Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Η θειάκα Λιένα ψηφίζει

Η θειάκα Λιένα ψηφίζει

Μια κωμική ιστορία από την ζωή των παλιών Αρβανιτών:
Η διαδικασία των εκάστοτε εκλογών φέρνει στο νου μας διάφορες τραγελαφικές ιστορίες που συνέβαιναν στα χωριά με τους ψηφοφόρους και τους κομματάρχες.
Απειλές, εξαγορά συνειδήσεων, ατέλειωτες συζητήσεις και ειδικά στα καφενεία του χωριού, διαπληκτισμοί και πολλές γραφικότητες.
Κομβικό γεγονός αποτέλεσε και η παροχή του δικαιώματος της ψήφου στις γυναίκες στην δεκαετία του ΄50, που συζητήθηκε πολύ και προκάλεσε τα δυσμενή σχόλια των ανδρών.
Ο άνδρας της θειάκας Λιένας, ο μπάρμπα Μήτσος, δεν έχανε την ευκαιρία να μην έλεγε κάτι για την κυβέρνηση, στο να επιτρέψει και στις γυναίκες να ψηφίζουν στις εκλογές, και κάτι είχε να πει και στην γυναίκα του, την θειάκα Λιένα.
- Να, μόη κουτοπόνηρε, τσι ντο εδέ ψήφο.
( Να, μωρή κουτοπόνηρη, που θέλεις και ψήφο ).
Στην ουσία όμως, εκείνη είχε τον πρώτο λόγο στο σπίτι, εκείνη έκανε κουμάντο, εξού και το γεγονός ότι ήταν γνωστός ως «Μήτσι ι Λιένς» ( Ο Μήτσος της Λιένας ).
Παρ΄ όλα αυτά όμως, με τον ποιον να επιλέξει, να ψηφίσει, δεν τα πήγαινε καλά και έτσι έπαιρνε έτοιμο το ψηφοδέλτιο, και μάλιστα σταυρωμένο από τον γιό της τον Παναγή, και απλώς το έβαζε στον φάκελο και το έριχνε στην κάλπη.
Τις τελευταίες εκλογές, πριν πεθάνει, την Κυριακή των εκλογών πήγε πρώτα στην εκκλησία, όπως είχε συνηθίσει κάθε Κυριακή να πηγαίνει, και μετά θα πήγαινε να ψηφίσει στο σχολείο.
Έτσι λοιπόν, όταν τελείωσε η εκκλησία, και αφού έκανε το κουτσομπολιό της με την παρέα της, πήρε και το αντίδωρο, καθώς επίσης και την «Φωνή του Κυρίου», που μοίραζε ο παπα-Αριστείδης για την ενημέρωση των πιστών, για το ευαγγέλιο και τα εκκλησιαστικά, πήρε το δρόμο για το εκλογικό τμήμα ώστε να πραγματοποιήσει το εκλογικό της δικαίωμα.
Δεν ήξερε, βέβαια, να διαβάζει, αλλά ήταν μια απαραίτητη διαδικασία.
Για αυτό έβαλε στο φάκελο το χαρτί και τον έριξε στην κάλπη.
Γύρισε στο σπίτι ικανοποιημένη, αφού πραγματοποίησε και το εκλογικό της δικαίωμα.
- Ψήφισες μάνα; Την ρώτησε ο γιος της ο Παναγής.
- Ναι, ντιάλιο, ( Ναι, παιδάκι μου ) του απάντησε η μάνα του.
- Τσι ψηφίσε, μόη εμάρ; την ρώτησε ο μπάρμπα Μήτσος.
- ( Τι ψήφισες, μωρή τρελή; )
- Ψήφισα τσι μ’ δα ντιάλι, τι τσι ντο; ( ψήφισα ό,τι μου έδωσε το παιδί, εσύ τι θες; ), είπε και έβγαλε το άλλο χαρτί να το δώσει στον γιο της τον Παναγή να το διαβάσει.
Τραγωδία ! Το χαρτί ήταν το ψηφοδέλτιο, στην κάλπη είχε ρίξει την «Φωνή του Κυρίου».
- Βρε μάνα, τι έρριξες στην κάλπη;
- Αχού, τσι μπ ΄ρα ντερεζέζα ! Στούρα κάρτ’ν τσι μ’δα πρίφτη!
( Αχού, τι έκανα η μαυρόπορτη [=κακομοίρα] ! Έριξα το χαρτί που μου έδωσε ο παπάς ).
- Να ρεζίλιε, τσι ντο εδέ ψήφο, της είπε με ικανοποίηση μουτζώνοντάς την ο Μπάρμπα Μήτσος (Να ρεζίλω, που θες και ψήφο).


Δημοσιεύτηκε από την συνεργάτιδά μου,κ. Γεωργία Καλαβρέτζου,χωρίς αναφορά πηγής,στην τότε fb ομάδα μου Αρβανίτες στις 8 Μαΐου 2014.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Κώστας Τριανταφυλλίδης, Η γενετική κληρονομιά των Πομάκων



Ο Γενετιστής Πανεπιστημιακός Κώστας Τριανταφυλλίδης σ΄αυτήν την έρευνά του (ΕΝΔΟΧΩΡΑ,τ. 103,Μάρτιος 2017, σελ. 31-35) εξετάζει την γενετική ταυτότητα των Ροδοπαίων Πομάκων,συμβάλλοντας στην εξακρίβωση της ιστορικής και φυλετικής φυσιογνωμίας αυτού του (παραμελημένου απ΄ το Ελληνικό κράτος,όχι,όμως,απ΄ τον νεο-οθωμανικό επεκτα-τισμό) λαού της Θράκης. 

Διαβάστε - Κάντε λήψη: 

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Βέσιζα, η σφεντόνα των Αρβανιτών

Η βέσιζα,η σφεντόνα όπως την έλεγαν οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες,αποτελούσε μια απλή χειροποί-ητη κατασκευή.Έβρισκαν οι παλιότεροι ένα γερό ξύλο με το κατάλληλο σχήμα  Υ  ,κι έδεναν στις δύ-ο πάνω απολήξεις του τα άκρα από ένα κομμάτι λάστιχο.Η σφεντόνα ήταν έτοιμη! Δεν γνωρίζω πιο παλιά,όταν δεν υπήρχαν διαστελλόμενα λάστιχα,τι υλικό χρησιμοποιούταν ως μέσο εκτίναξης.
Αυτές οι αυτοσχέδιες βέσιζες-σφεντόνες έφτασαν ως τα χρόνια που ήμουν παιδί (1965-75).Μετά ε-γκαταλείφθηκαν,στο χωριό μου (Βαρνάβας) τουλάχιστον.Ήρθε η τηλεόραση,μεταβλήθηκαν τα κοι-νωνικά δεδομένα,άλλαξε η έννοια του παιχνιδιού,υποβαθμίστηκε η σχέση με την φύση,η αγροτο-κτηνοτροφική ταυτότητα των χωριών μας παραμερίστηκε από δυναμική αστικοποίηση και,το κυρι-ότερο,τα πουλιά σχεδόν …χάθηκαν.Εκεί που κάθε σπίτι είχε τη χελιδονοφωλιά του,στις υπαίθριες παιδικές ανιχνεύσεις μας ανακαλύπταμε συνεχώς κάτω από γιοφύρια και μέσα στα σκίνα πτηνο-φωλιές και τα σμήνη από ψαρόνια αποτελούσαν τακτικό κινούμενο καφετί μοτίβο στον ουρανό, τότε,μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα,το σφουγγάρι του εκμοντερνισμού τα ΄σβησε ανεπαίσθητα κι ανεξήγητα κι όλα αυτά,μαζί με την αθωότητα της παλιάς εποχής.
Οι μερακλήδες πιτσιρικάδες στα μέρη μου είχαν επιφέρει μιαν λειτουργική,όσο κι αποτελεσματική καινοτομία στη βέσιζα-σφεντόνα.Στη μέση του λάστιχου,εκεί που θα τοποθετούσαν το πετραδάκι προς εκσφενδόνιση,προσάρμοζαν ένα τετράγωνο μεγαλούτσικο κομμάτι πανιού.Έτσι,αφ΄ ενός μπο-ρούσε να χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερο χαλίκι,κι απ΄ την άλλη,το πιάσιμο της πετρούλας να είναι ευχερέστερο και η βολή,επομένως,περισσότερο εύστοχη.Το πανάκι είτε ραβόταν απευθείας πάνω στο λάστιχο είτε [το καλλίτερο] κοβόταν το λάστιχο στη μέση του κι έμπαινε εμβόλιμο στο σημείο τομής το κομμάτι πανιού,ραμμένο γερά στις δύο κομμένες άκρες του λάστιχου.
Βέσιζα (το ακριβές είναι: βέσιεζα,όπου –[ι]εζα συνήθης υποκοριστική κατάληξη ονομάτων στα αρβα-νίτικα) όμως,λεγόταν και το «αυτί» του αλετριού,η λαβή του.Ανάλογα αν το αλέτρι ήταν μονόφτερο ή δίφτερο,είχε μία ή δύο βέσιζες.
Η λέξη βέσιζα (βες + [ι]εζα) είναι υποκοριστική της λ. βες=αυτί. Δηλαδή,βέσιζα: αυτάκι.
Βεσαλάς,ονομαζόταν αυτός που είχε μεγάλα αυτιά.Υπάρχει ακόμα και το (γνωστό κι ως επώνυμο) κοροβές (Κοροβέσης),αποτύπωση στα αρ-βανίτικα του προσδιορισμού ατόμων κατά την Βυζαντινή περίοδο (μετά την επιβολή της τιμωρίας της κοπής των αυτιών) Κοτσάφτης ή Κο-ψαυτιάς (άλλοι συναφείς προσδιορισμοί: Κοψαχείλης και Κουτσο-μύτης [ή,επί το λογιότερον,Ρινότμητος],παράγωγα από την παρα-δειγματικά σκληρή,αλλά και τόσο βάρβαρη,ποινή του Βυζαντινού Δι-καίου να κόβονται προς εξευτελισμό (αλλά και φρονιματισμό των υ-πολοίπων) τα αφτιά,η μύτη ή τα χείλη παραβατών του νόμου και όσων πρόσβαλαν τα κοινά ήθη.
Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις (βέσιζα = σφεντόνα και βέσιζα = χερούλι του αλετριού) χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του αρβανίτικου βες (=αυτί) με την έννοια της λαβής,κάτι που μπορεί κατά πρώτον να παραξενέψει.Όμως,από παλιά στη γλώσσα μας το αυτί (ους) χρησιμοποιείται και με την έννοια: χερούλι,προεξοχή/μέσο πιασίματος,λαβή,πιάστρο.Αυτό, για καθαρά μιμητικό,παρομοιαστικό λόγο.Το κεφάλι με τα εξέχοντα αυτιά που πετάγονταν στα πλαϊνά του,ως συνολικό σχήμα,θύμιζε κι έμοιαζε με δοχείο,πίθο,αμφορέα κ.λπ.,με όλα αυτά τα γνωστά σκεύη μεταφοράς και αποθήκευσης κυρίως υγρών που διέθεταν στο μέσο ύψος τους δύο εκατέρωθεν λαβές.Αυτή η απλή σχηματική ομοιότητα συνετέλεσε ώστε απ΄ τα αρχαία κιόλας χρόνια οι λαβές των αγγείων κατ΄ αρχήν,κι έπειτα γενικά κάθε χειρολαβή,να ονομάζονται ως ώτα (Αμφώες [αμφί + ώτα] αμφορείς = μετά δύο ωτίων,με δύο λαβές). Ούατα (=ώτα) δι΄΄ αυτού τέσσαρ΄ έσαν, Ιλ. Λ 632, αμφορεύσιν υπό των ώτων ραδίως μεταφερομένοις, Βίων π.Πλούτ. Ηθ. 536Α. Το ους διέθετε κι άλλες μεταφορικές σημασίες (ακόμα και στην αρχιτεκτονική ως και την ανατομία),αλλά δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε σ΄ αυτές.
Ως προς την ετυμολογία της λέξης,τα λεξικά μας δίνουν πλήθος συναφών γλωσσικών ριζών.Ο αρχαιότατος τύπος φαίνεται να ήταν: ούσος → όος → ους.Στην Ιωνική: ούας (γεν.: ούατος),στην Δωρική: ως (γεν.: ωτός).Ενδιαφέρον δη-μιουργεί/προκαλεί ο Λακωνικός τύπος αυς (γεν.: αυτός, → αυτίον,αυτί).Πιθανότατα,εδώ,να ανιχνεύεται το ρήμα αΐω (επαΐω): αντιλαμβάνομαι διά της ακοής,ακούω,καταλα-βαίνω,προσέχω,εννοώ,ακροώμαι.Γλωσσολόγοι εκτιμούν ότι απ΄ το αΐω προέρχονται και τα: αισθάνομαι,αετός (και τα λατινικά audio,ίσως και auris).Η περίπτωση του αυς (afs) είναι πολύ κοντά στο αρβανίτικο βες (ves),καθώς και σ΄ αυτήν υπάρχει χειλικό σύμφωνο (β φ - v f).Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη (σελ. 1289) δίδεται μια σημαντική σχετική πληροφορία: ους / ως < ό(F)ος < ούσος (με σίγηση τού ενδοφωνηεντικού –σ- και συμφωνική αντιπροσώπευση του –F- προ φωνήεντος).Η παρουσία φωνηεντισμού ο- στην αρχή της λέξης,καθότι δεν μαρτυρείται σε άλλες συνώνυμες λέξεις των Ι.Ε. γλωσσών,ερμηνεύεται ως προϊόν αναλογίας προς τις λέξεις όμμα,οφθαλμός,όψις κ.τ.ό.
Σύμφωνα με την μόλις παραπάνω ερμηνεία/προσέγγιση,η λέξη ους προέκυψε στην γλωσσολογική παραγωγική σειρά από την λέξη Fος (φος),με αρχικό χειλικό σύμφωνο,κάτι που συμβαίνει και στο αρβανίτικο βες (φος – βες),επιτρέποντάς μας,αφού λάβουμε υπ΄ όψιν και τις αλλοιώσεις προφοράς μέσα στο χρόνο,να θεωρήσουμε/αποδείξουμε και αυτήν την λέξη του αρβανίτικου γλωσσικού μορφώματος ως παράλληλο τύπο (παραφθορά ή ρίζωμα;) της αντίστοιχης λέξης της Ελληνικής γλώσσας.
Αυτά είναι τα αρβανίτικα.Απόλυτα ενταγμένα στην Ελληνική πραγματικότητα και εξέ-λιξη.Ένας παράλληλος αρχαίος κώδικας των Ελλήνων Ηπειρωτών που η μελέτη και ανάλυσή του πιστοποιεί την πλήρη ένταξή του στην Ελληνική κοσμοαντίληψη και δημιουργία.

Για την τεκμηρίωση του κειμένου χρησιμοποίησα τα λεξικά:
● Liddell & Scott
Hofmann
● Σταματάκου
● Δημητράκου
● Μπαμπινιώτη
● Magenta


Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος – Συγγραφέας