Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Βαρναβιώτες διασώζουν Ιταλούς στρατιώτες στην Κατοχή

Ιταλική Κατοχή στην Κέρκυρα.
Ιταλική μονάδα περιπολεί στην πόλη.
Βαρναβιώτες διασώζουν Ιταλούς στρατιώτες στην Κατοχή

Είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί μετά την κυριαρχία τους στην Ελλάδα πολλές φορές στράφηκαν ε-ναντίον των Ιταλών συμμάχων τους θεωρώντας τους είτε ως ανεπαρκείς,μετριοπαθείς και υποτο-νικούς είτε ως τελειωμένους κι αφερέγγυους,κυρίως μετά την πτώση του Μουσολίνι και την συν-θηκολόγηση της Ιταλίας.Χαρακτηριστικότερο τέτοιο συμβάν ήταν αυτό της εκτέλεσης από τους Γερμανούς πολλών Ιταλών στρατιωτικών στην Κεφαλονιά.Μάλιστα,γύρω από αυτό πλέχτηκε το σενάριο της ταινίας «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» (αμερικάνικη παραγωγή του 2001,σκη-νοθέτης ο Τζον Μάντεν με πρωταγωνιστές τους Νίκολας Κέιτζ και Πενέλοπε Κρουζ).
Σ΄ αυτό το ρομαντικό κινηματογραφικό δημιούργημα όλα ήταν όμορφα και «φωτογενή» -ακόμη και ο πόλεμος.Άλλωστε,το ίδιο πρόβλημα υ-πήρχε και στο ομώνυμο μπεστ σέλερ του Λουί Nτε Mπερνιέρ,το οποίο ωστόσο διατηρούσε κάποια δόση ρεαλισμού,στα κομμάτια κυρίως που έχουν αφαιρεθεί κατά τη σεναριακή προσαρμογή.Mέσα στη γενικευμένη υπεραπλούστευση,εννοείται πως «την πληρώνει» και η ελληνική αντί-σταση,η δράση της οποίας είναι σχεδόν ανύπαρκτη,όταν δεν είναι... γραφική.Τα γυρίσματα έγιναν στην Κεφαλονιά,όπου είχε γίνει μεγάλη διαφήμιση του νησιού τότε.
Στην πραγματικότητα,ο Ιταλός τηλεγραφητής Βάλτερ Γκόρνο γνώρισε την Ελληνίδα τότε μαθήτρια,Έλλη Φωκά,και την κάλεσε να της μάθει να χορεύει τους ρυθμούς που έπαιζε με το ακορντεόν του.Ο έρωτας των δύο νέων εκδηλώθηκε αμέσως και παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισαν λόγω του πολέμου,κατάφεραν να μείνουν μαζί και το 1944 να φέρουν στον κόσμο το παιδί τους.Η κόρη τους Γιολάντα Γκόρνο,μίλησε στην τηλεοπτική «Μηχανή του Χρόνου» και περιέγραψε την τρυφερή ερωτική ιστορία των γονιών της,που πιστεύεται ότι ενέπνευσε ακόμα και τους δημιουργούς του Χόλιγουντ...
Κάτι ανάλογο υπήρξε βασικό μοτίβο στο μυθιστόρημα της Λιλής Ζωγράφου «Η αγάπη άργησε μια μέρα» (1994,περισσότερα εδώ).Μια νεαρή Κρητικοπούλα,η Ερατώ,προστατεύει και ερωτεύεται έναν φυγάδα Ιταλό στρατιώτη,τον Τονίνο.Το μυθιστόρημα ξετυλίγεται σαν μαγευτικό παραμύθι,χάρη στην ομορφιά και τη λαχτάρα των νεαρών ηρωίδων - αδελφών που αντιστέκονται στον αμείλικτο χρόνο,περιμένοντας καρτερικά την προσγείωση του μεγάλου έρωτα.
Αντίθετα,η νεαρή ηρωίδα Ερατώ,έρμαιο του παρορμητικού ενστίκτου της, παραδίδεται σ' έναν άγγελο (Τονίνο) που την περιμένει στο υπόγειο του σπιτιού της.Και τολμά να ζήσει συναρπαστικές περιπέτειες για να εξε-λιχθεί εν αγνοία της σε κατακτήτρια της πιο ουσιαστικής ελευθερίας.Γιατί η ελευθερία και τότε,πριν εβδομήντα χρόνια,και πάντοτε προκύπτει,όχι από συλλόγους και κραυγαλέα μανιφέστα,αλλά από την ατομική συνει-δητοποίηση,που διαλέγει τελικά το προσωπικό ήθος,αγνοώντας τους πε-ριορισμούς των έξωθεν απαγορεύσεων.
«Από τα 23 βιβλία μου είναι εκείνο που με πόνεσε περισσότερο,θα το έλεγα ερωτικό,αν δεν κυριαρχούσε σ' αυτό η απάνθρωπη σκληρότητα της πατρι-αρχικής οικογένειας.Οι βασικοί χαρακτήρες είναι καθωσπρέπει γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και την ερωτική στέρηση»,είχε δηλώσει για το έργο της η Λιλή Ζωγράφου στην εφημερίδα Τα Νέα.
Στον Βαρνάβα Αττικής,το χωριό μου,υπήρξαν δύο περιστατικά προφύλαξης και προστασίας Ιταλών στρατιωτών.Λογικά,αυτό θα συνέβη μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς,δηλαδή μετά τον Απρίλιο-Μάιο του 1941.Ο ένας λεγόταν Ρομπέρτο Μπαταρόλα.Βρήκε καταφύγιο στο σπίτι του Δημήτρη Λέπουρη.Ο Δημήτρης Λέπουρης ήταν και αυτός Αρβανίτης από το Καλιέτζι του Μα-ραθώνα,σώγαμπρος στον Βαρνάβα,παντρεμένος με τη Φωτεινή Κατσίκη.Είχε πέντε γιους και μία κόρη.Επίσης,διατηρούσε και ένα ταβερνείο που λειτουργούσε και ως παντοπωλείο.Όλος αυτός ο μα-χαλάς δίπλα στην πλατεία του Βαρνάβα,όπου διατηρεί σήμερα ταβέρνα η νύφη του Ντίνα.Θυ-μάμαι αμυδρά αυτόν τον μαχαλά και υποθέτω ότι ο Μπαταρόλα θα φιλοξενήθηκε σε κάποιον από τους βοηθητικούς χώρους,στάβλο αποθήκη ή κάτι τέτοιο.Τα σπίτια τότε ήταν μικρά,συνήθως μακρυνάρια,μονόχωρα ή δίχωρα.Ήταν πρακτικά δύσκολο,εκτός των οκτώ της οικογένειας,να βολευτεί μεσ΄ στο σπίτι κι ένας ξένος,κυριολεκτικά ξένος,αλλοδαπός.
Αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα αυτής της συνοίκησης ήταν ένας γιος του Δημήτρη Λέπουρη να πάρει ως παρατσούκλια τα: Λομπέρτος (παραφθορά του Ρομπέρτο) και Μπαταρόλας.Αυτά όχι μόνο τον ακολούθησαν όλη του την ζωή,αλλά το ένα [Λομπέρτος] μεταφέρθηκε και στο γιο του,Δημήτρη.
Μάλιστα,αυτός ο γιος του,ο Δημήτρης,όταν πήγαινε στο Δημοτικό (δεκαετία του 1960) τον φώναζαν Ταλιάνο (από το Ιταλιάνος).Υποθέτω ότι ο λόγος που μόνο ένας γιος του Δ. Λέπουρη έλαβε παρα-τσούκλια από τον Ιταλό δραπέτη,θα ήταν ότι τον ανέφερε υπερβολικά στις κουβέντες του.Η αλήθεια είναι ότι ήταν ο πιο ανοιχτόκαρδος,έξω καρδιά και χωρατατζής απ΄ όλα τα αδέρφια.Ίσως αυτό έπαι-ξε ρόλο για να του αποδοθούν τα προσωνύμια.
Από τον παλιό Βαρνάβα. Αρχείο Γ. Π. Κόλλια.
Ο άλλος Ιταλός λεγόταν Πιέτρο ντε Πιάνι.Φιλοξενήθηκε από τον Νίκο Αναστασίου.Ο Νίκος και ο αδερφός του Α-ριστείδης ήταν παιδιά του Ηρακλή Αναστασίου από την Κύπρο,που παντρεύτηκε στον Βαρνάβα περίπου το 18-90.Πώς βρέθηκε τότε ένας Κύπριος στον Βαρνάβα,είναι άγνωστο… Πάντως,ο Νίκος Αναστασίου έφερε σε όλη του την ζωή το παρατσούκλι Κυπραίος.Έπαιζε λαούτο και μαζί με τον Κώστα Δήμα (Κωτσικλαριντζής,κλα-ρίνο),τον αδερφό του Θανάση Δήμα (Χιώτης,βιολί),τον Γιώργο Ράπτη (λαούτο),τον Γιώργο Πέτρου (Φιλαριώ-της,λαούτο,σαντούρι),τον Γιάννη Πέππα (Σταμέλος,λα-ούτο,τραγούδι) και τον Χρήστο Τουρκαντώνη (Λάμτας,κλαρίνο) αποτελούσαν την τοπική κο-μπανία που ζωντάνευε τους γάμους και τα πανηγύρια.
Παντρεύτηκε την αδερφή της γιαγιάς μου,την Λιότσα (Μαρία) Αδάμη.Ήταν ο κάτοχος της μιας από τις δύο πριονοκορδέλες που υπήρχαν στον Βαρνάβα.Διέθετε ακόμα κι ένα παντοπωλείο δίπλα στο σπίτι του,κοντά στο σχολείο του χωριού.Το μαγαζί αυτό υπήρξε το τηλεφωνείο-τηλεγραφείο του Βαρνάβα,έως ότου ήρθε ο ΟΤΕ το 1975.Σήμερα αποτελεί μια μοντέρνα καφετέρια.
Παρατηρούμε ότι και οι δύο Βαρναβιώτες που φιλοξένησαν τους Ιταλούς,φαίνεται να είχαν μια πα-ραπάνω άνεση και ευχέρεια από τους συγχωριανούς τους,μια και είχαν μαγαζιά.Βέβαια,ένας μαγα-ζάτορας στον Βαρνάβα το 1941 είναι μια πολύ σχετική έννοια.Με την ευκαιρία να τονίσουμε ότι η μοίρα του Βαρνάβα δεν μεταβλήθηκε ιδιαίτερα στον πόλεμο και την Κατοχή,γιατί οι κάτοικοί του περνούσαν ήδη/πάντα δύσκολα.Μια περιορισμένη,αυτάρκης αγροτοκτηνοτροφική μικροοικονομία και οικοτεχνία.Ακόμα θυμάμαι τις απλωμένες ντομάτες στις αυλές για την παραγωγή πελτέ (μπελτέ,τον λέγαμε),τα ξεραμένα σύκα (σκουμαΐδες),τα κρεμασμένα τουλουμοτύρια,το ομαδικό πλύσιμο χοντρών κλινοσκεπασμάτων στο ρέμα του Λάπη.Χτυπούσαν οι λεβεντογυναίκες τις σκόρ-σες και τις βελιέντζες με κοπάνια που ΄φτιαχνε ο Παναηπέτρος.Μάζευαν οι νοικοκυρές τα κλωστο-κουβάρια απ΄ το ξασμένο μαλλί των προβάτων,τα πήγαιναν στην ΓιανΠέγκενα,που τα μετέφερε στις υφάντρες καλόγριες στη μονή της Σωτήρας (πίσω απ΄ τα Μποζίκια) ή στο άλλο μοναστήρι (πώς το ΄λεγαν,αλήθεια; Και τα δύο γυναικεία μοναστήρια είναι θλιβεροί ερειπιώνες σήμερα…) στο Βιλλιατζίκι,για να παραλάβουν μετά από βδομάδες κουβέρτες,προικιά κι ό,τι άλλο είχαν συμφω-νήσει.Αποκορύφωμα ήταν το αλώνισμα στο Λιμ Αλέξιτ (αλώνι των Αλεξαίων),ένα πανηγύρι εργα-σίας κι ένας ύμνος στον πανάρχαιο κοινοτισμό των Ελλήνων! Το μόνο εμπορικό πάρε-δώσε με τα έξω ήταν η προμήθεια αλατιού και φωτιστικού πετρελαίου (με τα ζώα,απ΄ το Μονοπώλιον του Ωρωπού) και το πούλημα κάρβουνου στην Κηφισιά,απ΄ τα ντόπια καμίνια.
Νεαρός Ιταλός παρτιζάνος
 έχει συλληφθεί από Γερμανούς.
Για να ξανάρθουμε στο θέμα,αυτός ο Πιέτρο ντε Πιάνι έχει δι-ασωθεί στις μνήμες ως πάρα πολύ όμορφος.Αποτέλεσμα ήταν, ένας σαραντάρης τότε Βαρναβιώτης άντρας,ο Πέτρος Τουρ-καντώνης,που και αυτός ήταν ωραίος και πολύ αρρενωπός,να ονομαστεί ως Ντεπιάνης.Ήταν και το όνομα ίδιο (Πιέτρο – Πέτρος),ε,δεν ήθελε και πολύ.Ο Πέτρος Τουρκαντώνης ήταν αδελφός του παππού μου Γιάννη,που ΄χε παντρευτεί την Τα-σιά,την αδελφή της Λιότσας Αδάμη,που είδαμε παραπάνω.Ο μπάρμπα Πέτρος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1989.Ήταν ως το τέλος ένας κοτσονάτος λεβεντάντρας.Ακόμα και σήμερα οι εν ζωή γιοι του προσφωνούνται με αυτό το παρατσούκλι του πα-τέρα τους (Ο Αντρέας του Ντεπιάνη,ο Βαγγέλης του Ντεπιά-νη,ο Κόλλιας του Ντεπιάνη).
Η καταγραφή του παραπάνω ιστορικού δεδομένου,της προ-στασίας των δύο Ιταλών,αναδεικνύει δύο ενδιαφέρουσες παρα-μέτρους για την συγκρότηση της παλιάς Βαρναβιώτικης κοινότητας,αλλά και ευρύτερα της ιδεο-λογίας και κοσμοαντίληψης των τότε αρβανιτοφώνων Ελλήνων.Πρώτα μια κοινωνιολογική,θα έ-λεγα,όπου τα χαρακτηριστικά της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς ήταν κυρίαρχα.Η συνεργατικό-τητα (κολιγιά ή «μισιακά»),η αλληλοβοήθεια των νοικοκυρών στις ασχολίες της καθημερινότητας και το συλλογικό δυναμικό ήθος/έθος,για να αναφέρω μόνο τρεις ενδεικτικές πραγματικότητες,το αποδεικνύουν.Και δεύτερον,η γνωστή λαογραφικού επιπέδου (κι όχι μόνο) συνιστώσα της ροπής των Αρβανιτών να δημιουργούν παρωνύμια.Γι΄ αυτήν θα αφιερώσω ξεχωριστή ανάλυση.
Για το τέλος,να σημειώσω ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη των δύο κυνηγημένων Ιτα-λών.Λογικά,δεν θα έμειναν πολύ.Θα υπήρχε και πρόβλημα συνεννόησης.Η μακρά παραμονή τους στον Βαρνάβα,θα σήμαινε και εμπλοκή τους σε δραστηριότητες,δηλαδή δημοσιότητα.Πράγμα επικίν-δυνο,πρώτα και κύρια για τους ίδιους.

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια να σχετίζονται με την ανάρτηση και να είναι ευπρεπή.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.