Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Το ψωμί στους Αρβανίτες

Το ψωμί στους Αρβανίτες

   Οι αρβανίτισσες νοικοκυρές φρόντιζαν να μην λείπει ποτέ το ψωμί από τα σπίτια τους.Ζύμωναν δύο με τρεις φορές την εβ-δομάδα από πέντε τουλάχιστον ψωμιά με σταρένιο αλεύρι. Χρησιμοποιούσαν προζύμι και μέχρι «να ανέβουν» τα ψωμιά, τα τοποθετούσαν στην πινακωτή σε καθαρές υφαντές πετσέ-τες,τις μεσάλες,και αφού έκαιγαν καλά τον φούρνο,τα «έρι-χναν» με το φουρνόξυλο για να ψηθούν.Έφτιαχναν και ένα μικρό ψωμί την προπύρα,που ψηνόταν πρώτο και ζεστό όπως ήταν το πήγαιναν στους ηλικιωμένους γονεις,όπως και μικρά κουλούρια για τα παιδιά του σπιτιού.Πάντα κρατούσαν λίγο ζυμάρι και με αυτό έφτιαχναν τηγανόπιτες σε καυτό λάδι που τις έτρωγαν με πετιμέζι ή πρόσθεταν λίγο τυρί και λάδι και έφτιαχναν τυρόψωμο.
   Το πρώτο προζύμι πιάνονταν πάντα με τον αγιασμένο βασιλικό του Σταυρού,τον Σεπτέμβριο. Βουτούσαν τον βασιλικό σε χλιαρό νερό.Σε ένα πήλινο δοχείο με ένα κουτάλι ανακάτευαν μια χούφτα αλεύρι,λίγο αλάτι και το ευωδιαστό νερό.Τον χυλό που γινόταν τον σταύρωναν με τον βα-σιλικό τρεις φορές,σχημάτιζαν το σχήμα του σταυρού με τα κλωνάρια του βασιλικού και τον σκέπαζαν με υφαντή πετσέτα.Όση ώρα τα έκαναν αυτά,έψαλαν το απολυτίκιο της ημέρας.Παλιές Αρβανίτισσες με ήθος και σεβασμό στην παράδοση! Σ΄ όλες τις χαρές και στις λύπες έκαναν ψωμιά διαφορετικά «κεντημένα» κάθε φορά.Στους γάμους πρόσφεραν στον γαμπρό και στην νύφη κεντη-μένη κουλούρα με σύμβολα ευγονίας,την κουλούρα του γάμου,ενώ στους συγγενείς πρόσφεραν μικρές κουλούρες κεντημένες και αλειμμένες με μέλι.Το Πάσχα οι πεθερές έστελναν στις αρρα-βωνιασμένες νύφες τους την κοσόνα,το τσουρέκι της Λαμπρής δηλαδή,με το κόκκινο αυγό.Το ίδιο και οι νονές στα βαφτιστήρια τους.Ποτέ δεν ξεχνούσαν και το χρέος τους προς τον Θεό.Έφτιαχναν πρόσφορα και αρτοκλασίες για την υγεία της οικογένειας τους.Τέλος,πάντα θυμόνταν και τους κεκοιμισμένους ανθρώπους τους.Στα μνημόσυνα πρόσφεραν κουλούρια όπου έβαζαν απάνω σφρα-γίδα με σταυρό.
Ετυμολογία
   Το ψωμί (αρχ. άρτος) είναι βασικό είδος τροφίμου με ιδιαίτερη θρεπτική αξία.Ανήκει στην παρα-δοσιακή διατροφή,ιδιαίτερα αυτής των φτωχών.Το ψωμί είναι η βασική τροφή στην Ευρώπη,αλλά και στους πολιτισμούς της Αμερικής, της Μέσης Ανατολής (όπου έχει σχήμα πίτας) και της Βόρειας Αφρικής,σε αντίθεση με την ανατολική Ασία, όπου η βασική τροφή είναι το ρύζι. Γνωστό και ως «η ουσία της ζωής»,το ψωμί παρασκευάζεται εδώ και 30.000 χρόνια. Θεωρείται η πλέον πλήρης και φτηνή τροφή και θεωρείται βασικό βοηθητικό τρόφιμο σε περιόδους ακραίας διατροφικής ένδειας.
   Η λέξη στην αρχαιότητα: ο ψωμός (του ψωμού) [άλλον δε ποτε των συνδείπνων ιδών επί τω ενί ψωμώ πλειόνων όψων γευόμενον … έφη, Ξεν. Απομν. 3.14.5. – εοικέναι αυτούς τοις παιδίοις,ά τον ψωμόν δέχεται μεν,κλαίοντα δε, Αριστ. Ρητ. 3.4.3.] σήμαινε,για την ακρίβεια,όχι ολόκληρο καρβέλι, αλλά κομμάτι του και ονομάστηκε έτσι επειδή τριβόταν,εύκολα δημιουργούνταν ψίχουλα,από το ρήμα ψώω=τρίβω.Από αυτό το ρήμα προέρχεται και το κύριο όνομα Ψωφίδα που δήλωνε περιοχή (κατ΄ επέκταση και τον εκεί αναπτυγμένο οικισμό) παραγωγής άμμου.Οι πιο γνωστές Ψωφίδες της αρχαιότητας βρίσκονταν στην Αρκαδία και την Αττική,η δεύτερη εκεί που είναι σήμερα το χωριό Κάλαμος,μάλιστα δεν είναι ξεκάθαρο αν το Αμφιαράειον (Αμφιάρειον) υπαγόταν στον δήμο του Ωρωπού ή αυτόν της Ψωφίδας.
   Στα μεσαιωνικά χρόνια ο ψωμός μετατράπηκε σε ουδέτερο: το ψωμίον > ψωμίν,απ΄ όπου και το σημερινό ψωμί.
Βυζαντινή μπρούτζινη σφραγίδα αρτοποιείου. Επιγραφή: ΠΡΟΚΛΟΥ. 7ος-8ος αιώνας.

   Το ψωμί από κριθάρι ονομαζόταν μάζα,ενώ από στάρι άρτος [άρτος τρισκοπάνιστος,Βατραχομ. 35].Παραδόξως τα λεξικά της αρχαίας αδυνατούν να ετυμολογήσουν τον άρτον,ως αμφιβόλου ρίζας! Η ρίζα αρτ- απ΄ την οποία παράγονται πλήθος ονομάτων και ρημάτων,και για τον άρτο (αρτίχρι-στος,αρτοδαισία,αρτοκλασία,αρτοζήτης,αρτοπωλία,αρτοσπογγίτης,αρτοστροφέω,αρτοκοπέω κ.λπ.), δηλώνει πληρότητα,ολοκλήρωση,συμπλήρωση,κατάρτιση,ωφελιμότητα,αίσθηση υγείας,αλλά και χρονικά το: μόλις τώρα,μόλις πριν λίγο (άρτι).Δηλαδή,η ρίζα εκφράζει,ευθέως ή μεταφορικώς,την έν-νοια της εκπλήρωσης του βασικού,της ακεραιότητας,της κάλυψης του οφειλόμενου,της μεστότη-τας και της τελείωσης.Το ρήμα: αρτιόω = περαίνω τι,περατώ,φέρω εις πέρας,συμπληρώ,τελειώνω.Ο άρτος,επομένως,ονομάστηκε έτσι,επειδή διατροφικά πληρούσε  τις κύριες ανάγκες.Ήταν και παρα-μένει,έστω και με υποκατάστατά του,κύρια πηγή ενέργειας,αναντικατάστατη τροφή και απαραίτη-το υλικό στο τραπέζι του φαγητού.Η άρτια διατροφή προϋπόθετε/προϋποθέτει τον άρτο! Υπάρ-χουν μάλιστα,προς απόδειξη της σπουδαιότητας του ψωμιού/άρτου,παροιμίες και λαϊκές εκφράσεις που όχι μόνο το εξισώνουν/ταυτίζουν με την έννοια της τροφής,αλλά και με την ίδια τη ζωή! (Δου-λεύει για να βγάλει το ψωμί του – Φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι – Δεν έχω ψωμί να φάω – Τελείωσαν τα ψωμιά του κ.λπ.)
   Το ψωμί στα αρβανίτικα λεγόταν μπουκ,λέξη με καμία προφανή φωνητική/ ηχητική σχέση με τα ψωμός, μάζα, άρτος, αλλά απολύτως ταυτιζόμενη εννοιολογικά με τον άρτο.Ας το δούμε:
   Αφαιρώντας την συνήθη κατάληξη ονομάτων –κ στα αρβανίτικα,μας μένει το θέμα μπου- ,που δεν είναι παρά  το βου- με την γνωστή τραχύτητα/εκτράχυνση των αρβανίτικων.Με την ρίζα βου- είχα εκτεταμένα κι αναλυτικά ασχοληθεί στην εργασία μου: Μπούας (διαβάστε την πατώντας εδώ).Μεταφέρω εδώ το τμήμα που είναι χρήσιμο για να καταλάβουμε γιατί οι αρβανιτόφωνοι Ηπει-ρώτες Έλληνες βάφτισαν το ψωμί βου-κ μπου-κ :

   Το όνομα βους δεν αποδιδόταν μόνο στο γνωστό ζώο,αλλά ίσως και από τον όγκο,το εκτόπισμα και την επιβολή αυτού του ζώου είχε πάρει τον χαρακτηρισμό του εξέχοντος,του πρωτεύοντος,του ηγεμονικού.Δεν αποκλείεται,βέβαια,να συνέβη το αντίθετο: το ουσιαστικό βους (με τα κυριαρχικά σημασιολογικά συστατικά του) να ονομάτισε το ζώο κατ΄ αναλογί-αν.Εκτιμώ ως ισχυρότερο και βάσιμο το δεύτερο.Στα αρχαία κείμενα,αν δεν αναφέρεται το γένος του ζώου,θεωρείται ότι μιλάμε για το θηλυκό (η βους= αγελάδα).Έτσι,συχνά ο Όμη-ρος προς δήλωση του αρσενικού βοός προσθέτει λέξη (ταύρος  βους Ιλ. Ρ 389 ή βους άρσην).Απ΄ τον Όμηρο πάλι παίρνουμε πληροφορίες για τα χρόνια εκείνα σημαντικές για τους βόες και αποδεικτικές του γιατί τους δόθηκε αυτό το επιβλητικό όνομα.Χρησίμευαν λοιπόν ως μέτρο εκτίμησης και αποτίμησης (λέβητ΄ άπυρον,βοός άξιον Ιλ. Φ 885. Κάποια νύμφη λαμβάνει ως μερίδιο [προίκα;] εκατό βους Ιλ. Λ 211. Βλέπε και τα σχετικά επίθετα: τεσσεράβοιος [=ισάξιος με τέσσερα βόδια], εννεάβοιος [=ισάξιος με εννιά βόδια], δωδεκάβοιος [=ισάξιος με δώδεκα βόδια], εκατόμβοιος [=ισάξιος με εκατό βόδια].Τόση είναι η κεφαλαιώδης σημασία της θηλυκής βοός που φτάνει να δηλώνει μεταφορικά την μη-τέρα! (Συναντάται η υποδήλωση και στον Πίνδαρο –Η 4. 253- και στον Αισχύλο –Αγαμέμνων 1125-).
   Το βους στην σύνθεση (ως πρώτο συνθετικό,ως βου- ) εκφράζει την υπερβολή,το μεγάλο ή τερατώδες.Έτσι,έχουμε: βουβαύκαλος (ο πολύ άσωτος),βούβρωστις (η μεγάλη πεί-να),βουγάιος (ο υπερβολικά καυχησιάρης),βούπαλις δεινή,σκληρή πάλη/μά-χη),βούπεινα (η βουλιμία),βούσυκον (το μεγάλο χονδροειδές σύκο),βούφορτος (πολυφορτωμένος),βούλιμος (ο έχων βουλιμία),βούπαις (μεγάλο,μεγαλόσωμο παι-δί),βουχανδής (που μπορεί να χωρέσει μεγάλη ποσότητα).Δεν είναι τυχαίο ότι το άλογο του μεγάλου Αλεξάνδρου λεγόταν Βουκεφάλας (Στράβων 698, Πλούταρχος «Αλέ-ξανδρος»,61).Ανήκε σε Θεσσαλική φυλή ίππων (Βουκέφαλοι) με αυτοκρατορικό παρά-στημα.
   Εκτός από όλα τα παραπάνω,όμως,που μας βοηθούν να καταλάβουμε την προέλευση του ηγετικού προσωνυμίου Μπούα(ς) στις κοινότητες των αρβανιτοφώνων Ελλήνων της Η-πείρου,πρέπει να σταθούμε και στην αρχαιοελληνική λέξη βούα = αγέλη,ομάδα παιδιών.Ο αρχηγός της βούας εκαλείτο βουαγόρ (= βούα + άγω).Βούα και βουαγόρ είναι λέξεις των Λακεδαιμονίων,κατά τον Ησύχιο.Ο αγελάρχης λεγόταν και βουαγός (απαντάται σε πολλές Λακωνικές επιγραφές), αλλά και βοαγός (απαντάται,ομοίως,σε πολλές Λακωνικές επιγραφές).Εκτιμώ ότι αυτή η ομάδα Δωρικών λέξεων της Λακωνίας ανήκει στα λογικά και απ΄ ευθείας παράγωγα του «βους».Μικροκοινωνίες ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά και ηγετική διαχείρισή τους.Αν το μεταφέρουμε στους Αρβανίτες (αυτούς τους Δωριείς του Βορά): η φάρα και ο μπούας της! 

   Η ρίζα βου- (στα αρβανίτικα: μπου- ),λοιπόν,δήλωνε το κεφαλαιώδες,το σημαντικό,το υπέρ-τερο,το ηγετικό,το πρώτιστο.Τι πιο φυσικό,επομένως,με αυτήν να δηλωθεί το πλέον βασικό συστατι-κό της τροφής,άρα και της ζωής: το ψωμί !! Γίνεται φανερό ότι η λ. μπουκ δεν δήλωνε το προϊόν ζύμωσης που έχει ψηθεί στον φούρνο,αλλά την μέγιστη αξία του για την ζωή· δεν όριζε παρασκεύα-σμα,αλλά αξιολογούσε την χρησιμότητα και τη βαρύτητά του.Έτσι,έχουμε ένα επίθετο που μέσα απ΄ την καθημερινή χρήση ουσιαστικοποιήθηκε (βλέπε:  κάνε το καλό και ρίξ΄ το στο γιαλό!). Στην ίδια κατηγορία ανήκαν τα επίθετα της αρχαίας πατρίς (πατρίς γη) και κέλης (κέλης ίππος) που κατέληξαν ως ουσιαστικά.
   
Αυτά είναι τα Αρβανίτικα! Άρρηκτο,και τόσο παλιό,οργανικό τμήμα του Ελληνικού νοείν και της εκφραστικής γλωσσοπλασίας του.Όποιος  διαφωνεί, ας ετυμολογήσει το αρβανίτικο μπουκ εκτός του Ελληνικού κώδικα επικοινωνίας…

Γιάννης Βασ.  Πέππας, Φιλόλογος – Συγγραφέας

Διαβάστε ακόμα,σχετικά:






Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Αρβανίτες: Η αλήθεια για την καταγωγή τους


ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ
Πολλά κατά καιρούς είναι τα όσα ακούγονται σχετικά με την καταγωγή των Αρβανιτών. Οι γεί-τονες από την Αλβανία και κάποιοι ψευτοκουλτουριάρηδες τους θέλουν Αλβανούς. Η ανθελλη-νική προπαγάνδα ως γνωστόν ανθεί στις μέρες μας, όμως μια σύντομη ματιά στη ιστορία θα μας βοηθήσει να ξεδιαλύνουμε το τοπίο.
Οι Αρβανίτες είναι απόγονοι μεταναστών από τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο, οι οποίοι εγκατα-στάθηκαν σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και σε νησιά του Αργοσαρωνι-κού από τα τέλη του 13ου αιώνα έως τον 15ο αιώνα, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών Αυτο-κρατόρων και Δεσποτών (Δυναστεία Παλαιολόγων), καθώς και των Καταλανών και των Βενε-τών που κατά διαστήματα κυριαρχούσαν σε αυτές τις περιοχές.
Φυλετικά και γλωσσικά συγγενεύουν με τους Τόσκηδες, Ελληνικά φύλα της Ηπείρου, οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε Αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την Αλβα-νική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την Ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανί-τικη διάλεκτο. Χαρακτηριστική είναι η έντονη διαφοροποίηση τους με τους Γκέγκηδες, τη φυλή της Βόρειας Αλβανίας, τόσο γλωσσικά όσο και πολιτισμικά, ενώ πρέπει να τονιστεί ότι στο λεξι-λόγιο τους δεν συμπεριλαμβάνεται οι όροι «Σκιπτάρ» και «Σκιπερία», εθνικές ονομασίες των Αλβανών και της Αλβανίας αντίστοιχα.
Οι Αρβανίτες παράλληλα θεωρούνται ως οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού και όχι άδικα α-φού, με το αρχαίο Ελληνικό αυτό φύλο παρουσιάζονται πολλές ομοιότητες στην κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα.
Πρωτοαναφέρονται στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, "Αλεξιάδα" Το βιβλίο ασχολείται με τις τα-ραχές στην περιοχή του Αρβάνου (απ' όπου και πήραν το όνομά τους) τις οποίες προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (1081 -1118). Στην «Ιστορία» (1079 -1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλιάτης ή-ταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς, φυλή προερχόμενη από τον Καύκασο, ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.
Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, Αλβανοί μισθοφό-ροι πολεμούσαν με το μέρος του εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η Αλβανική αριστοκρατία μόνο πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους.
Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχη-γοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες και το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν στη γη αποστε-ρούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους πωλούμενοι ως σκλάβοι.
Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να α-ποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των εδαφών από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι. Πέρα όμως από τις μεταβολές αυτές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον η οθωμανική εισβολή.
Οι πηγές αναφέρουν ότι η δια θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν ανα-φορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι Αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ.
Από τότε οι Αρβανίτες παρουσιάζονται ως γνήσιοι νομάδες, και τους συναντούμε από τη Θεσ-σαλία ως την Αττική και από την Ακαρνανία ως τα νότια της Πελοποννήσου, φέρνοντας μαζί τους και τα προτερήματα τους ως γεωργοί, ενώ χρησιμοποιήθηκαν τόσο από το Δεσποτάτο του Μυστρά όσο και από τους Βενετούς ως μισθοφόροι στρατιώτες.
Να σημειωθεί ότι οι Αρβανίτικοι πληθυσμοί ήταν και παρέμειναν πιστοί στην Ελληνική Ορθο-δοξία, αντίθετα με τους Αλβανούς που ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα.
Οι Αρβανίτες έπαιξαν κυρίαρχο και ουσιαστικό ρόλο τόσο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επα-νάστασης του 1821 όσο και στη διαμόρφωση του Ελληνικού κράτους στη συνέχεια.
Οι Σουλιώτες οι οποίοι αποτελούσαν ένα τμήμα των Αρβανιτών, το 1821 συμμάχησαν με τον πα-λιό τους εχθρό τον Αλή Πασά στον πόλεμο που έκανε ο τελευταίος κατά του Σουλτάνου ώστε έτσι να ενισχύσουν έμμεσα την Ελληνική Επανάσταση. Όταν όμως αντιπροσωπεία Αλβανών Μουσουλμάνων, με τους οποίους συμπολεμούσαν, επέστρεψε από το Μεσολόγγι και αφού είχαν δει εκεί την κατάσταση που επικρατούσε, έλυσαν τη συμμαχία με τους Σουλιώτες λέγοντας τους «Μα εσείς πολεμάτε για την πίστη σας και την πατρίδα σας!»
Ο Μάρκος Μπότσαρης, στην μνήμη του οποίου ασεβούν πολλοί, όταν πρωτοπάτησε στα Επτά-νησα είπε την περίφημη φράση: «0 Έλλην δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος εκεί όπου κυματίζει η Βρετανική σημαία».
Φυσικά και όλοι οι Αρβανίτες αγωνιστές του 1821. όπως ο Ανδρούτσος, ο Κριεζιώτης, η Μπουμπουλίνα και τόσοι άλλοι δεν πολέμησαν για καμία άλλη πατρίδα παρά μόνο για την Ελλάδα.
Κείμενο της Ιοκάστης Κλαίρης Μάμαλη στην,ανενεργό πλέον,fbική ομάδα "Αρβανίτες" στις 23 Μαΐου 2014.
 Σχόλια Γιάννη Βασ. Πέππα: 1. Το όνομα Τόσκηδες δεν προκύπτει από πουθενά ότι δηλώνει φυλετική υποομάδα.Λογικά,η Τοσκαρία αποτελούσε γεωγραφική περιοχή της Ηπείρου,όπου ανέπτυξαν επίδραση,επιβολή και κυριαρχία Λατίνοι απ΄ την Τοσκάνη ή οι ντό-πιοι πληθυσμοί απέκτησαν δραστική συσχέτιση με τους Ιταλιώτες Τοσκάνους.Σίγουρα,πλήθος πηγών και καταγραφές περιηγητών ως τους Βαλκανικούς πολέμους μας πιστοποιούν ότι αυτοί οι όποιοι Τόσκηδες διέθεταν εν πολλοίς ελληνική εθνική συνείδηση και κουλτούρα.Όμως,η πραγματικότητα και η ζωή απέδειξαν ότι μέσα τους δεν πύρωνε ελληνική ψυχή. 2. Δεν υφί-σταται Αλβανική γλώσσα.Οι Τουρκαλβανοί-Σκιπτάρ αρβανιτοφώνησαν.Τα αρβανίτικα δεν εί-ναι παρά η (αρχαιότατη) Ηπειρώτικη εκδοχή της ελληνικής γλώσσας.Το θέμα αναλύεται σε άλλα σημεία τούτου του ιστοχώρου.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Η υφαντική στους αρβανιτόφωνους Έλληνες

Είχα παρατηρήσει ότι όλες οι αρβανίτικες λέξεις για τον αργαλειό και τα επί μέρους εξαρτήματά του ήσαν καθα-ρά ελληνικές,δηλαδή απουσίαζε έστω και μια ονομασία τους προερχόμενη απ΄ το αρβανίτικο γλωσσικό ιδίωμα της βόρειας Ηπείρου.Αυτό μας οδηγεί με βεβαιότητα στη θέση ότι οι Αρβανίτες γνώρισαν την υφαντουργία,τα μυστικά και την τέχνη της,όταν ήρθαν στον νότο.Έτσι, και γι΄ αυτό το καίριο κομμάτι της οικοτεχνίας δεν εντο-πίζουμε καμία λαογραφική διαφοροποίηση των αρβανι-τοφώνων απ΄ τους άλλους Έλληνες.Ας δούμε,λοιπόν,σε γενικές γραμμές,τις κινήσεις των γυναικών της παλιότε-ρης εποχής,όχι και τόσο μακρινής,απ΄το μαλλί ως τα υφαντικά παράγωγά του.
Ήταν κανόνας για τις γυναίκες,τότε, να ξέρουν να κατεργάζονται τις πρώτες ύλες και να υφαίνουν τις κουβέρτες,τα σεντόνια,τις κουρτίνες αλλά και τα ρούχα για τα μέλη της οικογένειας τους.

Προετοιμασία μαλλιού

Έπαιρναν το μαλλί από τους τσοπαναραίους,το ζεμα-τούσαν σε ζεστό νερό μέσα σε καζάνι,το έπλεναν και το στέγνωναν.Μετά το ''έξαιναν'',το άνοιγαν με τα χέρια τους και το έβαζαν στο ''λανάρι'',που ήταν δυο πλάκες με συρμάτινα δόντια και έφτιαχναν τις κούκλες (μπάλες από μαλλί).Τις κούκλες τις έβαζαν στην ''ρόκα'' ή ''φούρκα'' και τις έγνεθαν με το αδράχτι (λεπτό μακρόστενο ξύλο) και έ-φτιαχναν χοντρή κλωστή για χράμια,μέτρια για καραμελωτά και τσέργες και λεπτή για σεντόνια και μαξιλαροθήκες.Από το αδράχτι έβγαζαν την κλωστή σε κουβάρια και στην ανέμη τύλιγαν τις βάντες έτοιμες για βαφή.Η βαφή γίνονταν μέσα σε μεγάλα καζάνια με καυτό νερό και διάφορα χρώματα.

Ύφανση

Τις βαμμένες βάντες τις έβαζαν στην ανέμη και με το μαγγάνι γέμιζαν τα μασούρια (τύλιγαν την κλωστή γύρω σε κομμάτι από καλάμι).Για το μάκρος του υφαντού έριχναν το διασίδι με τον εξής τρόπο: Σε μεγάλες αυλές τοποθετούσαν παλούκια αντικριστά μεταξύ τους σε απόσταση τόση όσα τα κομμάτια που ήθελαν να φτιάξουν.Έβαζαν τα μασούρια στις σιδερένιες βέργες ενός ξύλινου εργαλείου ''κλουβί'' και το πήγαιναν πέρα-δώθε για να τυλίξουν την κλωστή γύρω από τα παλού-κια.Έπαιρναν την μια άκρη και τύλιγαν τις κλωστές που είχαν δημιουργηθεί κατά μήκος και κατά πλάτος σε ένα χοντρό στρογγυλό μύλο,το ''αντί'', που ήταν στο πίσω μέρος του αργαλειού.Κατόπιν έπαιρναν τις άκρες από το αντί και τις στράβωναν μεταξύ τους με καλάμια και τις περνούσαν μία-μία στα μιτάρια και μετά στα χτένια,όπου τις στερέωναν στο ''παραντί'' που ήταν στο μπροστι-νό μέρος του αργαλειού.Η υφάντρα καθόταν μπροστά στον αργαλειό και ύφαινε με την σαΐτα που ήταν περασμένο το μασούρι,πάταγε τα ποδαρικά εναλλάξ για να διασταυρώνονται οι κλωστές και χτυπούσε δυνατά το χτένι.

γ.β. πέππας

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση των Αρβανιτών


Καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση των αρβανιτοφώνων Ελλήνων

   Η παράδοση των αρβανιτοφώνων Ελλήνων ήταν/είναι πλούσια σε μύθους,δοξασίες,προλήψεις, συνήθειες,τακτικές και καθημερινές πρακτικές.Μέσα απ΄ τη λαογραφική συγκρότηση όλων αυτών των αντιλήψεων και του τρόπου ζωής μπορεί να προβάλει όχι μόνο το χρώμα,αλλά κι ο παλμός της κοινωνικής οργάνωσης της φάρας μας,μια οργάνωση πολυσχιδής,αλλά καθόλου χαλαρή. ιεραρχη-μένη με σέβας κι αξίες κι όχι από περιστασιακές συγκυρίες.
Οι Αρβανίτες υπήρξαν πάντα ενεργητικοί.Αγωνιστές και πολεμιστές. στη βιοπάλη,μα και στον πόλεμο.Το ‘λεγε η καρδιά τους και σε φασαρία και σε θέματα τιμής,και στην αξιοπρέπεια του σο-γιού και της φυλής,μα και στο εθνικό καθήκον. Η λεβεντιά και η παλικαροσύνη τους δεν ήταν ποτέ χωρίς τίμημα.Η αποκοτιά,το φιλότιμο,η ανδρεία και η γενναιότητα τούς στοίχιζε.Πλήρωναν με το αίμα τους,το κορμί τους,τη ζωή τους.Μπεσσαλήδες και ντόμπροι.Ευθείς και πολλές φορές αδιάλ-λακτοι.Η συμπεριφορά τους αυτή οδηγούσε συχνά σε απώλειες τόσο μεμονωμένων ατόμων,όσο και ευρύτερων ομάδων.Θύματα όλοι τους είτε της υπεράσπισης της προσωπικής ή οικογενειακής υπό-ληψης είτε του πολεμικού καθήκοντος.
Η ανάγκη προστασίας και διάσωσης της ομάδας,είτε ήταν μια μικρή ή μεγάλη οικογένεια είτε α-κόμα ολόκληρη φάρα ως και συγκροτημένοι συμπαγείς Αρβανίτικοι πληθυσμοί,απαιτούσε και επέ-φερε εκ των πραγμάτων μιαν ατσάλινη φυλετική-κοινωνική συνοχή,μιαν απόλυτα σφυρηλατημένη ενότητα που εξασφάλιζε στοιχειωδώς τη συνέχεια.Η οργάνωση της καθημερινότητας και η φροντι-σμένη τακτοποίηση και διευθέτηση των αναγκών κάθε ατόμου μέσα στα Αρβανίτικα πληθυσμιακά σύνολα συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης της φάρας.
Οι Αρβανίτικες παραδόσεις σε ένα βαθμό καταδεικνύουν την κοινωνικότητα των φορέων τους, αυτή που ήταν και όπως ήταν.Η κοινωνιολογική προσέγγιση των Αρβανιτών,της ζωής τους και της οργανωμένης συμβίωσής τους είναι ως σήμερα σχεδόν ανύπαρκτη.Προβάλλει δε,επιτακτικό το χρέ-ος καταγραφής αυτών των πτυχών.
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος παράγοντας,ιδιαίτερα σημαντικός,που αποκαλύπτεται απ’ τη μελέ-τη των Αρβανίτικων παραδόσεων: η ιδεολογία,η κοσμοαντίληψη,ο βαθύτερος στοχασμός,ο πολιτι-σμός.Σίγουρα η ολοκληρωμένη παράθεση όλου αυτού του πολιτιστικού σώματος θα οδηγήσει σε εκ-πληκτικά συμπεράσματα.Στο βάθος του χρόνου,όχι του απώτατου θέλω να ελπίζω,στέκεται κελευ-στικά η μνήμη και το φως των προγόνων επιζητώντας την αποκάλυψη και την καταξίωση.Μέσα από τούτη τη σειρά των κειμένων επιχειρείται μία πρώτη και βασική διείσδυση στις αντιλήψεις και την κοσμοθέαση των Αρβανιτών.
Οι δαίμονες,τα δαιμόνια,τα ξωτικά,τα αερικά δεσπόζουν στις Αρβανίτικες παραδόσεις.Πίσω απ’ την πρώτη-πρώτη αντιμετώπιση των θρύλων αυτών υπάρχει μια σπουδαία ρίζα,βαθιά χωμένη στο χρόνο,που οδηγεί στους προχριστιανικούς καιρούς και στην πανάρχαια φλόγα μας.
Οι Κάλλκες υπήρξαν δαιμονικές μορφές που γέμιζαν με τις σκανταλιές τους τα ατέλειωτα βρά-δυα των παππούδων μας.Εκεί,στο απόκαμα της μέρας,δίπλα στα δαδιά που σπίθιζαν και τους αέρες που βίτσιζαν τα παλαθούρια και κάνανε τα γκάγκαρα να χτυποκοπάνε,οι ξωμάχοι και οι τσοπανα-ραίοι ξεκουράζοντας τα κανιά τους και στεγνώνοντας στα κούτσουρα της βάτρας τα μουλιασμένα τους δάχτυλα,καλούσαν τα παλιά πνεύματα των αγωνιστών,τα παλληκάρια που πέσανε πολεμώ-ντας τον Τούρκο και τον εχθρό,τις αγάπες και τα ντασούρια τους. καλούσαν τα ξωτικά και τα δαιμό-νια να τους γλυκοκατεβάσουν τον ύπνο απ’ τις βέτουλιες,να πέσουν αλαφρά στα χράμια της νερο-τριβής,να πάρουν πέντε στάλες ύπνο και ξεκούραση.Το χάραμα τούς περίμενε άλλη μια τρεχάλα με το μόχθο για να βγει το στάρι,το ζυμάρι και το τουλούμι.
Ας χωθούμε και μεις στο χώρο της μαυροκαπνισμένης εστίας,να πάρουμε θέση πάνω στις πολύ-χρωμες,πολύπλεκτες κουρελούδες κι ας ακούσουμε τη γιαγιά να απογειώνεται στον αστρικό κόσμο της συνείδησης και του μύθου...

1. Ήτανε δυο προκομένες γειτόνισσες.Στήριγμα του σπιτιού.Άντρες στη δουλειά.Το σπίτι να ’ναι λαμπίκο κι άμα χρειαστεί να δώσουνε χέρι στο κορφολόγημα,στο ξινάρισμα,στο λιομάζεμα,πα-ντού.Η μια,καπάτσα και τετραπέρατη.Η ξυπνάδα της πάντα στραμμένη στο καλό και ποτέ στη βλάψη του γείτονα.Κι η άλλη ανοιχτόμυαλη,μα τόσο καλή που απ΄ την καλοσύνη της ξεγελιότανε και συχνά βρισκόταν χαμένη.
Κατά το δειλινό,προτού κλειστούνε στο σπίτι να τραπεζώσουνε άντρα και παιδιά,να κόψουνε το φουρνισμένο καρβέλι,ν΄ απλώσουνε τα κρεμμύδια,τις θρούμπες και το ζεστό τραχανά,κουβεντιά-ζαν στη γκουρεγιάστα για τις δουλειές της αυριανής.Είπανε τα πολλά και διάφορα,κανονίσανε ν΄ ανάψουνε και το φούρνο για το ψωμί της βδομάδας.
Μπορεί κάθε σπίτι να ΄χε το δικό του φούρνο.Στην εσωτερική αυλή,όπως οριζόταν απ’ το γκάρδι, μπροστά στο οίκημα να υπήρχανε και πατητήρι και καστόρα κι η τρακάδα κι ο φούρνος κι όλα τα χρειαζούμενα.Μπορεί να ΄τανε όμως και φούρνος της γειτονιάς.Να τον μοιραζόντουσαν κάμποσα σπίτια και να τον φροντίζανε.Μπορεί πάλι ο ιδιοκτήτης του φούρνου να εξυπηρετούσε και τους γύ-ρω.Τότε,όσοι είχανε ψήσει ή φουρνίσει,του δίνανε ένα μπόλικο κομμάτι απ΄ το ταψί ή το μερίδιο που ΄πρεπε απ’ τα καρβέλια.
Είχε πεζούλι δίπλα ο φούρνος,ν΄ ακουμπήσουνε οι πινακωτές,ν΄ ανοίξουνε οι μισάλες να βγει το δουλεμένο προζύμι,να σπρωχτεί μέσα στο φούρι που ΄καιγε απ΄ τις μαζεμένες καψάλες του πεύκου και του πουρναριού.Ντάνα εκεί και οι κλαδεμένες κλάρες της ελιάς,που κάνανε την καλύτερη κι ά-καπνη φωτιά,τα ξερά κομμάτια από κάνα λύσι,κάνα ίλκι,καμμιά κοκορέτσα και γκοριτζιά.Ακόμα, πετιότανε στο φούρνο ό,τι άχρηστο υλικό ξύλου.Δίκαιοι οι γείτονες.Κανόνιζαν τα ξύλα του σπιτιού για τη βάτρα,το καζάνι και την πυροστιά.Μα κανόνιζαν και τα ξύλα του ομαδικού φούρνου.Παρά-πονο ποτέ.
Κανόνισαν λοιπόν οι γειτόνισσές μας ν΄ ανάψουνε σούρπα-σούρπα το φούρνο.Έπρεπε νωρίτερα βέβαια να σηκωθούνε να ζυμώσουνε.Να πλάσουνε στην ξύλινη σκάφη τ΄ αλεύρι και το νερό.Να μετρήσουνε τ΄ αλάτι και να κανονίσουνε μαγιά και σουσάμια.Ν΄ ανάψουνε τα κούτσουρα και να τα πυρώσουνε.Όταν θα ’χει ανέβει ο ήλιος τα καρβέλια να ‘ναι αχνιστά και ζεστά,να μπορούνε ν΄ απλωθούνε στις άλλες δουλειές.
Οι πονηρές οι Κάλλκες όμως,ακούσανε την κουβέντα τους.Οι Κάλλκες είχανε τρομερή αδυναμία στο ζυμάρι.Κλέβανε κι άλλα τρόφιμα απ’ τις πονίτσες και τις αποθήκες,τα κιούπια και τα σακιά,αλ-λά για το ζυμάρι τρελαινόντουσαν.Τι κάνανε τότε οι αθεόφοβες.Μέσ΄ στο κατράμι της νύχτας πάνε στο παράθυρο της πρώτης γυναίκας.
-Σήκω γειτόνισσα να ζυμώσεις,να ψήσεις! Καμωθήκανε πως ήτανε η φιλενάδα που καλούσε για τη δουλειά του πρωινού.Θέλανε να εξαπατήσουνε τη νοικοκυρά,να αρχίσει το ζυμάρι μέσα στη νύχτα κι όταν κατέβει ν΄ ανάψει το φούρνο να της το αρπάξουνε.Άμα άχνιζε ο ήλιος οι Κάλλκες λακίζανε και χανόντουσαν.Μόνο στο σκοτάδι κάνανε τις βρωμοδουλειές τους.“Έτσι όπως είναι αγουροξυπνημένη η γυναίκα,θα μπερδευτεί και θα ζυμώσει πριν την αυγή” σκεφτήκανε με το πονηρό μυαλό τους οι άτιμες.
Η Αρβανίτισσα όμως ήτανε κοφτερό μυαλό.Δε μπερδεύτηκε απ΄ το πρώτο ξύπνημα.Πήρε χαμπά-ρι τις κάλλκες και το παιχνίδι τους.Ήτανε μαύρη νύχτα όμως, κι έπρεπε να τις αποφύγει.Αν έμεναν σπίτι,μπορεί να κάνανε μαγαρισιά.Έπρεπε να τις ξεγελάσει μέχρι να ξημερώσει.Σηκώθηκε,ετοίμα-σε τη σκάφη,μάζεψε τα υλικά, μα καμώθηκε πως κάτι λείπει.
-Τι τρέχει γειτόνισσα και δε προχωράς; ρωτήσανε οι κάλλκες που δεν είχανε μυαλό στο κεφάλι παρά μόνο για παγαποντιές.
-Να,αύριο λέω να φορέσω την καλή φορεσιά μου,αποκρίθηκε η ξύπνια γυναίκα.Να βάλω τα νυφικά μου ρούχα.Είναι γιορτή και πρέπει να ‘μαι καλοντυμένη.Έχω στη μάνα μου όμως τα πιο πολλά απ’ τα γιορτινά.Πώς να ντυθώ το πρωί να βγω στο δρομί; Μου λείπει το φούντι.
-Θα στο φέρουμε εμείς μάνι–μάνι,είπανε οι κάλλκες και ξαμολύθηκαν.Μετά από λίγο επέ-στρεψαν με το φούντι.Μα η γυναίκα πάλι δεν έπιανε δουλειά.
-Σκάμ σαγιάτσενε.Τε μα σίλνι εδέ ατ.(Δεν έχω ούτε τη σαγιάτσα.Να μου τη φέρετε κι αυτή.)Να σου πάλι οι κάλλκες να φέρουνε τη σαγιάτσα.Βιαστικά κουβαλήσανε κι αυτή.
-Σκάμ κατρέμπενε.Σέλ’ μι εδέ ατ.(Δεν έχω ούτε τη κατρέμπα.Να μου φέρετε κι αυτή.)
Πέρα–δώθε οι κάλλκες να φέρουνε το ρουχισμό.Η ώρα πέρναγε κι η ξύπνια Αρβανίτισσα καμω-νότανε ότι πάντα κάτι ακόμα έλειπε.Μια τσαρίχιετ,μια γκούνεν,μια ποδέν,μια ξελίτσεν,μια γκιορ-ντάνετ,μια μαντίλλιεν,μια το ένα,μια το άλλο,πέρασε η ώρα κι έφυγε το σκοτάδι.Οι κάλλκες γίνανε μπουχός.Η ξύπνια νοικοκυρά γλύτωσε*.
Αφρίσανε απ΄ το κακό τους οι πειραχτήρες κάλλκες.Να σου την άλλη νύχτα πάλι,πήχτρα το σκο-τάδι,στην άλλη γειτόνισσα.Το ίδιο τροπάρι.
-Σήκω γειτόνισσα να ζυμώσεις,να ψήσεις.Τούτη η Αρβανιτοπούλα όμως ήτανε καλή κι απονή-ρευτη.Νόμισε πως ήταν η φιλενάδα της και χωρίς να πολυσκεφτεί αρχίζει το ζύμωμα.Μόλις πλάστη-κε καλά και γερά το πλούσιο ζυμάρι ορμάνε οι κάλλκες,το αρπάζουνε κι εξαφανίζονται.Βγάλανε το άχτι τους κι η αγαθή γυναίκα έμεινε σύξυλη και παραπονεμένη.
2. Ο μύλος ήταν βασικός στόχος για τις κλεψιές που κάνανε οι κάλλκες.Οι μυλωνάδες αργά ή γρή-γορα καταλάβανε το πρόβλημα κι ασφαλίσανε σφιχτά πόρτες και παράθυρα.Έτσι κάλλκες δεν ξα-ναμπόρεσαν να μπούνε τις νύχτες στο μουλί.Άρχισαν να κυνηγάνε τους χωρικούς,που φέρνανε το στάρι στο μουλί για το άλεσμα.
Ένας κακόμοιρος χωρικός είχε βρει πράγματι το μπελά του.Πήγαινε ήσυχα κι ωραία το σταράκι του στο μουλί,στο δρόμο της επιστροφής όμως ορμάγανε οι κάλλκες,διψασμένες πάντα για αλεύρι και ζυμάρι,του αρπάζανε τα σακιά κι έμενε ο χωρικός μας γυμνός απ΄ την πραμάτεια του πάνω στο ξαλαφρωμένο μουλάρι.Πρώτο, δεύτερο φόρτωμα,το κακό συνεχιζότανε.
Ο μόχθος για το αλεύρι δεν ήταν καθόλου λίγος.Ξεκινάγανε με τα πρώτα φθινοπώρια να οργώ-σουνε τη μάνα γη.Έσκιζε βαθιά τις άρες τους το ξύλινο υνί και η καλόγνωμη φοράδα ακόπιαστα τραβούσε τις τριχιές.Τότε ήτανε ακόμα ξύλινο τ΄ αλέτρι με μονό υνί και το όργωμα ήθελε γερά μπράτσα.Άμα σκάλωνε στις φόφιλιες ή σε κάνα μεγάλο γκούρι,τ΄ αλέτρι πάταγε,κομμάτια ξύλου σπάγανε,ο ξωμάχος βλαστήμαγε,έδινε να μαλακώσει το ζώο και να ξαναβάλει στ΄ αυλάκι τη με-γάλη ακίδα.
Άμα πηγαίνανε καλά τα πράγματα και δεν πλακώνανε περίεργα κι άγνωστα ζωύφια να φαρμα-κέψουνε το σπόρο,να φάνε το στάχυ και να κατσιάσουνε το βλογημένο παιδί της λάσπης,στο Θε-ριστή ανοιγόντουσαν οι γυναίκες με το βαθύ μισοφόρι,το φακιόλι να μαζεύει τις όμορφες κοτσίδες και τα χοντρά τσουράπια μην τις δαγκώσει κάνα τσαπί και κάνα γκιάρπερι.Ήτανε γλέντι ο θε-ρισμός.Με τραγούδι ομαδικό,καλαμπούρι και κουτσομπολιό για όλα τα συμβάντα του χωριού.Άρχι-ζε και νωρίς,γιατί οι εποχές τότε ήτανε γόνιμες και τα χώματα χωρίς δηλητήρια.Απ΄ τις αρχές του Ιούνη τα δρεπάνια δουλεύανε.Μόνο στις 14 του μήνα,που γιόρταζε ο Άγιος Ελισσαίος,το θέρισμα σταμάταγε.Ήτανε η μέρα αυτή η αργία του θερισμού.Ο Άγιος έμοιαζε ο προστάτης των σταχυών. Ποιος ξέρει τι λόγος έφερε τη γιορτή.Μετά,η ταλαιπωρία στ΄ αλώνι.Το ζώο να γυρίζει γύρω στο παλούκι,ο γεωργός να λιχνίζει παρακαλώντας το μαλακό,γλυκό αέρα και να βρίζει το καύσι του για τα στραβοπατήματά του.Ώσπου να μαζευτεί στα λινά τσουβάλια ο ξεχωρισμένος καρπός του στα-ριού να πάει στο νερόμυλο.
Και να σου ΄ρχονται τώρα οι αναθεματισμένες κάλλκες να στο κλέβουνε πάνω στο ζώο σου και μπροστά στα μάτια σου! Τούτη τη φορά όμως ο χωριάτης μας έφτιαξε σχέδιο για την επιστροφή του. Φόρτωσε δεξιά–ζερβά τα σφιχτοδεμένα σακιά,καβαλάει κι αυτός στη μέση στο σαμάρι και κρύβει τη κεφάλα του μέσα στη κατσιούλα της κάπας.Κούμπωσε καλά τα ανοίγματα κι ίσα που κανόνισε να υπάρχει ένα μικρό φως στα μάτια του να βλέπει τι γίνεται.
Προχώραγε το μουλάρι κι άνθρωπος δε ξεχώριζε.Σακιά πέρα-δώθε και στη μέση μια όρθια σι-γκούνα με τη κουκούλα κατεβασμένη.Εκεί,στο ρέμα με τα πλατάνια οι κάλλκες είχαν στήσει την κλόπα τους.Ήρθε το μουλάρι,μα παραξενεύτηκαν.Άνθρωπος καθόλου! Αυτό τις ανησύχησε.Οι κάλ-λκες δεν είχαν μυαλό.Μόνο κουταμάρες ξέρανε να κάνουνε.Σου λέει,για να λείπει ο αφέντης του ζώου,κάτι τρέχει.Ανεβαίνουνε στο μουλάρι και ψαχνόντουσαν.Ο χωρικός παρέμενε ακίνητος σαν κολώνα.
Θες κετέ,θες αντέ εδέ κατσιούλιεζα νε μέστ.Ζότι γκα βάτε;Πράπε νε μουλί! (Σακί από δω, σακί από κει και μια κατσιούλα μεσ’ στη μέση.Το αφεντικό που πήγε; Πάλι πίσω στο μύλο!)
Τρέχανε πίσω στο μουλί οι χαζοκάλλκες,δε βρίσκανε το χωριάτη.Τρέχανε στο μουλάρι,που όλο ζύγωνε στο χωριό,πάλι δεν τον βρίσκανε.Τρέχανε πάνω–κάτω χωρίς αποτέλεσμα,ώσπου το ζώο κι ο πονηρός χωρικός μας φτάσανε στα σπίτια. Οι κάλλκες χώθηκαν μεσ΄ στο δάσος και περιμένανε πια το καινούργιο τους θύμα.

Να πούμε εδώ ότι τούτες οι δοξασίες,που ΄ναι καταγραμμένες στη ΒΑ Αττική, συναντιώνται και σ΄ άλλα αρβανιτομέρη.Υπάρχουν δε και σε παραλλαγές.Στα χωριά της Θήβας το τραγουδάκι–απορία από τις κάλλκες το συναντάμε ως εξής:   
Καλλκανίδα,Καλλκασίδα,φ΄τς αντέ,φ΄τς κετέ,Πανογόπουλι νε μες.
(Καλλκανίδα,Καλλκασίδα,φρστ εδώδε,φρστ εκείθε κι ο Παναγούλης μεσ΄ στη μέση).
Η προσφώνηση Καλλκανίδα-Καλλκασίδα σώζεται και στην Αττική,αλλά χωρίς άλλους συνοδευ-τικούς στίχους,σύμφωνα με τα ευρήματα τουλάχιστον τούτης της έρευνας.Δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα. θα λέγαμε ότι αποτελεί επιφωνηματική αναγγελία.Θαρρείς ότι οι κάλλκες αυτοονοματίζο-νται και αλληλοπροσφωνούνται.Σίγουρα αυτές οι λέξεις εξυπηρετούν μετρικούς σκοπούς σε ένα εί-δος ασμάτιου που παρεμβαλλόταν στην παραμυθική διήγηση.Το φαινόμενο αυτό είναι απόλυτα συ-νηθισμένο στη λαϊκή παράδοση μέσα στο χρόνο,αλλά ακόμα και σε έντεχνα λογοτεχνήματα.
Η λέξη φ΄τς (φëτς) είναι ηχοποίητη,όπως το θρόισμα,ο φλοίσβος,ο παφλασμός, το γάβγισμα.Σαν να λέμε μπαμ,κρακ,πουφ,σπλατς,φραστ και άλλα τέτοια.Αποδίδει και εκφράζει τη γρήγορη,ανάλα-φρη κίνηση.Το βιαστικό πέταγμα.Στην περίπτωσή μας δηλαδή,οι κάλλκες πεταγόντουσαν μια στο δεξί μέρος του σαμαριού,στα φορτωμένα σακιά,μια στ΄ αριστερό,στ΄ άλλα σακιά,ψάχνοντας αγω-νιωδώς τον άνθρωπο,το αφεντικό του ζώου.Φëτς από δω λοιπόν,φëτς κι από κει.
Η λέξη μάλιστα διαθέτει και ονοματικά παράγωγα.Φέιστα είναι η σινάμενη–κουνάμενη,η επιδει-κτική γυναίκα,κατά κανόνα αδύνατη,αχαμνή,που όμως μεγαλοκρατιέται και το δείχνει όλο αυτό στο δρόμο καθώς περπατά.Λέγοντας μια γυναίκα φέιστα την υποτιμούμε,ο προσδιορισμός αυτός λειτουργεί αρνητικά.Το αντίστοιχο αρσενικό προσδιοριστικό είναι φιτσέντζος. δηλαδή αντράκι,μα-γκάκος, ο κουνιστός και λυγιστός από υπεροψία και μόνο.Χλευαστικό φυσικά και το φιτσέντζος.

· Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας νοικοκύρης και θα πήγαινε στο μύλο.Φόρτωσε πέρα–δώθε σ΄ ένα μουλάρι δύο τσουβάλια στάρι κι αυτός στη μέση του σαμαριού.Ο μύλος,στο ρέμα,του άλεσε τον καρπό.Είχε μείνει τελευταίος όμως και νύχτωσε.Ο μύλος έκλεισε,ο αφεντικός φόρτωσε κι έφυγε.Στο δρόμο τού παρουσιάστηκαν καλικάντζαροι και λέγανε: «Θες κετέ,θες αντέ,κατσούλεζα νε μεστ, γκα βάτε ζοτ;» «Πράπε νε μουλί»,έλεγε ο νοικοκύρης που ΄χε κουκουλωθεί κάτω απ΄ την κα-τσούλα,την οποία φόραγε.Δυο–τρεις φορές επαναλήφθηκε το σκηνικό,ώσπου έφτασε σπίτι του: «Μόι πλιάκε,σέλε νι ούρε κετού» (Βρε γρια,φέρε ένα δαδί εδώ),ζήτησε απ΄ τη γυναίκα του να τον βοηθήσει και πέταξε το δαδί στους καλικάντζαρους.
Κατά μία εκδοχή χτύπησε έναν,που τον περιποιήθηκαν,έγιανε και ξανάφυγε.

n  Παραθέτω στη συνέχεια την προηγούμενη ιστορία από μιαν άλλη πηγή,όπως την κατέγραψα σε λαογραφική έρευνά μου στον Βαρνάβα Αττικής,το χωριό μου,το 1987.Προφορική διήγηση,εντε-λώς λιτή έκφραση,δίχως το παραμικρό πλουμίδι.Δυστυχώς δεν διέσωσα το όνομα του αφηγη-τή,αν και το πιθανολογώ εκ των προσώπων που τότε συμμετείχαν δημιουργικά στην έρευνα. Σημασία, όμως,έχει η ίδια η συλλογική παράδοση,η κοινή μνήμη και δευτερευόντως το πρόσωπο-φορέας τους.Σημειώνω πως στην ακολουθούσα μαρτυρία δεν γίνεται λόγος για Κάιλκα (=Καλι-κάντζαρο),αλλά για Λιάμια,τη γνωστή αρχαιοελληνική Λάμια.Αποδεικνύεται,έτσι,για μια ακό-μα (απειροστή) φορά η οργανική,ριζική σχέση των αρβανιτοφώνων της Ηπείρου με το βαθύτα-το,προχριστιανικό υπόστρωμα του Ελληνικού πολιτισμού.Σε ένα άλλο επίπεδο (λαογραφικό) καταφαίνεται η σύμφυση,αλληλοκάλυψη και συμπλοκή όλων αυτών των πλασμάτων της γό-νιμης κι ανήσυχης λαϊκής αντίληψης,φαντασίας και συνέχειας σ΄ ένα κοινό κορμό/σώμα ιδεών,  πεποιθήσεων και επιδράσεων που τρεφόταν από (και όσο) τον αγροτοκτηνοτροοφικό,φυσιοκε-ντρικό χαρακτήρα της τότε κοινωνίας.

Να,λοιπόν,η ιστορία από τον Βαρνάβα (στα αρβανίτικα,πρώτα,και με την νεοελληνική απόδοσή της):
Ις νι πλιάκου εδέ βάτε νε μουλί τε μπλιούαν.Δρόμιτ τσε βιν, ιντόλι νι λιάμιε.
–Θες κετού,θες αντέ,κατσούλιεζα νε μεστ,ζότι κου για;
Πράπα νε μουλί,ιθόι πλιάκου λια νε μουλάρ.Πρίρεϊτ λιάμια εδέ βέι νε μουλί,νούκου ετσόν πλιάκνου,βιν μέτα εδέ αρούν.
–Θες κετού,θες αντέ,κατσούλεζα νε μεστ,ζότι κου για;
Πράπα νε μουλί,ιθόι πλιάκου.Γκα τα σιούμετε τε χέρα αρούιτι πλιάκου νε στεπί.
-Πλιάκα,πλιάκα,νι ούρε κετού.Εδά πλιάκα νι ουρ.Εακεντρόι πλιάκου ούρενε λιάμιεσε,γκα κέμπετε.Ουλακίς λιάμια εδέ βάτε αντέ τσε βιν.

Ήταν ένας ηλικιωμένος και πήγαινε στον μύλο να αλέσει.Στο δρόμο που πήγαινε του βγήκε (παρουσιάστηκε) μια λιάμια.
-Θέση (σακί) εδώ,θέση (σακί)εκεί,(κάπα με) κουκούλα στη μέση,ο αφέντης πού είναι;
Πίσω στον μύλο,είπε ο γηραιός [που ήταν] πάνω στο μουλάρι.Γυρνάει (επέστρεψε) η λιά-μια και πήγε στον μύλο,δεν βρήκε τον γέρο,ήρθε ξανά (πάλι) και έφτασε [το φορτωμένο ζώο].
-Θέση (σακί) εδώ,θέση (σακί)εκεί,(κάπα με) κουκούλα στη μέση,ο αφέντης πού είναι;
Πίσω στον μύλο,είπε ο γέρος.Από τις πολλές τις φορές έφτασε ο γέρος στο σπίτι.
-Γριά,γριά [στην γυναίκα του],(φέρε) ένα δαυλί εδώ.Του έδωσε η γριά ένα δαυλί.Το κέ-ντραρε (εκτόξευσε) ο γέρος το δαυλί της λιάμιας,στα πόδια (της).Λάκισε η λιάμια και πήγε εκεί που [=απ΄ όπου] ήρθε.
    
3. Κάτι παλαιοί είχαν κλέψει ένα ζωντανό κι είχαν πάει σε μια ρεματιά κι είχανε βάλει φωτιά και το ψένανε.Πήγανε οι καλικάντζαροι,μαζεύανε,λέει,βατράχια και τρώγανε.Αυτό το ένα πήγε εκεί που του μύρισε και του έλεγε:
-Κου ετσιόβε τι άτε, μπαρμπάτς;  (-Πού το βρήκες συ αυτό,θειούλη;)
-Άντε πόστε,γκα λιούμι. (-Εκεί πέρα,στο ποτάμι.) Κι έβαλε τα χέρια πάνω,το σκούπαγε και το έγλυφε.
Οι άλλοι καλικάντζαροι συνέχιζαν,μάζευαν βατράχια και τρώγανε,αυτός καθόταν εκεί κι έγλυφε.Τι να του κάνει ο γέρος...
-Σι τα θομ τι,μπαρμπάτς; (-Πώς σε λένε σένα,θειούλη;)
-Ντόσια βέτε. (-Κάηκα μόνος μου.)
Εκεί που του ΄πε αυτό είχε ένα ξύλο,σα σκεπάρνι (πρεπούσε) κι έσπρωξε τα κάρβουνα της φωτιάς προς τα πάνω του.Οι καλικάντζαροι ήταν μαλλιαροί,όλο τρίχες,κι αρπάξανε τα μαλλιά του και και-γότανε.Έβαλε τις φωνές.Του μιλήσανε οι άλλοι,του λένε:
-Τι έχεις;
-Ντόσια βέτε. (Εννοώντας τον άνθρωπο που τον έκαψε,για να τον τιμωρήσουν.)
 -Αφού ντόσια βέτε,τσε τε τε μπέιμε νέβε. (-Αφού κάηκες μόνος σου,τι να σου κάνουμε μεις).Και δεν πήγαν να τον βοηθήσουνε.
  
Οι τρεις ιστορίες,που παρουσιάστηκαν πιο πάνω,για τους Καλικάντζαρους (Κάλλκες ή Καλκανί-δες),όπως διασώθηκαν στη μνήμη παλιών αρβανιτοφώνων,προέρχονται απ΄ το χωριό μου,τον Βαρ-νάβα Αττικής,και είναι απόσπασμα παλαιότερης εκτεταμένης λαογραφικής έρευνας που σύντομα θα εκδόσω.
Κράτησα στην καταγραφή,με την αρμόζουσα λογοτεχνική πινελιά,το ατόφιο του ανεπιτήδευτου προφορικού λόγου,όπως τον άκουσα,όπως μου μαρτυρήθηκε.
Στην δεύτερη ιστορία μάλιστα,παραθέτω τρεις ακόμα σχετικές εκδοχές της,απόδειξη γνήσιας λα-ϊκότητας,καθώς η δυναμική ρίζα της παράδοσης είχε περάσει στη γόνιμη και δημιουργική συλλογική φαντασία.
Στην τρίτη ιστορία παρατηρούμε ανακατεμένο τον Ομηρικό Οδυσσέα και το πώς εξαπάτησε τον Κύκλωπα Πολύφημο.Ο ξύπνιος χωρικός αποδόθηκε ως πολυμήχανος,αποτελεσματικός Οδυσσέας και ο άξεστος,κτηνώδης Καλικάντζαρος ως βραδύνους Πολύφημος! Όλα ταιριαστά,όλα ένα,όλα ελ-ληνικά!
Σημειώνω,τέλος,σύμφωνα με την προαναφερθείσα έρευνά μου,ότι οι Βαρναβιώτες ρίχνανε στά-χτη στα χωράφια,στα σκόρδα,που φεύγανε οι Καλικάντζαροι,την ημέρα των Φώτων,που πέφτει ο Σταυρός στο νερό,να ξορκίσουν τα παγανά.

Δείτε-ακούστε (youtube):
Μανώλης Βαρβούνης: η αληθινή ιστορία των Χριστουγέννων

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας




 * Στις παραδόσεις για τους καλικάντζαρους,τους ανατίθεται πολλές φορές,προτού προσβάλουν τον άνθρωπο,να μετρήσουν τις τρύπες ενός κόσκινου,πράγμα γι΄ αυτούς ακατόρθωτο (αφού δεν ξέρουν να μετρήσουν πάνω από το δύο και συνεχώς μπερδεύονται,ώσπου ξημερώνει και οι καλικάντζα-ροι,όντα της νύχτας,σπεύδουν να εξαφανιστούν!).Τούτος ο Αρβανίτικος θρύλος,που εδώ παρουσιά-ζουμε,δεν είναι παρά εκδοχή-παραλλαγή των παραδόσεων αυτών.