Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Τα αρβανίτικα και οι ναύαρχοι

Ο Ναύαρχος Σακελλαρίου με τον Γεώργιο Β' (1947)

Mνήμες Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μέση Ανατολή,από τον κ. Νίκο Χ. Πετράκο,από τη Βούλα.

«Κατά τη διάρκεια της Κατοχής,στη Μ. Ανατολή,η ηγεσία του Π. Ναυτικού (Β.Ν., τότε) που την αποτελούσαν οι Βούλγαρης (εξ Ύδρας),Αλ. Σακελλαρίου (εκ Μάνδρας) και Κώνστας (από Ασπρόπυργο),όταν συνεδρίαζαν είχαν γραμματέα επί των Πρακτικών των συμβουλίων των ελληνομαθή Άγγλο ανώτερο αξιωματικό.
Μετά κάποιο διάστημα διεπίστωσαν ότι αι συζητήσεις και αποφάσεις των,πριν λάβουν σάρκα και οστά,ήταν γνωστές στον τότε αρχηγό των συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων ναύαρχο Κάνιγκαμ.
Το μυαλό τους δούλεψε.Στα επόμενα συμβούλια,μετά,η συζήτησις γινόταν στ΄ “Αρβανίτικα” που οι τρεις Έλληνες γνώριζαν λόγω καταγωγής.
Αυτοί οι Αρβανίτες κράτησαν ψηλά τη σημαία του Ναυτικού σ΄ όλο τον πόλεμο.»

ΤΑ ΝΕΑ,8-9/11/2003,σελ. 79.

Αθανάσιος Κομίνης


Κομίνης Αθανάσιος [1930-2001]
Καθηγητής της βυζαντινής φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (γεννήθηκε στη Δόμβραινα,σήμερα Κορύνη,Θηβών, το 1930).Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και τη Ρώμη.Το 1960 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και χρημάτισε ερευνητής στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Βασιλικού (σήμερα Εθνικού) Ιδρύματος Ερευνών (1960-1972).Υφηγητής (1966),έκτακτος καθηγητής της βυζαντινής φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών (1967-1972) και από το 1972 τακτικός στο ίδιο μάθημα. Έγραψε: Συναγωγή επιγραμμά- των εις τους τέσσαρας Ευαγγελιστάς (1951), Ρωμανού αίνος (στο “Ρωμανού του Μελωδού ύμνοι",τόμ. Α΄ 1952), Βυζαντινών αγωγή και διαγωγή (1956), Γρηγόριος Πάρδος μητροπολίτης Κορίνθου και το έργον αυτού (=Διδακτορική διατριβή,1960), Παρατηρήσεις εις τους χρησμούς Λέοντος του Σοφού (1960), Υμνογραφικά εις όσιον Αθανάσιον τον Αθωνίτην (1963),O νέος κατά- λογος των χειρογράφων της εν Πάτμω Ιεράς Μονής Ιωάννου του Θεολόγου (1966), Το Βυζαντινάν ιερόν επίγραμμα και οι επιγραμματοποιοί (1966), Πίνακες χρονολογημένων Πατμιακών κωδίκων (1968), Facsίmίles οf Dated Ρatmian Codices (1979), Αγιολογικά-Υμνογραφικά εις αγίαν Βαρβά- ραν (1977), Analecta Hymnίca Greeca e codicίbus eruta Italiae inferiorίs, tom ΙV (Canones Decembris) (1976), Η βιβλιοθήκη της Ι. Μονής Πάτμου ως πηγή για την ιστορία του Αιγαίου (1984), Πατμιακή Βιβλιοθήκη,τομ. Α' (1988), Οι Θησαυροί της Μονής Πάτμου (1988,ελλ.,αγγλ.,γαλλ.,γερμ.) κ.ά.
Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Βαθ=μαντρί και δαχτυλίδι.


Ας θυμηθούμε πως ήταν το παλιό μαντρί: ένας επίπεδος κυκλικός χώρος περιφραγμένος από ξερά κλαδιά.Η πλέξη των κλαδιών ήταν πολύ σφιχτή για να εμποδίζεται τόσο η έξοδος των ζωντα- νών,όσο και η είσοδος αρπακτικών.Υπήρχε μόνο μια δίοδος,η πορέ που,όπως θα δούμε,είναι ο αρχαιοελληνικός πόρος=πέρασμα,δίοδος,πόρτα.
Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε ακριβώς η ρίζα βαθ,απ' όπου παράγονται τα: βάθος,βυθός,βαθύς και τα συναφή.
Όταν οι αρχαίοι μιλούσαν για βάθος,εννοούσαν σώμα ή έκταση με διαστάσεις.Το βάθος εξέφραζε ακριβώς αυτό,το εσωτερικό μέγεθος σώματος ή επιφάνειας.Όταν μιλάμε για υγρά στοιχεία,τότε το βάθος μετατρέπεται σε βυθό.
Ας ξαναγυρίσουμε στο μαντρί,μια σαφώς καθορισμένη έκταση που διαθέτει μια ικανή διάμετρο. Έχει εξ αυτού,περιεχόμενο,εσωτερικό χώρο,βάθος δηλαδή.Είναι ένα κυκλικό γήπεδο.










              


Έτσι και το δαχτυλίδι,που είναι σχηματικά όμοιο,πήρε το ίδιο όνομα. Στην κεντρική Εύβοια,απέ- ναντι απ΄ τον Ωρωπό,είχαν πολλοί αρβανίτες τα βάθια τους.Όταν σταδιακά αναπτύχθηκε εκεί οικι- σμός,πήρε ακριβώς αυτό το όνομα: ΒάθιαΒάθεια).Είναι η σημερινή Αμάρυνθος.Ομοίως και στην παλιά Αθήνα,Μενιδιάτες αλλά και άλλοι αρβανίτες,είχαν περιοχή με τα βάθια τους.Το τοπω- νύμιο διασώθηκε ως σήμερα: είναι η πλατεία Βάθη.
Βέβαια,στα αρχαία,όπως και στα νέα ελληνικά,οι λέξεις βάθος και βυθός,κυρίως μέσα από συνθέ- σεις,εκτάθηκαν σε πλήθος μεταφορικών εννοιών,π.χ βαθύσκιος,βαθύπλουτος κ.ά.

Θα τελειώσω αναφέροντας μια παρατήρηση: έχουν πολλαπλασιαστεί αχαλίνωτα σχεδόν,τα σημεία στο διαδίκτυο και στο fb που αποπειρώνται γελοιωδώς να αποδώσουν τα αρβανίτικα στην αλβανική γλώσσα.
Θεωρώ βάσιμα ότι πρόκειται για αντίδραση και αντιπερισπασμούς στο προσωπικό μου έργο,καθότι με επιστημονική δεοντολογία ξεκαθαρίζω την ελληνικότητα του αρβανίτικου ιδιώματος.Γι' αυτά όμως θα τα ξαναπούμε πιο αναλυτικά.



Ποριά: η είσοδος στο μαντρί (=βαθ).

Στην αιτιατική ενικού έχουμε βεβαιωμένο τον τύπο πορέν,άρρηκτα και άριστα ενταγμένο στο κλι- τικό σύστημα των αρβανίτικων.Εξ αυτού όμως,οδηγούμαστε στην ονομαστική πορέ,που τη θεωρώ ως τον ορθό τύπο.Ποριά,πρέπει να ΄ναι η «ελληνοποίηση» του πορέ.
Πρόκειται για την αρχαία λέξη πόρος=πέρασμα,δίοδος,στενοπόρι/τρόπος ή μέσο επίτευξης σκο- πού.Παράγωγο του ρήματος περά-ω =διέρχομαι,περνώ,περνώ απέναντι,διεισδύω.Αργότερα,έλαβε (εκπτωτικά) και τη σημασία πωλώ. Από εδώ: πέρα,πέρας,πείρα,πορεύω,πορθμείο,έμπορος κλπ.


Τα αρβανίτικα είναι ελληνικά.Αυτό αποδεικνύουμε σε τούτη τη στήλη.Ας ετυμολογήσει κάποιος το αρβανίτικο πορέ αλλιώς,εκτός Ελληνικής γλώσσας.Παπαρολογίες ακούμε πολλές.Αποδείξεις, από όσους αμφισβητούν την ατόφια ελληνικότητά μας,δεν έχουμε δει ούτε μία.

Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Περί της χαίτης των Αρβανιτών


Αρβανίτες,αυτοί οι παλιοί Έλληνες 8

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Θεοδοσίου Β. Βενιζέλου,"Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων",εκδ. Δημιουργία,Αθήνα 1995,σελ. 157,§209:

Ως προς τας τρίχας της κεφαλής•οι μεν πλείονες,των χωριτών μάλιστα,ξυρίζουσι πέριξ την κεφαλήν,ως τρεις δακτύλους υψηλά,τας δε άλλας τρίχας πλέκουσιν εις πλόκαμον,ον οι μεν περιτυλίσσοντες υπο- βάλλουσιν υπό τον σκούφον ή το φέσι,οι δ΄ αφίνουσιν αυτόν επί τα νώτα.Τον τρόπον τούτον της κου- ράς κακώς τινες των περιηγητών διισχυρίζονται ότι οι νυν Έλληνες παρέλαβον παρά των βαρβάρων, και δη παρά των Αλβανών.Τουναντίον ημείς νομίζομεν ότι οι Αλβανοί παρέλαβον αυτόν παρά των Ελλήνων,παρ΄ οις πανάρχαιος ην ο ως είρηται τρόπος της κουράς.διότι ούτω διέθετον τας της κεφαλής τρίχας οι αρχαιότατοι κάτοικοι τής Ευβοίας Ά β α ν τ ε ς,ους και ο Όμηρος αυτός διά τον τρόπον της κουράς «όπισθεν κομόωντας» καλεί•παρά τούτων δε των Αβάντων,εις Αιτωλίαν αποικησάντων,παρέ- λαβον αυτόν ύστερον οι Αιτωλοί,παρ΄ ων πολλώ ύστερον παρέλαβον τον ειρημένον τρόπον της κουράς οι γείτονες τούτων Αλβανοί και άλλοι των βαρβάρων,ως περί τούτου καλώς και ο Αίνιος νομίζει (Johann Georg von Hahn,Albanesische Studien,heft II,172).

Ο Θ. Β. Βενιζέλος (καθηγητής Φιλοσοφίας στη Γερμανία το β΄ μισό του 19ου αι.) μας λέει ότι οι αρβανίτες (τους αποκαλεί κι αυτός αλβανούς,κατά την πάγια τότε τακτική) ξύριζαν γουλί τα μαλ- λιά κι άφηναν μόνο μια κοτσίδα στη μέση,όπως οι αρχαίοι Ευβοείς Άβαντες (Άβαντες υπήρχαν και στην Ήπειρο).
Η κόμμωση συναντάται και στον Όμηρο (όπισθεν κομόωντας, δηλαδή, αφήνοντας χαίτη πίσω).
Φωτ. 2
Παραθέτω στην αρχή προϊστορική τοιχογραφία απ΄ το Ακρωτήρι της Θήρας (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο) με νεαρούς πυγμάχους όπισθεν κομόωντας.Στη φωτ. 2 απεικόνιση εκ του φυσικού του Θεόδ. Κολοκοτρώνη απ΄τον Γάλλο ζωγράφο Luis Dupre.Είχε χαίτη.Στην κατάληξη του κειμέ- νου,γνωστές λαϊκές ζωγραφικές αποδόσεις ηρώων του ΄21,όπου όλοι τους έχουν μακριά μαλλιά. Επομένως,αυτή η εντύπωση απηχεί την πραγματικότητα -μέρος της τουλάχιστον.Στον 19ο αι. (και παλιότερα λογικά) κάποιοι εκ των Ελλήνων άφηναν μαλλιά ή χαίτη,όπως και κάποιοι εκ των αρ- χαίων Ελλήνων.Άλλο ένα πολιτιστικό τεκμήριο διαχρονίας και συνέχειας του λαού μας.Πηγές μάς πληροφορούν ότι αυτή η κομμωτική ιδιαιτερότητα συναντιόταν και στους Έλληνες αρβανίτες,πα- ρέχοντας έτσι,άλλο ένα πειστήριο της Ελληνικής εθνικής τους ταυτότητας.
Στα μέρη μου όμως (ΒΑ Αττική),δεν διασώζονται τέτοιες αναμνήσεις.Εγώ,τουλάχιστον,δεν γνωρίζω. Η διάχυση,τέλος,ή από άλλες καταβολές ύπαρξη της συνήθειας της αντρικής χαίτης σε αλλόφυ- λους της βαλκανικής ελαχίστως ή ουδόλως μας ενδιαφέρει.
Ανδρούτσος



Διάκος


Καραϊσκάκης
Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Τα "τετζερέδια" του Φλεβάρη

Φωτ. 1
Aρβανίτες,αυτοί οι παλιοί Έλληνες 7
Όταν ήμουνα μικρούλης,8 χρονών,έζησα ένα παλιό δρώμενο στον Βαρνάβα που τότε ξετυλίχθηκε στην τελευταία του φάση.Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 1969.Ομάδες νεαρών παιδιών γυρνούσαν στους δρόμους του χωριού «τραβώντας τεντζερέδια».Είχαν δέσει με σύρματα ένα μεγάλο αριθμό τενεκέδων,σε κάποια απόσταση ο ένας απ΄ τον άλλον,σχηματίζοντας έτσι μια μακριά γραμμή/ουρά που μπορεί να έφτανε και τα 3-4 μέτρα.Όλος αυτός ο «τενεκεδένιος στρατός» ήταν δεμένος με ένα σχοινί στη μέση τους.Έτρεχαν λοιπόν σε όλους τους δρόμους του χωριού εύθυμα και διασκεδαστι- κά.Φώναζαν μάλιστα το εξής χαρακτηριστικό (διωκτικό του κακού) τρίστιχο: "Ίκενι μι,ίκενι τσαπί/έτσενι ντάρα νε νησί/γιά νιέ γκρούα τσε μπεν μαγκί = Φύγετε ποντίκια,φύγετε σαύρες/πηγαίντε πέρα στο νησί/(όπου) είναι μια γυναίκα που κάνει μάγια" (συμβολικό κάλεσμα απώθησης καθετί δυσάρεστου και αντιπαραγωγικού και επανόδου του στον φυσικό του χώρο,το απόμακρο εξωπραγματικό πεδίο).Κανείς δεν ενοχλιόταν.Ήταν ένα δρώμενο ενταγμένο απόλυτα στην κοινωνικότητα της κοινότητας.Τότε που ήμουνα μικρός και για πολλά χρόνια αργότερα απλά ήξερα,όπως και όλοι οι άλλοι,ότι την τελευταία μέρα του Φλεβάρη στο χωριό μας «τραβάμε τετζερέδες».Χρειάστηκαν πολλά χρόνια,να αποφοιτήσω από τη Φιλοσοφική,να εμπλακώ εναργώς με την λαογραφία και την παράδοση για να συνειδητοποιήσω ότι εμείς οι αρβανίτες του Βαρνάβα διασώζαμε ένα αρχαιοελληνικό,παγανιστικό τελετουργικό.
Η καταγωγή του πηγαίνει πολύ πίσω,στους μύθους του θορυβώδους πανερωτικού τραγοπόδαρου Αρκαδικού θεού Πάνα (φωτ. 1.2) και στις πομπές των ακολούθων του.
Φωτ. 2
Στην αρχαιότητα συνηθιζόταν να αποδιώχνουν το κακό,την αρνητική ενέργεια,κάθε τι επιλήψιμο με την παραγωγή δυνατών κρότων,ενοχλητικού θορύβου και ανυπόφορων ήχων.Αυτή η διαδικασία εθεωρείτο αποτρεπτική και ανασχετική του κακού.Υπήρχε επίσης και ο χαρακτήρας του ευετη- ριακού.Αποχαιρετούσαν τον άκαρπο,σκληρό Χειμώνα και υποδέχονταν την ώριμη καρποφόρα Άνοιξη.
Το έθιμο έχει παραμείνει σε πολλές περιοχές της Ελλαδας.Γνωστότεροι ίσως είναι «οι Κουδουνά- δες» της Σκύρου (Γέροι και Κορέλες,φωτ. 3 & 4),αλλά πέρασε και στην χριστιανορθοδοξία.
Φωτ. 4
Φωτ. 3

                        








Σε αρκετά μέρη την μέρα της Ανάστασης,χτυπάνε τα στασίδια ή κουνάνε δυνατά του πολυέλαιους του ναού ακριβώς για να δημιουργήσουν αποτρεπτικό του κακού θόρυβο.Αλλά και τα γνωστά βα- ρελότα,εκρήξεις,τουφεκιές,όταν ακούγεται το «Χριστός ανέστη»,δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δι- άσωση αυτού του αρχέγονου παγανιστικού τρόπου εκδίωξης,εξορκισμού του θανατερού,του άσχη- μου της καταστροφικής δύναμης.
Από το 1969 το έθιμο των «τετζερέδων» έφθινε στο χωριό και σήμερα όχι μόνο έχει πάψει να υ- φίσταται,αλλά τα νέα παιδιά το αγνοούν.Πρόσφατα,πάνε 10 χρόνια περίπου,έγινε μια αναπαρά- σταση χωρίς να έχει καμία σχέση με το λειτουργικό δυναμικό έθιμο των παιδικών μου χρόνων.

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Γκρούα=γυναίκα


 Πριν ασχοληθώ με τη λέξη γκρούα,οφείλω να τονίσω ότι στην κοινωνία των αρβανιτών η γυναίκα έχαιρε εκτιμήσεως.Η σύζυγος απεκαλείτο ζώνια,που σήμαινε κυρά,δέσποινα,οικοδέσποινα,ακόμα και αφέντρα.Ήταν το θηλυκό του ζοτ,που εκτός από κύριος,αφέντης,(οικο)δεσπότης σήμαινε και θεός.Μερικές φορές ο θεός αποδίδεται και ως ινζότ.Ανιχνεύουμε εδώ το αρχαίο Ζευς (γεν.:Ζην-ός) οπότε ζώνια δεν είναι παρά η Διώνη,η θηλυκή ηγέτιδα δύναμη,το αντίστοιχο του Διός.
Μερικοί ανόητοι και άσχετοι βέβαια,υποβιβάζουν την κοινωνική θέση της αρβανίτισας,παρουσι- άζοντάς την ως έρμαιο των αντρών.Η κοινωνία των αρβανιτών ήταν κατά βάση πατριαρχική και δομημένη ως προς τα γένη (φάρες) κάτι που σαφώς αντανακλά την σύνθεση των αρχαιοελληνικών πόλεων με τις φυλές.Αν αναφερθούμε στους Χάονες δε,τους προγόνους των αρβανιτών,διαφέρουν όχι μόνο απ΄ τους άλλους Ηπειρώτες,αλλά κι απ΄ όλους τους Έλληνες μιας και η πολιτική τους οργάνωση δεν στηρίχθηκε ποτέ ούτε στη βασιλεία (αβασίλευτους τους χαρακτηρίζει ο Θουκυδίδης Β 80,5 κ.ά.Αβασίλευτους χαρακτηρίζουν οι πηγές τους αρβανίτες που απ΄ τον 14ο αι. κατέβαιναν στο Νότο,λόγω της χαλαρής υποτέλειάς του στα Βυζαντινά σκήπτρα),ούτε στην ολιγαρχία-τυραννία,ούτε στη δημοκρατία,αλλά σε ένα μοναδικό,όσο και ιδιότυπο σύστημα βασισμένο στις οικογενειακές, συγγενικές σχέσεις,αυτό που σήμερα λέμε σόι.Καταλαβαίνουμε έτσι την προσήλωση των αρβανιτών στις φάρες.
Δεν θα πούμε ότι η αρβανίτισα ήταν ισότιμη του ανδρός,αλλά ούτε και υποδεέστερη.Σήμερα με αναπτυγμένο το κίνημα του φεμινισμού και πλήρη την ανάπτυξη των ατομικών δικαιωμάτων είναι δύσκολο να κατανοήσουμε το ρόλο και τη λειτουργία της αρβανίτισας ζώνιας μέσα στον ιεραρχικά και αξιακά δομημένο κόσμο της.Η νέα γυναίκα,η ανύπαντρη,η κοπελιά,η κορασίδα δεν λεγόταν ποτέ γκρούα,αλλά βάιζα.Έχουμε έτσι ένα πρώτο χαρακτηριστικό της έννοιας της γκρούας,το ηλικι- ακό και δευτερευόντως το αν είχε κάνει δικιά της οικογένεια.Όταν γεννιόταν ένα κοριτσάκι και για τα πρώτα χρόνια της ζωής του το φώναζαν τσουπ (τσούπα).Όταν οι γονείς έφταναν τα 40,πολύ περισσότερο τα 50 χρόνια,τα παιδιά τους τους αποκαλούσαν γέρο και γριά.Η προσφώνηση αυτή δεν είχε τίποτα το απαξιωτικό,αντίθετα ξεχείλιζε από σεβασμό.
Η λέξη γκρούα προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη γραύς,κι αυτή παράγεται από το γέ- ρων.Τα ονόματα αυτά δεν προσδιόριζαν μόνο ηλικιωμένους ανθρώπους,αλλά είχαν και επιθετική σημασία,δηλώνοντας το παλιό και το αξιοσέβαστο.Έτσι,η λέξη γραύς σημαίνει παράλληλα και το επικάθισμα,τον αφρό,το εκλεκτό τμήμα δηλαδή.Με αυτή την έννοια απαντάται η λέξη και στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη.Από δω εξάλλου,και το γέρας (=βραβείο) και η γερουσία,το σώμα σεβαστών ηγετών.Πρέπει να πούμε ότι από τον Όμηρο η έννοια του γέροντος αποκτά ήδη πολιτι- κή σημασία,υποχωρώντας το ηλικιακό γνώρισμα.
Ομόρριζα και ταυτόσημα θεωρούνται τόσο τα Σανσκριτικά garam,gara όσο και τα Παλαιογερμα- νικά gra,grawer,grau.

Τα αρχαιοελληνικά λοιπόν,μας διασαφίζουν τη γκρούα των αρβανιτών: η ώριμη,άξια σεβασμού σύζυγος και μητέρα.

Η φωτογραφία από το θαυμάσιο λεύκωμα Θύμησες Πολυδενδρίου [Αττικής] 2003.

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος-Συγγραφέας