμπια αδιαφορία και τις έκρινε σιωπηρώς ως πράξεις νομοτέλειας και όχι ουσίας, καθώς δεν αποτελούσαν κοινωνική συνθήκη για την ευρύτερη κοινότητα των μελών του.

Ποια είναι, όμως, η ιστορική αλήθεια; Το πρόσφατο αναθεωρητικό Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2018) κομίζει -ελάχιστα δυστυχώς- καινούρια στοιχεία από τα οποία ξεχωρίζει η επιστολή του ίδιου του Άρη Βελουχιώτη προς τον προσωπικό του φίλο και συναγωνιστή Νίκο Ζαχαριάδη με τις δραματικές εκκλήσεις να τον καλέσει σε ακρόαση και μετά να αποφασίσει για την τύχη του, όπως και ένα σημείωμα του Κώστα Κολιγιάννη, ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ και Α’ Γραμματέα από το 1956 έως το 1972, ο οποίος συναινούσε με τη μετοίκηση του Βελουχιώτη στην Αλβανία.

Ο ιστορικός ερευνητής, ευτυχώς, έχει στη διάθεσή του πια αδιάψευστα στοιχεία από αρχειακές διαθέσιμες συλλογές των ανατολικών χωρών, οι οποίες βοηθούν στην ανασύσταση της ιστορικής αλήθειας και στην εξάλειψη των παγιωμένων υποκειμενικών και μεροληπτικών στερεοτύπων και αναληθειών που κατίσχυσαν αβάσιμα και πολλές φορές καταχρηστικά.

Μια τέτοια περίπτωση αποτελούν και τα αρχειακά διαθέσιμα της Αλβανίας, με την οποία η αγωνιστική και πολιτική δράση του Άρη Βελουχιώτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη. Μέχρι σήμερα η ιστορική βιβλιογραφία αναφερόταν υποθετικά σ΄ αυτά.

Ο Άρης Βελουχιώτης -αγωνιστικό ψευδώνυμο του γεωπόνου Θανάση Κλάρα- ήταν γόνος εύπορης οικογένειας από τη Λαμία, ο οποίος απαρνήθηκε την κοινωνική του τάξη και αποστάτησε. Μορφωμένος, δεινός ρήτορας, στην πρώτη φάση οιστρηλατούσε τον λαό της υπαίθρου με τις άλλοτε ήρεμες και άλλοτε θυελλώδεις ομιλίες του, στις οποίες ποτέ δεν ξεχνούσε να επισημάνει με παροιμιώδη ευθύτητα ότι «μοναδικός μας στόχος είναι να βοηθήσουμε το λαό να ζήσει καλύτερα!» Το 1929 βρέθηκε στις φυλακές κρατούμενος ως ύποπτος για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή Ηλία Γεωργακόπουλου, που είχε δολοφονηθεί σε φονική συμπλοκή στα γραφεία του Ριζοσπάστη τον Δεκέμβριο του 1927. Προς το τέλος του 1928 ο Βελουχιώτης προωθήθηκε ο ίδιος ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας. Ως συγκρατούμενος με τον Ζαχαριάδη, ο Βελουχιώτης τον βοήθησε να δραπετεύσει και έκτοτε, ο «αμετροεπής» Νίκος Ζαχαριάδης και ο «συγκρουσιακός και αμφιλεγόμενος» Άρης Βελουχιώτης συνδέθηκαν με στενή αγωνιστική φιλία, η οποία έληξε άδοξα και προδομένη.

Λόγω της θρυλικής μαχητικής του ιδιοσυγκρασίας ο Βελουχιώτης προήχθη σε ηγετική μορφή του ΕΛΑΣ, τον Μάρτιο 1943, μαζί με τον καστοριανό Ανδρέα Τζήμα (Βασίλη Σαμαρινιώτη) και τον τραχύ Στέφανο Σαράφη, ο οποίος λειτουργούσε ενίοτε ως υπάκουος υπασπιστής του· αμφότεροι, κατά ειρωνεία της τύχης, είχαν τραγικό τέλος: Ο μεν Τζήμας κατέληξε στις φυλακές της Ουγγαρίας κατηγορούμενος από τον Ζαχαριάδη ως «τιτοϊκός πράκτορας» και πέθανε αγνοημένος στην Τσεχοσλοβακία (1972), ο δε Σαράφης σκοτώθηκε σε περίεργο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Άλιμο τον Μάιο 1957. Η αριστερά δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το ενδεχόμενο του τροχαίου· το όρισε ως «στοχευμένη δολοφονία», αφού το αμάξι που προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό άνηκε στην αμερικανική στρατιωτική αποστολή, οδηγούμενο από κάποιον Μάριο Μουζάλι.

Οι φονικές δεκεμβριανές συγκρούσεις του 1944 εξυπηρετούσαν τη λογική της ένοπλης δράσης για την κατάληψη της εξουσίας με την ισχύ των όπλων, την οποία είχε υιοθετήσει και πίστευε ακράδαντα ο Βελουχιώτης. Την περίοδο εκείνη οι δυνάμεις του είχαν αναπτυχθεί στις περιοχές της Ηπείρου και πραγματοποιούσαν σαρωτικές επελάσεις κατά των δυνάμεων του Ζέρβα. Συγκεκριμένα, από την 18η ως την 30η Δεκεμβρίου, οι ΕΑΜ-ικές δυνάμεις υπό τον Άρη Βελουχιώτη και τον Στέφανο Σαράφη είχαν εξαρθρώσει και απωθήσει τον ΕΔΕΣ από τη Βορειοδυτική Ελλάδα, αναγκάζοντάς τον να αναδιπλωθεί και υποχωρήσει κακήν κακώς προς την Κέρκυρα, διεκπεραιωμένος από το Βασιλικό Ναυτικό. Αποδεικνύεται πια ότι η ηγεσία του ΚΚΕ/ΕΑΜ σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει αλβανικό έδαφος για να διαπεράσει από τη Μακεδονία προς την Ήπειρο ανταρτικές δυνάμεις και στρατιωτικό υλικό, τόσο για την κλιμάκωση της ανταρσίας στην Ήπειρο γενικότερα όσο και ειδικότερα για τη μεταφορά δυνάμεων προς αρωγή των ένοπλων σωμάτων που διοικούσε ο Βελουχιώτης με τον Σαράφη στην περιοχή.

Αυτό πραγματοποιήθηκε όντως λίγο διάστημα πριν την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την υπογραφή της ανακωχής ανάμεσα στις κυβερνητικοβρετανικές δυνάμεις και τον ΕΛΑΣ (11 Ιανουαρίου 1945) με τη συνωμοτική αποστολή των Βελουχιώτη και Σαράφη στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας, ύστερα από την αιφνίδια μετάβαση του Γιώργου Σιάντο στα Ιωάννινα τον Δεκέμβριο του 1944 και τις οδηγίες που μετέφερε από την ύψιστη ηγεσία του ΚΚΕ για κλιμάκωση των εχθροπραξιών και στην Ήπειρο. Στις 27-28 Δεκεμβρίου 1944 η Κομματική Επιτροπή Αργυρόκαστρου και η Πανηπειρωτική Επιτροπή του ΕΑΜ οργάνωσαν μυστική συνάντηση στην οποία από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν οι Άρης Βελουχιώτης και Στέφανος Σαράφης, για να συζητηθεί η έκρυθμη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Βελουχιώτης και Σαράφης ζήτησαν οικονομική βοήθεια από την Κομματική Επιτροπή Αργυρόκαστρου, ιδίως πετρέλαια για τη μετακίνηση των οχημάτων του ΕΛΑΣ και ειδική άδεια να μεταβούν στην Αλβανία και να αναπτύξουν εμπορική δραστηριότητα μέλη του ΕΑΜ, το κέρδος των οποίων θα καρπωνόταν ο ΕΛΑΣ. Οι τοπικές αρχές του Αργυρόκαστρου τούς υποσχέθηκαν βοήθεια με φειδώ, η οποία θα παρήχετο με απόλυτη εχεμύθεια, αλλά τους διεμήνυσαν ότι δεν μπορούσαν να ασκήσουν εμπορική δραστηριότητα στην αλβανική ενδοχώρα. Αξιωματικός της 9ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ ζήτησε να μεταβεί στα Τίρανα προκειμένου να συζητήσει το ενδεχόμενο να επιτρέψουν οι αλβανικές αρχές τη μεταφορά σιτηρών από την ελληνική Μακεδονία προς την Ήπειρο μέσω Κορυτσάς, αλλά οι αλβανικές αρχές απέρριψαν τις προτάσεις των Ελλήνων. Βελουχιώτης και Σαράφης αντέδρασαν οργισμένοι, επισημαίνοντας ότι οι Αλβανοί αρνούνταν να βοηθήσουν τον ιερό αγώνα των Ελλήνων κομμουνιστών κατά του στρατηγού Ζέρβα και της διεθνούς αντίδρασης. Οι απαιτήσεις των Ελλήνων ήταν πιεστικές και η τοπική ηγεσία Αργυρόκαστρου αναγκάστηκε να ζητήσει την άποψη της ύπατης ηγεσίας του κόμματος. Στη συνέχεια, οι τοπικές αρχές Αργυρόκαστρου επέτρεψαν την μετακίνηση ελεγχόμενων οχημάτων από την ελληνική Μακεδονία προς την Ήπειρο, τα οποία μετέφεραν κυρίως τρόφιμα, αλλά και όπλα και πυρομαχικά.

Στις συναντήσεις αυτές οι Αλβανοί συζήτησαν και το ενδεχόμενο επαναπατρισμού των εκτοπισθέντων μουσουλμάνων Τσάμηδων -ο αριθμός των οποίων σύμφωνα με καταστάσεις της UNRRA ανερχόταν σε 15.000- οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη Θεσπρωτία και να καταφύγουν στη Νότια Αλβανία, διωκόμενοι. Ο Βελουχιώτης διεμήνυσε στους Αλβανούς παράγοντες ότι προς το παρόν δεν ενδεικνυόταν η επιστροφή τους, αλλά στο άμεσο μέλλον και αφού το ΕΑΜ θα ήλεγχε ολοκληρωτικά την περιοχή της Ηπείρου, θα τακτοποιούνταν οριστικά η υπόθεσή τους. Πράγματι, την άνοιξη του 1945 επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς η επιστροφή τους -όχι χωρίς την συγκαταβατική απάθεια του ΕΑΜ της περιοχής- με επακόλουθο να σημειωθούν αιματηρές συμπλοκές με τον τοπικό πληθυσμό και να υπάρξουν μερικές δεκάδες θύματα.

Εν τω μεταξύ, ο καστοριανός εκπρόσωπος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Ζήσης Ζωγράφος, ο οποίος τη δεκαετία του ‘50 μετέβη πολλές φορές στην Αλβανία για τη διεκπεραίωση των Ελλήνων προσφύγων εκεί, συνάντησε τον Άρη Βελουχιώτη στο χωριό Πιτσιωτά της Φθιώτιδας στα μέσα Μαρτίου του 1945 σε μία προσπάθεια να τον μεταπείσει να παύσει οποιαδήποτε ενέργεια ανασύστασης νέων στρατιωτικών ομάδων, υποσχόμενος φύλλο πορείας προς την Αλβανία. Η Αλβανία επιλεγόταν ως χώρα προορισμού τότε, αμέσως μετά την προσωρινή εκεχειρία της Βάρκιζας, καθώς προσφερόταν ως η πλέον ιδανική λύση, διότι θα λειτουργούσε ως αποσυμπιεστής της εκρηκτικής κατάστασης στο κόμμα, και την απαλλαγή του από τους προβληματικούς και τραυματίες, οι οποίοι καταζητούνταν από το αστικό κράτος ως εγκληματίες πολέμου και διαπράξαντες κοινά ποινικά αδικήματα στις αιματηρές μάχες του Δεκεμβρίου, αλλά και σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό της αποκαλούμενης «λευκής τρομοκρατίας», η οποία κατέκλυζε απειλητικά τη χώρα, ιδίως την ελληνική ύπαιθρο. Το διάστημα εκείνο είχαν μετοικήσει σε στρατόπεδο του Ρουμπίκ της Αλβανίας εκατοντάδες αγωνιστές του ΕΑΜ και μέρος της πολιτικής του ηγεσίας ακριβώς για τον λόγο αυτό.

Ο Βελουχιώτης ήταν η πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση. Με την καταφυγή αυτή το κόμμα θα απαλλασσόταν με εύσχημο τρόπο από ένα βαρίδι. Το ίδιο θα συνέβαινε και με το αστικό κράτος και τους Βρετανούς. Είναι εύγλωττη η τοποθέτηση των Βρετανών, όπως τη μεταφέρει ευφυώς ο συντηρητικός πολιτικός Christopher Montague Woodhouse, ο οποίος βρέθηκε στην Ελλάδα τον καιρό της γερμανικής κατοχής και αμέσως μετά τον πόλεμο υπηρέτησε για λίγο διάστημα στη βρετανική πρεσβεία των Αθηνών. Με την προβληματική του συμπεριφορά, μετά την απελευθέρωση, ο Βελουχιώτης συνιστούσε «μαύρο χρήμα» για την αστική εξουσία. Με οποιονδήποτε τρόπο και αν ξεφορτωνόμασταν τον Άρη, αναφέρει ο Βρετανός, θα τον μετατρέπαμε σε ήρωα. Υποστηρίζει ότι η παρουσία του ωφελούσε τα κυβερνητικά και βρετανικά σχέδια, διότι διέβαλλε ολοένα και περισσότερο τον ΕΛΑΣ, αλλά η ύπαρξή του μόνον για τον σκοπό αυτό αποτελούσε δαπανηρή πολυτέλεια. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες οι Βρετανοί είχαν σχηματίσει σχετική δικογραφία εις βάρος του, θεωρώντας τον κατηγορούμενο και αυτόν ως εγκληματία πολέμου, γεγονός που δεν αποκλείεται να περιήλθε στη γνώση του Βελουχιώτη. Συνεπώς, η καταφυγή του στα βουνά αποτελούσε αναγκαστική επιλογή, λόγω του ταραχώδους παρελθόντος του και των κυκλοφορουσών φημών.

Έτσι, ο Άρης Βελουχιώτης μετέβη εκ νέου και απρόθυμος στην Αλβανία προς τα τέλη Μαρτίου και από παραμεθόριο χωριό επικοινώνησε με αξιωματικό του αλβανικού στρατού, στον οποίο διεμήνυσε ότι θα συνέχιζε το ταξίδι προς τη Γιουγκοσλαβία με σκοπό να συζητήσει την κατάσταση αποκλειστικά με τον Τίτο και στην επιστροφή θα επικοινωνούσε και με τους Αλβανούς για να τους ενημερώσει για τα αποτελέσματα της συνάντησης. Ο Άρης, όμως, δεν δέχτηκε να περιοριστεί στο Ρουμπίκ, όπως του πρότειναν, ούτε έφτασε ποτέ στη Γιουγκοσλαβία· επέστρεψε στο άλλοτε άντρο του, την Ήπειρο, απόλυτα απογοητευμένος, αλλά αρνούμενος και πάλι να συμμορφωθεί με τους κομματικούς όρους για να συνεχίσει ανεπιτυχώς τις άγονες εξορμήσεις προκειμένου να συμπαρασύρει οπαδούς και να συσπειρώσει συμπαθούντες στον αγώνα του.

Η αυτοκτονία του τελικά στη Μεσούντα Άρτας βόλεψε και το μεν ΚΚΕ και το δε αστικό κράτος, αφού απαλλάχτηκαν από το δύσκολο αυτό βαρίδι και οι δύο.

Απομονωμένος, παροπλισμένος και ανέλπιδος ο Βελουχιώτης πρέσβευε ένα συγκρουσιακό πνεύμα, το οποίο λίγους έπειθε. Ήταν προφανές ότι ο λαός της υπαίθρου, καταβεβλημένος από την Κατοχή, αποζητούσε την ειρήνη, την ανακωχή και την εθνική συμφιλίωση και δεν τον συγκινούσε πια η ιδέα μίας καινούριας αντίστασης κατά των Βρετανών, οι οποίοι δεν ταυτίζονταν στο θυμικό και τη συνείδησή του με τους Ιταλογερμανούς. Η διάχυτη λαϊκή αποστροφή στο προσκλητήριο του Άρη καταδείκνυε, από την άλλη, και τη δυσοίωνη προοπτική της ανερχόμενης επανάστασης, την οποία δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να αντιληφθεί η ηγεσία του ΚΚΕ. Ήταν όμως μια σοβαρή ένδειξη η οποία αγνοήθηκε.

Τα δύο αυτά στοιχεία ασκούσαν αποσυνθετική επίδραση προς τα κάτω, προς τον λαό, ένα μέρος του οποίου διέρρευσε προς τις αστικές περιοχές με συνέπεια οι συνθήκες διαβίωσής του να βελτιωθούν. Η θέση της αριστεράς απέβαινε απροσδόκητα μειονεκτική και η επιβολή της φθίνουσα: η επιλογές της προοιωνίζονταν μόνον πείνα και εξαθλίωση και όλα αυτά θύμιζαν την Κατοχή. Συνεπώς, οι απεγνωσμένες προσπάθειες του Βελουχιώτη καταδείκνυαν μία δονκιχωτική ροπή.

Με την επιστροφή του Ζαχαριάδη στην Ελλάδα (Μάιος του 1945) από το Νταχάου -ο οποίος ερχόταν ως Μεσσίας για να βάλει μία τάξη στην ανώμαλη κατάσταση του κόμματος- ο Βελουχιώτης στιγματίσθηκε δημοσίως καταλαμβανόμενος εξ απήνης, καθώς, αδίκως, προσέβλεπε στην πολυετή αγωνιστική φιλία τους και ανέμενε την δικαίωσή του. Όμως, ο αρχηγός του ΚΚΕ, προς έκπληξη όλων, αλλά κυρίως των σκληροπυρηνικών, αποδέχτηκε τη διαλλακτική έννοια της Συμφωνίας της Βάρκιζας και, ευκαιριακά τουλάχιστον, σε αντιδιαστολή προς την αγωνιστική του ιδιοσυγκρασία, προσανατολίστηκε στην εισαγωγή της αριστεράς στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας. Αυτό ήταν και το επιστέγασμα της αριστερής επέλασης. Ο Ζαχαριάδης, αφού τον διέσυρε πρώτα στα κομματικά όργανα, αποκήρυξε ανενδοίαστα τον Βελουχιώτη, ο οποίος αντιστεκόταν σθεναρά στην ειρηνευτική διαδικασία και αντιτίθετο στους βραχυπρόθεσμους ειρηνευτικούς σχεδιασμούς του, ορίζοντας τη Βάρκιζα ως υποταγή και καταστροφή.

Κατά μία προσεκτική έννοια, όμως, η θέση γενικότερα του ΚΚΕ την περίοδο εκείνη καταδεικνυόταν εμφανώς συγκεχυμένη ως προς την βασική στρατηγική επιλογή του: εκεχειρία και κοινοβουλευτική συνύπαρξη ή συνέχιση της ένοπλης πάλης για την ανατροπή του αστικού κράτους;

Ενώ το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ στις αρχές Οκτωβρίου του 1945, μέσω του Μήτσου Παρτσαλίδη, τον οποίο επόπτευε βλοσυρός ο Ζαχαριάδης από το ύψος της συνεδριακής έδρας όταν εισηγείτο, υιοθέτησε ειρηνιστικές αρχές που στόχευαν στην κοινοβουλευτική συνύπαρξη και στα δημοκρατικά μέσα κατάκτησης της εξουσίας, χωρίς, όμως, να εγκαταλείψει το ενδεχόμενο της ένοπλης δράσης για την ανατροπή της αστικής τάξης και την πολιτική του επιβολή, λίγους μήνες πριν, στις 25-27 Ιουνίου 1945, η 12η Ολομέλεια προέκρινε ως βασική πολιτική επιλογή την ένοπλη βία, θέσεις που υιοθετούσε ακριβώς ο Βελουχιώτης και που ο Ζαχαριάδης είχε καταδικάσει λίγες ημέρες πριν.

Η Ολομέλεια αποφάσιζε τη δυναμική αναμέτρηση με το αστικό κράτος με την οργάνωση της ‘μαζικής αυτοάμυνας’, η οποία δικαιολογήθηκε -και έως ενός σημείου ήταν όντως επιβεβλημένη- με την καταστολή και τις διώξεις. Το δόγμα της ‘αυτοάμυνας’, ωστόσο, έμελλε να εξελιχθεί σε δυναμικό, ένοπλο και τρομοκρατικό μηχανισμό κατά την αιματηρή εμφυλιακή σύγκρουση 1946-1949.

Όλο το διάστημα του Εμφυλίου δεν θυμήθηκε κανείς τον «χαρισματικό, θρυλικό αλλά αμφιλεγόμενο ηγέτη» του ΕΛΑΣ.

Την 14η και 15η Ιανουαρίου 1950, όμως, η υπόθεση Βελουχιώτη επανήλθε στο προσκήνιο και συζητήθηκε στα ύψιστα κλιμάκια της διεθνούς κομμουνιστικής ηγεσίας. Στην κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των δύο κομμουνιστών ηγεσιών, του ΚΚΕ -παριστάμενου υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη και Μήτσο Παρτσαλίδη- και του ΚΚ Αλβανίας -παριστάμενου υπό τον Ενβέρ Χότζα και Μεχμέτ Σέχου- ενώπιον του Σταλινοδικείου συγκροτημένου υπό τους Στάλιν, Μολότοφ, Μαλέκνοφ και μερικών άλλων υψηλών τιτλούχων του ΚΚΣΕ στο Κρεμλίνο, ο Ζαχαριάδης διατύπωσε δολερά και τελείως αιφνιδιαστικά μία βαριά κατηγορία: κατηγόρησε τον αλβανό κομμουνιστή Ενβέρ Χότζα ότι το ΚΚ Αλβανίας συνεργαζόταν συνωμοτικά με τον Άρη Βελουχιώτη, παρακινώντας τον να επιβουλευτεί, να υπονομεύσει και να υπομοχλεύσει το ΚΚΕ. Η συζήτηση αυτή άφησε παγερά αδιάφορο τον δεσποτικό Στάλιν -ο οποίος στη μακροσκελή διήμερη αντιπαράθεση των δύο ηγετών χλεύαζε πότε τον ένα και πότε τον άλλον, απολαμβάνοντας την κοκορομαχία των δύο πειθήνιων οργάνων του, αλλά προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του Χότζα, ο οποίος στις σημειώσεις του τον χαρακτήρισε «ελεεινό και ιταμό συκοφάντη», απέρριψε περιφρονητικά τους προκλητικούς ισχυρισμούς του και δήλωσε ότι κανείς αλβανός υψηλός κομματικός τιτλούχος δεν είχε επικοινωνήσει με τον Βελουχιώτη, ούτε μάλιστα ο Κότσε Τζότζε· το ΚΚ Αλβανίας γνώριζε ότι ο Βελουχιώτης ήταν ένα γενναίος αγωνιστής και πολύ αγαπητός στον κόσμο, αλλά δολοφονήθηκε ανέντιμα προδομένος από επιστήθιο συναγωνιστή του. Οι όψιμες πληροφορίες περί ανυπακοής και αταξίας του δεν είχαν πείσει τους Αλβανούς. Η κατηγορία ήταν πέρα για πέρα συκοφαντική και απολύτως αβάσιμη, απεδείκνυε δε μία αντιδραστική συμπεριφορά απίστευτης ελαφρότητας και πολιτικού ρεαλισμού εκ μέρους του Ζαχαριάδη· η λέξη «κοντόφθαλμη» δεν αποτελεί ίσως έναν ακριβή χαρακτηρισμό της πολιτικής πράξης ενός ευφυούς ηγέτη, όπως ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης.

Στο τέλος κι ενώ όλοι θα εξέρχονταν της αίθουσας, κατά τρόπο εμφανώς επιδεικτικό, ο Μολότοφ -και όχι ο Στάλιν, όπως εσφαλμένα διατείνεται ο Παρτσαλίδης στις περιληπτικές και απελπιστικά στρογγυλεμένες απομνημονευματογραφικές μαρτυρίες του (Αυγή, 2 Μαρτίου 1976, σ. 3), στις οποίες είναι διάχυτη η ιδεολογική στόχευση- ανακοίνωσε και κατέδειξε στον Ζαχαριάδη (ο Παρτσαλίδης υποστηρίζει ότι δεν έδειξε καν την επιστολή) την επιστολή-κατηγορητήριο του Μάρκου Βαφειάδη εις βάρος του κατηγορώντας τον ενώπιον της σοβιετικής κομματικής ηγεσίας και της KGB ως «πράκτορα των Βρετανών». Ήταν ενδεικτικός ο τόπος, ο τρόπος και το ακροατήριο της απαγγελίας της κατηγορίας. Από τη στιγμή εκείνη η πολιτική «ατσαλάκωτη» αυθεντία του Ζαχαριάδη κατέπεσε οριστικά. Αυτό το αντελήφθη ο δαιμόνιος Ζαχαριάδης, αλλά δεν το πίστεψε ποτέ, έως τη στιγμή της απονενοημένης αυτοχειρίας του, την 1η Αυγούστου 1973. Αυτή ήταν άλλωστε και η ουσία της κατ’ αντιπαράστασης εξέτασης Ζαχαριάδη-Χότζα στην παγερή Μόσχα του Ιανουαρίου 1950. Τα άλλα ήταν απλώς μία κυνική και άνοστη φιλολογία που έπληττε αφάνταστα τον παντοκράτορα κομμουνιστή της Μόσχας.

Πηγή: https://media.literatus.gr/?p=897&fbclid=IwY2xjawFadEFleHRuA2FlbQIxMQABHcgIWXQiJTT7ekLBKPKSAHmzdvMvbN-KAfvLKHwxlOYWbtM7fRSQVmGBow_aem_li5VGHOj5hdXy3CqyrVOvw

 

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Χαρίτων Κ. Λάμπρου, Οι Τσάμηδες και η Τσαμουριά pdf

 


Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1949,δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η αλληλοφαγωμάρα του λαού μας,παρά-μετρος της οποίας υπήρξε η αποχώρηση των εχθρι-κών Τσάμηδων από την Θεσπρωτία.Σε όλους τους διαδικτυακούς συνδέσμους που εντόπισα το βιβλίο λείπουν οι τελευταίες μια-δυο σελίδες του,αλλά αυτό δεν το αδικεί ούτε αφαιρεί απ΄ την ουσία του.
Εκτός απ΄ την πλήρως ανθελληνική στάση των Τσά-μηδων στα γεγονότα του (πρόσφατου στο 1949) πο-λέμου,δίνεται με επάρκεια η ταυτότητά τους,πώς προέκυψε και πώς διατηρήθηκε στον χρόνο,ερμηνεία με την οποία συμ-φωνούν όλοι οι ιστορικοί και ερευνητές,απ΄ όσο κατέχω.
Σε τρία σημεία ο συγγραφέας υποπίπτει στο γνωστό ατόπημα να αποκα-λεί τους αλβανούς ...αρβανίτες,μια σύγχυση που γεννήθηκε τον 19ο αι., όπου δεν υφίστατο αλβανικό κράτος ούτε καν έθνος και που ήταν άλλη η σημασία του όρου.Το έχω διασαφηνίσει το θέμα σε άλλες δημοσιεύσεις τούτου του ιστότοπου.Εξάλλου,και ο Καζαντζάκης στους "Αδερφοφάδες" του,αποκαλεί τα βουνά της αλβανίας ...αρβανίτικα.Ας μην μένουμε σ΄αυ-τό,δεν υπάρχει λόγος.

Κάντε λήψη

Χαρίτων Κ. Λάμπρου,Οι Τσάμηδες και η Τσαμουριά (1949)

Ακόμα,διαβάστε/κάντε λήψη

Νικήτας Βουγιουκλής,Τσάμηδες και η Τσαμουριά

Γιάννης Βασ. Πέππας

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Κωνσταντίνος Σχοινοχωρίτης, ΤΣΑΜΗΔΕΣ : Δοσίλογοι και συνεργάτες των ΝΑΖΙ


ΤΣΑΜΗΔΕΣ : Δοσίλογοι και συνεργάτες των ΝΑΖΙ

      ΤΣΑΜ ΠΑΜΠΕΣ ΜΕ ΘΗΚ ΝΕ ΜΠΡΕΣ
[μτφρ: Ο Τσάμης είναι παμπέσης και έχει το μαχαίρι (έτοιμο) στη μέση]
                                                                                    Αλβανική παροιμία

           
             Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων μια έξαρση αλυτρωτισμού με διεκδικήσεις και αξιώσεις εις βάρος της πατρίδας μας. Μετά την Τουρκία και τα Σκόπια, την σκυτάλη παίρνει η γειτονική χώρα της Αλβανίας η οποία σε κάθε περίσταση (τελευταίο κρούσμα η ανάρτηση συνθημάτων  σε αγώνες του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος) εγείρει θέμα «Τσάμηδων» διακηρύσσοντας θρασύτατα και τη δημιουργία κράτους «Τσαμουριά».
            Η περίπτωση όμως των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς δεν μπορεί να εξεταστεί αποσπασματικά, αφού εντάσσεται στον γενικότερο σχεδιασμό των Η.Π.Α για τα Βαλκάνια που στοχεύει στη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Το πρώτο βήμα έγινε με την αυτονόμηση του Κοσόβου. Η Μεγάλη Αλβανία φιλοδοξεί να συμπεριλάβει εδαφικά, εκτός από το Κόσσοβο, την Κέρκυρα, ολόκληρη σχεδόν την δυτική Μακεδονία και την Τσαμουριά δηλαδή την Ήπειρο.
            Ποια είναι η Τσαμουριά;
            Τσαμουριά ονομαζόταν η ευρύτερη περιοχή της Θεσπρωτίας. Περιλάμβανε τις επαρχίες Παραμυθιάς, Φιλιατών, Πάργας και Μαργαριτίου, καθώς και ένα τμήμα της επαρχίας Δελβίνου που υπαγόταν επί Τουρκοκρατίας στην επαρχία Φιλιατών. Παραλιακώς τα όρια της Τσαμουριάς εκτείνονταν από τις εκβολές του ποταμού Αχέροντα μέχρι τα Ακροκεραύνεια όρη.
            Ως γεωγραφική περιφέρεια διαιρούνταν σε τρείς κύριες επαρχίες δηλαδή των Φιλιατών, της Παραμυθίας και του Μαργαριτίου, ενώ διοικούνταν κατά το φεουδαρχικό σύστημα. Επομένως, η Τσαμουριά τοπογραφικά, ηθογραφικά και λαογραφικά αποτέλεσε περιφέρεια της Ηπείρου, διατηρώντας από την αρχαιότητα αδιάσπαστη την ελληνική της ταυτότητα. Εκκλησιαστικά, είχε επισκοπή με έδρα την Παραμυθία που ονομαζόταν «Βουθρωτού και Γλυκέος» και την Εξαρχία του Γηρομερίου που έγινε το 1895 επί Πατριάρχου Κων/πολεως Ανθίμου Τσάτσου Μητρόπολη Παραμυθιάς, Φιλιατών και Γηρομερίου.
            Ποιοι είναι οι Τσάμηδες;
            Πρόκειται για μια πληθυσμιακή ομάδα Αλβανοφώνων Μουσουλμάνων που έζησαν στην Θεσπρωτία από τον 17ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ονομάζονταν έτσι αυτοί που κατοικούσαν την Τσαμουριά δηλαδή την  σημερινή Θεσπρωτία. Η πιθανότερη εκδοχή είναι το όνομά τους να προήλθε από παραφθορά του παλαιού ονόματος Θύαμις που έφερε ο ποταμός Καλαμάς σε Τσιάμης, Τσάμης. Έτσι όσοι κατοικούσαν στον ποταμό αυτόν ονομάστηκαν Θυάμιδες ή Τσάμηδες.
            Θα πρέπει να τονισθεί ότι με το όνομα «Τσάμηδες» δεν καταγράφεται στην Ιστορία αλβανική φυλή με αυτή την ονομασία, όπως οι Λιάπηδες, οι Τόσκηδες ή οι Γκέκηδες. Οι Τσάμηδες ως Αλβανοί είναι επινόηση των τελευταίων χρόνων. Στην πραγματικότητα όμως οι Τσάμηδες ήταν μια θρησκευτική μειονότητα, αφού διακρίνονταν περισσότερο για το έντονο θρησκευτικό τους πιστεύω και λιγότερο για το εθνικό τους πιστεύω.
            Πληθυσμιακά στοιχεία
            Το 1917 απογράφονται στην Ήπειρο 36.303 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι, το 1920 απογράφονται 21.800, το 1923 απογράφονται 20.319, το 1928 απογράφονται 17.008, το 1932 απογράφονται 19.287, ενώ το 1936 σε αναλυτική απόρρητη καταμέτρηση του Αλβανού προξένου Ιωαννίνων αναφέρονται 23.048. Στην Απογραφή Πληθυσμού του 1940 απογράφονται 18.000 Μουσουλμάνοι Τσάμηδες, οι οποίοι κατοικούσαν τα εύφορα πεδινά τμήματα της Θεσπρωτίας. Την 7η Απριλίου του 1951 απογράφηκαν στην Ελλάδα μόνο 123 τσάμηδες.
            Καταγωγή των Μουσουλμάνων Τσάμηδων
            Οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν ότι αυτοί κατάγονται από τους Σπαχήδες. Οι Σπαχήδες ήταν Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι γαιοκτήμονες της Ηπείρου οι οποίοι κατά τον 17ο αιώνα ασπάστηκαν το δόγμα του Ισλάμ. Άλλοι από αυτούς εξισλαμίστηκαν με βίαιο τρόπο και άλλοι εκούσια με σκοπό να σώσουν τα υπάρχοντά τους και να αποκτήσουν προνόμια, αξιώματα. Μετά τον εξισλαμισμό τους έχουμε τους Μουσουλμάνους Τσάμηδες και τους Χριστιανούς Τσάμηδες. Με την πάροδο του χρόνου «Τσάμηδες» ονομάζονταν μόνο οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες.
            Επί Τουρκοκρατίας οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες ονομάστηκαν Τουρκοτσάμηδες, όπως συνέβη και με τους εξισλαμισθέντες Αλβανούς που ονομάστηκαν Τουρκαλβανοί. Λόγω όμως της γλωσσικής συγγένειας που υπήρχε μεταξύ Τουρκοτσάμηδων και Τουρκαλβανών ονομάστηκαν και Αλβανοτσάμηδες. Με το πέρασμα των χρόνων έγιναν φανατικοί διώκτες των Ελλήνων, αφού επηρεάστηκαν από ξένες προπαγάνδες (αυστροουγγρική, ιταλική, αλβανική).
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει σε υπόμνημά του το 1986 ο πρώην Βουλευτής Θεσπρωτίας Στρατής Αθανασάκος: «Όπως βεβαιώνουν οι ιστορικοί, αλλά και όπως είναι τοπικά παραδεκτό, οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες είναι απόγονοι των Θεσπρωτών και προέρχονται από τους κατά καιρούς εξισλαμισθέντες κατοίκους της περιοχής».
            Η Ανθελληνική δράση τους
            Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο οι Τσάμηδες στην πολιορκία των Ιωαννίνων ήταν ενταγμένοι στον τουρκικό στρατό, σύμφωνα άλλωστε και με τα ενδεικτικά κρυπτογραφήματα των ελληνικών υπηρεσιών. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα. Από τότε δεν παρέλειπαν καμία ευκαιρία διεθνούς περιπλοκής για να συμμαχήσουν με τον εχθρό και να  βλάψουν την χώρα μας.
            Αργότερα, βάσει της συνθήκης της Λωζάνης του 1923 αυτοί οι Αλβανόφωνοι Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας κρίθηκαν ως ανταλλάξιμοι. Όμως η τότε κυβέρνηση του στρατηγού και δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου δεν τους έστειλε στην Αλβανία για πολιτικούς λόγους, ελπίζοντας ότι η χειρονομία αυτή θα είχε θετικό αντίκτυπο στις σχέσεις μας με την Αλβανία και εξαιτίας της επέμβασης της Ιταλίας με τη Δήλωση Ρούφου (1925), παρά την επιθυμία των ιδίων που επιθυμούσαν να μεταβούν στην Τουρκία. Από τότε άρχισε να αναπτύσσεται σε αυτούς αλβανική συνείδηση, η οποία καλλιεργούνταν επιμελώς με στόχο την δημιουργία στην Θεσπρωτία αλβανικής μειονότητας.
            Περίοδος Ιταλο-Γερμανικής Κατοχής
            Την περίοδο της Κατοχής οι Τσάμηδες εκδηλώθηκαν ως Αλβανοί, συνεργάστηκαν αρχικά με τους Ιταλούς (1941–1943) και εν συνεχεία με τους Γερμανούς (1943–1944), με στόχο να εξοντώσουν τον χριστιανικό πληθυσμό της Ηπείρου. Στην Ήπειρο ζούσαν τότε 20.000 περίπου αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι, τους οποίους αποκαλούσαν «Τουρκοτσάμηδες».
            Οι Τσάμηδες κατοικούσαν στο νομό Θεσπρωτίας και συγκεκριμένα στις περιφέρειες Ηγουμενίτσας, Μαργαριτίου, Φιλιατών και Παραμυθίας, τις οποίες αυτοαποκαλούσαν «Τσαμουριά». Προσδοκούσαν τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας που θα περιλάμβανε ολόκληρη την Ήπειρο μέχρι την Πρέβεζα και στόχος τους ήταν αρχικά να ανεξαρτητοποιηθούν και εν συνεχεία θα ζητούσαν την ενσωμάτωσή τους στο αλβανικό κράτος. Αρχηγοί τους εμφανίζονταν τα αδέρφια Νουρί και Μαζάρ Ντίνο Μπέη, οι οποίοι είχαν συγκροτήσει τον Ιούλιο του 1942 την Αλβανική Εθνική Επιτροπή (K.S.I.L.I.A  - ΞΙΛΙΑ) δηλαδή ένα αλβανικό σύστημα πολιτικής διοικήσεως με 14 τάγματα, έχοντας ως κύριο στόχο τους την εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή της Θεσπρωτίας.
            Τον Νοέμβριου του 1940 κατά την σύντομη Ιταλική επίθεση και προέλαση του Ιταλικού στρατού στα ελληνικά εδάφη, ένοπλοι Τσάμηδες τάχθηκαν στο πλευρό των Ιταλών, ενώ ο τοπικός τσάμικος πληθυσμός τους υποδεχόταν πανηγυρικά.Τότε σημειώθηκαν οι πρώτες λεηλασίες και επιθέσεις εναντίον χριστιανικών χωριών και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού. Μετά την αντεπίθεση της Ελλάδος και την υποχώρηση των Ιταλών, οι Τσάμηδες έφυγαν προς την Αλβανία και επανήλθαν μετά την συνθηκολόγηση της κυβερνήσεως Γ. Τσολάκογλου και την κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα.
            Το καλοκαίρι του 1943, μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές, που τους υπόσχονταν και αυτοί (όπως οι Ιταλοί) ανεξαρτησία. Οι καταδρομείς της γερμανικής μεραρχίας Εντελβάϊς έκαναν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις με τους Τσάμηδες στη Θεσπρωτία, για να καταστρέψουν τα χωριά εκείνα που θεωρούσαν ότι ενίσχυαν τους Έλληνες αντάρτες.
            Οργανώθηκε τότε η αλβανική τζανταρμερία (χωροφυλακή) των Τσάμηδων η οποία ήταν ένα ειδικό στρατιωτικό τμήμα των Τσάμηδων δηλαδή μια μονάδα αλβανικής φασιστικής εθνοφυλακής, που φορούσε γερμανικές στρατιωτικές στολές και περιβραχιόνιο με την λέξη «Τσάμης» και το σύμβολο της σβάστικας.Στόχος τους, πέρα βεβαίως από το πλιάτσικο,ήταν η αλλοίωση της εθνολογικής σύστασης της Θεσπρωτίας δια της εξοντώσεως του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή.
            Ο Μαζάρ Ντίνο είχε την πλήρη στήριξη των Γερμανών διοικητών και όταν έφτασε η ώρα της εξόντωσης των προκρίτων της Παραμυθιάς (εκτελέστηκαν 49 επιφανείς κάτοικοι της πόλης) την 29η Σεπτεμβρίου του 1943, ξεκίνησε τις συλλήψεις συνοδευόμενος από Γερμανό αξιωματικό.
            Ιδιαιτέρως σημαντικά προς λύπην των Τσάμηδων είναι τα όσα αναφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθ. Γκόντοβος, ο οποίος ερεύνησε τα γερμανικά αρχεία και εντόπισε σημαντικά ντοκουμέντα. Σε ένα από αυτά που περιλαμβάνει στρατιωτική διαταγή της Γερμανικής διοίκησης Ηπείρου αναφέρεται: «...Ο πρόεδρος του Εθνικού Αλβανικού Συμβουλίου της Τσαμουριάς, Μαζάρ Ντίνο από την Παραμυθιά, είναι διοικητής του αλβανικού λόχου της Τσαμουριάς. Βρίσκεται στην υπηρεσία του Γερμανικού στρατού. Παρακαλούνται οι υπηρεσίες να παρέχουν στο εν λόγω πρόσωπο στήριξη και αρωγή».
            Αποτελέσματα της δράσης τους
            Προχώρησαν στη δίωξη του ελληνικού στοιχείου με φόνους, αρπαγές, εμπρησμούς και ερημώσεις των περιφερειών Φαναρίου, Παραμυθίας, Ηγουμενίτσας και κατέλυσαν τις ελληνικές αρχές στήνοντας το δικό τους «ψευδοκράτος». Ειδικότερα, λεηλάτησαν το Καρτέρι, πυρπόλησαν την Ανθούσα ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής του 1943, δολοφόνησαν – εκτέλεσαν τους πρόσφυγες του Φαναρίου, καθώς και 49 επιφανείς κατοίκους της Παραμυθίας.
            Συνοπτικά, ο τραγικός απολογισμός των κοινών ενεργειών Τσάμηδων – Ναζί ήταν: 632 δολοφονημένοι, 428 εξαφανισθέντες, 459 απαγωγές, 209 βιασμοί, 2332 εμπρησμοί οικιών, 53 λεηλατημένα  χωριά, 37556 αρπαγέντα αιγοπρόβατα, 9285 αρπαγέντα βοοειδή, 4148 αρπαγέντα ιπποειδή και 30000 πουλερικά. Σύμφωνα με αλβανικές πηγές (βλέπε εφημερίδα «Bashkimi I Kombit» των Τιράνων της 14ης Μαρτίου 1944) τα πυρπολημένα σπίτια ανέρχονταν στα 25.000 και οι πρόσφυγες στους 100.000.
            Παρά ταύτα, η Ελλάς υποχρεώθηκε να πληρώσει, αν και αμυνόμενη, 218.000.000 δραχμές στους Μουσουλμάνους μόνο του Αργυροκάστρου ως πολεμική αποζημίωση.

            Περίοδος Εμφυλίου – Φυγή – Καταδίκη των Τσάμηδων
            Τον Σεπτέμβριο του 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι αντάρτες του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Ναπολέοντα Ζέρβα που κυριαρχούσαν στην περιοχή,προχώρησαν στη μαζική καταδίωξη και εκδίωξη των Τσάμηδων στην Αλβανία. Αποφασιστικές ήταν οι ελληνικές νίκες στην πρώτη μάχη της Μενίνας (Νεράϊδας) την 17η – 18η Αυγούστου 1944 και στην δεύτερη μάχη της Μενίνας την 20η – 21η Σεπτεμβρίου 1944.
            Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση, οι Τσάμηδες συναισθανόμενοι τις συνέπειες από τις συμπεριφορά τους στη διάρκεια της κατοχής αναζήτησαν προστασία στην Αλβανία και έτσι τον Οκτώβριο του 1944 εγκατέλειψαν εθελουσίως την Θεσπρωτία κάτω από την γενική κατακραυγή, διέβησαν τα προς την Αλβανία σύνορα μέσω της Κονισπόλεως,αφού όμως πρώτα πήραν μαζί τους ολόκληρο τον κινητό πλούτο του ελληνικού πληθυσμού που είχε τότε καταφύγει στα όρη της Πίνδου. Έκτοτε εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία.
            Η φυγή αυτή των Τσάμηδων υπαγορεύθηκε και από τον φόβο τους να μην κλιθούν να δώσουν λόγο στην ελληνική δικαιοσύνη για τα εγκλήματά τους και την συνεργασία τους με τους κατακτητές. Μετά τη φυγή τους την 23η Μαΐου του 1945, το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Ιωαννίνων καταδίκασε ερήμην σε θάνατο 1930 Τσάμηδες επί συνολικού πληθυσμού 19.000, οι οποίοι βαρύνονταν με εγκλήματα πολέμου κατά τη διάρκεια της Κατοχής (ο ένας στους δέκα ήταν εγκληματίας πολέμου). Είχαν όμως ήδη διαφύγει με τις οικογένειές τους στην Αλβανία.
Αρχές της δεκαετίας του 1950 η ελληνική κυβέρνηση δήμευσε και απαλλοτρίωσε τις αγροτικές περιουσίες τους απευθείας ή με δημοπρασίες υπέρ όλων εκείνων που έπεσαν θύματα της θηριωδίας τους, ενώ παράλληλα  με τα Β.Δ 2185/1952 και 1871/1954 στερήθηκαν την ελληνική ιθαγένεια και υπηκοότητα. Με αυτό τον τρόπο έκλεισε νομικά το θέμα των λεγόμενων Τσάμηδων. Τη τύχη των Τσάμηδων ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις δοσιλόγων σε ολόκληρη την μεταπολεμική Ευρώπη, όπως είναι οι Γερμανοί – Σουδήτες της Τσεχοσλοβακίας, οι Κοζάκοι του Δον στην ΕΣΣΔ κ.α.


            Η εικόνα σήμερα
            Επί Χότζα και Αλία το ζήτημα των Τσάμηδων πέρασε στο περιθώριο. Ο Χότζα ειδικότερα τους αντιμετώπισε με δυσπιστία, αφού είχαν συνεργαστεί με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.
            Μετά την πτώση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού το 1991 σε Βαλκάνια και Αλβανία και τον πόλεμο που σημειώθηκε στην πρώην Ενωμένη Γιουγκοσλαβία με κατάληξη τη διάλυση και διχοτόμησή της, το ζήτημα επανήλθε στην επικαιρότητα και οι Αλβανοτσάμηδες επανεμφανίζονται ως «τσάμηδες» αρχίζοντας τις προκλήσεις και τη παραχάραξη της ιστορίας.
Ειδικότερα, τον Μάρτιο του 1991 ιδρύθηκε η πολιτικοστρατιωτική οργάνωση Τσαμουριά (Cameria) με σκοπό τη δικαίωση των Τσάμηδων. Την 27η Ιουνίου 1994 η Αλβανική Βουλή ψήφισε νόμο κατά τον οποίο ορίστηκε η 28η Ιουνίου ως «Ημέρα Γενοκτονίας των Τσάμηδων από τους Έλληνες», επισημοποιώντας έτσι τις διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος. Το 1999 δημιουργήθηκε ο Απελευθερωτικός στρατός της Τσαμουριάς (U.C.C) ο οποίος χρηματοδοτείται όπως ο U.C.K και διαθέτει ολόκληρη ταξιαρχία (5.000 άνδρες) με αμερικανούς εκπαιδευτές της C.I.A. Την 25η Ιουλίου του 2000 η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Αλβανικής Βουλής ανακοίνωσε ότι η Τσαμουριά αποτελεί εθνική υπόθεση για την Αλβανία και ότι θα διεκδικηθεί η επιστροφή των περιουσιών των Τσάμηδων.
            Σήμερα οι Τσάμηδες ανέρχονται αριθμητικά στους 14.000 – 25.000, αλλά η αλβανική προπαγάνδα τους ανεβάζει στους 100.000. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών είναι εγκατεστημένοι στις περιοχές των Αγίων Σαράντα, Δελβίνου, Αυλώνος, Βερατίου, Τιράνων και κυρίως στην Κονίσπολη. Όλοι αυτοί πιέζουν για να επανέλθουν στην Ελλάδα.
            Επίλογος
Οι Τσάμηδες υπήρξαν οι καλύτεροι συνεργάτες των Ιταλών φασιστών και των Γερμανών ναζιστών. Διέπραξαν βιαιότητες και αδικοπραγίες, λεηλασίες και σφαγές, δολοφονίες και εμπρησμούς κατοικιών. Θα πρέπει πάντως να τονισθεί ότι η υπόθεση «Τσαμουριά» δεν αποτελεί μονάχα ένα ακόμη αλυτρωτικό όραμα. Είναι κάτι πιο επικίνδυνο και ρεαλιστικό. Είναι ουσιαστικά η ανάμνηση και επαναδιεκδίκηση ενός υπαρκτού «ψευδοκράτους» που υπήρξε για τέσσερα χρόνια. Και το προωθούν οι ίδιοι οι Αμερικάνοι (δημοσίευση χαρτών Μεγάλης Αλβανίας). Την 28η Σεπτεμβρίου 2005 η αντιπρόσωπος του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών στη διάσκεψη του ΟΑΣΕ στη Βαρσοβία είχε μιλήσει αορίστως για «αλβανική μειονότητα» στην Ελλάδα. Από την άλλη ο γνωστός Νίκολας Μπερνς, πρώην Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα και μυστικός σύμβουλος του Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, είχε δηλώσει ότι: «στην Ελλάδα υπάρχει τουρκική, αλβανική και μακεδονική μειονότητα, οι οποίες τυγχάνουν άσχημης μεταχείρισης από το ελληνικό κράτος».
Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα των «Τσάμηδων» ή της λεγόμενης «Τσαμουριάς», όπως και αυτό του ονόματος των Σκοπίων (βλέπε Μακεδονικό έθνος ή Μακεδονία του Αιγαίου) ή τα σενάρια περί αυτονόμησης της Δυτικής Θράκης (βλέπε Τουρκική Δημοκρατία της Δυτ. Θράκης) οφείλονται κατά κύριο λόγο όχι μόνο στις ορέξεις των γειτόνων μας και των Αμερικανών καθοδηγητών τους, αλλά και στην έλλειψη σοβαρότητας και υπευθυνότητας στην χάραξη και άσκηση της εθνικής μας εξωτερικής πολιτικής.
            Η Ελληνική διπλωματία τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από στρουθοκαμηλισμό και έντονη υποτονικότητα ως προς τις αντιδράσεις της, αφού ως χώρα συνεχίζουμε να ομιλούμε περί κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής και πορείας. Η θέση μας όμως πρέπει να είναι καθαρή: Πιστή εφαρμογή των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σεβασμό απέναντι στα ακριβή γεγονότα της ιστορίας και των δικαστικών αποφάσεων, ειδικά όταν πρόκειται για εγκλήματα πολέμου.
            Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Τσαμουριά είναι ένα ακόμα προϊόν διεθνούς προπαγάνδας, το οποίο εντάσσεται σε έναν  γενικότερο σχεδιασμό αναταραχής και αποσταθεροποίησης με κατάληξη μια Νέα Τάξη Πραγμάτων. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία στο χώρο των Βαλκανίων μικρών κρατών, πολυεθνικών, πολυφυλετικών, πολυθρησκευτικών και πολυπολιτισμικών, έτσι ώστε οι λαοί αυτών των κρατιδίων να είναι διαιρεμένοι και να μην μπορούν να αντιδράσουν.
            Επομένως απαιτείται εγρήγορση, αμεσότητα και δυναμισμός. Στην περίπτωση της Τσαμουριάς και των Τσάμηδων, οι οποίοι σήμερα αρνούνται ότι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές και ζητούν να αποζημιωθούν, θα πρέπει σε κάθε ευκαιρία και περίπτωση να προβάλουμε  την ελληνική κοινότητα της Βορείου Ηπείρου, τα δικαιώματα αυτής και τις διώξεις – καταχρήσεις που αυτή υφίσταται.

            Ενδεικτικές βιβλιογραφικές πηγές
v  Απόφαση 344 / 23 Μαϊου 1945 του Ειδικού Δικαστηρίου δοσιλόγων των Ιωαννίνων
v  Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, φ. 58, έκθεση Γενικού Επιθεωρητή μειονοτήτων Κων/νου Στυλιανόπουλου, σσ 2 – 11.
v  Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, φ. 108, εμπιστευτική έκθεση Γενικού Διοικητή Ηπείρου.
v  Βασιλικό Διάταγμα 2185 / 1952
v  Βασιλικό Διάταγμα 1871 / 1954
v  Βασιλικό Διάταγμα 2781 / 1954
v  Georgia Kretsi, «The ‘‘Secret’’ Past of the Greek-Albanian Borderlands», περ. Ethnologia Balcanica, 6 (2002), σσ 171-95.
v  Διαδικτυακός ιστότοπος www.mixanitouxronou.gr / οι τσάμηδες.
v  Διαδικτυακός ιστότοπος www.efsyn.gr/άρθρο/ μια ανεπιθύμητη μειονότητα.
v  Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 58, σελ. 171 – 172, λήμμα «Τσαμουριά» και «Τσάμηδες».
v  Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΥ, τόμος 17, σελ. 892, λήμμα «Τσαμουριά» και «Τσάμηδες».
v  Κόντης Βασίλειος (επιμ.), Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις. τ. ΙΙΙ (1922-1929) και IV (1930-1940), Αθήνα 1997, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
v  Λάμπρος Χαρίτων Κ., οι Τσάμηδες και η Τσαμουριά, Αθήναι, 1940.
v  Λιακόπουλος Δ. Δ., Απόρρητος Φάκελος Τσαμουριά, εκδόσεις Λιακόπουλος, 2003.
v  Μαντά Ελευθερία, οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923 – 2000), εκδόσεις Ι.Μ.Χ.Α, Θεσσαλονίκη, 2004.
v  Μαργαρίτης Γιώργος, Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες, Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας. Τσάμηδες – Εβραίοι, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2005, σσ 155 – 161 και 170 – 197.
v  Μπαλτσιώτης Λάμπρος, «Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες από την είσοδό τους στο ελληνικό κράτος μέχρι την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (1913-1940). Η ιστορία μιας κοινότητας από το millet στο έθνος» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2009).
v  Νικολάου Χαραλ. Γ., Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες – συμφωνίες και συμβάσεις. Από 1453 μέχρι σήμερα, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, εκδόσεις Ι. Φλώρος.
v  Παπαθεοδώρου Απ. Π., οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες, εκδόσεις Πελασγός, 2012.
v  Σάρρας Γιάννης, Μνήμες της τραγικής περιόδου 1936-1945, Αθήνα 2001, εκδόσεις. Στ. Βασιλόπουλος.

Κωνσταντίνος Σχοινοχωρίτης, Ιστορικός - Αρχειονόμος

Πηγή: Academia (Google)