Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Παροιμίες των Αρβανιτών 2



Νιερί  γκα σόι εδέ  κιέν γκα σταν.

Άνθρωπο από σόι (διάλεξε) και σκυλί από μαντρί.

Νόημα: Επιλέγουμε από συγκροτημένες ομάδες,από δοκιμασμένα σύνολα. Αποφεύγουμε το τυχάρπαστο,το αμφιλεγόμενο,το πρόσκαιρο.Αυτό που είναι ενταγμένο σε σύνολο έχει ασκηθεί στην ομαδικότητα,και κατά τεκμήριο είναι αξιόπιστο, άρα και ικανό εμπιστοσύνης.

Ετυμολογία λέξεων

Σόι  < τουρκικό  soy

Σταν = στάνη,μαντρί  <  [κατ΄ απόσπαση] βουστάνη (δηλ. βουστάσιο).

Κιέν = σκύλος. Ο αρχαίος κύων 
(κυν-ός,κύν-α,κύν-ες).

Κιέν = σκύλος. Πρόκειται για το τριτόκλιτο αρσενικό της αρχαίας κύων (του κυνός). Για το θηλυκό,η σκύλα (μπούτσα),βλέπε εδώ. Η λ. σκύλος προέρχεται απ΄ το ουσιαστικό της αρχαίας: ο σκύλαξ,του σκύλακος που σήμαινε,φυσικά,το σκυλί. Η λ. υπάρχει σε πολλά κείμενα (ον ομόσιτοι σκύλακες ας εθρέφατο διεσπάσαντο Ευρυπίδης, Βάκχες 338 – οίει … διαφέρειν φύσιν γενναίου σκύλακος εις φυλακήν νεανίσκου ευγενούς; Πλάτων, Πολιτεία 375Α). Αν και σε μερικές περιπτώσεις η γενική ενικού χρησιμοποιούταν για τα δύο γένη (σκύλος – σκύλα),υπήρχε και καθαρός θηλυκός τύπος (η σκυλάκη και η σκυλάκοινα).Ακόμα,το ουδέτερο υποκοριστικό: το σκυλάκιον (χαίροντες ώσπερ σκυλάκια τω έλκειν Πλάτων, Πολιτεία 539Β). Η Άρτεμις λεγόταν και Σκυλακίτις,προστάτις,δηλαδή, των κυνηγετικών κυνών. Η λ. προοδευτικά κατέληξε να σημαίνει το νεογνό σκύλου,το κουτάβι.Και αυτή η διάσταση εννοίας διασώθηκε στα αρβανίτικα: κουλίς = κουτάβι. Το σ- έχει σιγήσει και το –υ- εκτάθηκε σε –ου-. Μάλιστα,αν ήθελαν οι Αρβανίτες να περιπαίξουν κάποιον κοιλαρά,του έλεγαν ότι έχει νε μπάρκ κουλίς (στην κοιλιά κουτάβια).Από εδώ βγήκε ο σκωπτικός χαρακτηρισμός [και επώνυμο στη συνέχεια] μπάρκουλης.


Εδέ  [ή  ε]  = και. Το αρχαίο συμπλεκτικό  τε.
Η λέξη μικρούλα,αλλά με ευρεία χρήση (βλ. εικόνα).
Τε

Νιερί = άνθρωπος. Υπάρχει το τριγενές  νι,νιέ,νι (ένας,μία,ένα).Από το θηλυκό παράγεται η λέξη νιερί.Η κατάληξη -ρι ή -ρία όταν προ- στίθεται σε ονόματα επιφέρει παράγωγα που υποστασιάζουν την ιδιότητα του ονόματος.Έτσι,από το επίθετο ιμπούκουρ (όμορφος) προκύπτει η λέξη μπουκουρία που σημαίνει ομορφιά,ωραιότητα. Από το ουσιαστικό μπουρ (άντρας) προκύπτει η λέξη μπουρερί που σημαίνει αρρενωπότητα,αντρειοσύνη. Από το νιέ (μία) λοιπόν,πα- ράγεται η λέξη νιερί που σημαίνει μοναδικότητα,μονάδα,άτομο, οντότητα,ον.
Παρατηρούμε ότι στο νιερί δεν ορίζεται ο άνθρωπος ως τμήμα του ζωικού συνόλου,αλλά ως φιλοσοφική ύπαρξη.Έχουμε μια καθαρή οντολογική αντιμετώπιση και αντίληψη,κάτι που μας δείχνει ότι τα αρβανίτικα μπορεί να κατέληξαν σε ένα φτωχό θνησιγενές γλωσσι- κό ιδίωμα,αλλά ξεπήδησαν από την κοχλάζουσα ζείδωρη ελληνική, κοσμολογική θεώρηση.

Χάρισμα σε γλωσσολόγους και γλωσσολογούντες που αναμασούν το ψεύδος ότι τα αρβανίτικα δεν είναι Ελληνικά.

Θα συνεχίσουμε με παροιμίες και λέξεις.


Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Κώστας Λαζάρου,ένας νέος ζωγράφος

Σε τούτη τη στήλη παρουσιάζω διαπρεπή άτομα αρβανίτικης καταγωγής.Ο Κ. Λαζάρου δεν απο- λαμβάνει [ακόμα] ευρείας αναγνώρισης,αλλά είναι ένας ταλαντούχος νέος ζωγράφος.


Γεννήθηκε και διαμένει στο Κυριάκι Βοιωτίας.

Υπήρξε μαθητής μου στην Α΄ Λυκείου (1991-1992),όταν υπηρετούσα στο Κυριάκι.

Χαίρομαι ιδιαίτερα για τις αξιόλογες καλλιτεχνικές επιδόσεις του.

Όσοι θέλετε να τον γνωρίσετε καλλίτερα ή να έρθετε σε επαφή μαζί του,εδώ 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Παροιμίες των Αρβανιτών 1

Πο τε πεστίς λιάρτ,πεστίμα βγεν νε προσοπία γιότε.

Αν φτύσεις ψηλά,το φτύσιμο θα πέσει στο πρόσωπό σου.

Νόημα: Αν πράξεις απερίσκεπτα,θα υποστείς τις συνέπειες.

Λανθάνει και μια θρησκευτική διάσταση:  η ασέβεια προς το Θείον [φτύσιμο άνω] επιστρέφει στον ασεβή.

Λέξεις

Πεστίς [πεστ-ίς] = φτύνω. Το αρχαίο πτύω
 (πτύ-ω,πτύσω,έπτυσα. √ΠΤΥ και ΠΥΤ).

Πεστίμα  = φτύσμα,πτύελο. Το αρχαίο πτύσμα.

Προσοπία  = πρόσωπο.

Χάρισμα σε γλωσσολόγους και γλωσσολογούντες που αναμασούν το ψεύδος ότι τα αρβανίτικα δεν είναι Ελληνικά.

Θα συνεχίσουμε με παροιμίες και λέξεις.


Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Το καλαμπόκι στα αρβανίτικα

Περί καλαμποκιού
Απάντηση σε ερώτημα του φίλου Θ. Ντάρδα

Το καλαμπόκι ήρθε στον τόπο μας τον 16ο αι. από β. Αφρική,εξ ου και τ΄ όνομά του αραβόσιτος (=άραψ,άραβος + σίτος),αν και φυτό της αμερικανικής ηπείρου.
Απ΄ το ιταλικό όνομά του calambochi διαδόθηκαν στην αν. Μεσόγειο παρεμφερή παράγωγα.
Κακώς αποδίδεται αλβανική πατρότητα στη λέξη.Στο λεξικό αλβανικής [1904] του Κ. Χριστοφορίδη δεν υπάρχει η λέξη (στις σχετικές σελίδες 136 & 137).Αντιθέτως υπάρχει η λέξη μπερτζελί (σελ. 43) για το καλαμπόκι.
Οι αρβανίτες χρησιμοποιούσαν το ιταλικό καλαμπόκ,σπανίως το ελληνικό αραποσίτ και πιο πα- λιά το αρβανίτικο ντόντα,που κυριολεκτικά σημαίνει δίδυμοι (ντι + ντι,δύο + δύο),θέλοντας έτσι να εκφράσουν την ομοιόμορφη πολυσπορία του καλαμποκίσιου καρπού.
Βλέπει κανείς,και σ΄ αυτή την περίπτωση έκφρασης και σημασιολογικού χαρακτηρισμού από τους Αρβανίτες,κάτι μη Ελληνικό;

Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Γιώργος Κόρος

Γιώργος Κόρος
1923 – 2014

Σπουδαίος βιολιστής της λαϊκοδημοτικής μου- σικής και συνθέτης τραγουδιών,με πιο γνωστό το «Είσαι νινί ακόμα».
Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας,από πατέρα ιεροψάλτη,ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της βυζαντινής μουσικής.Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύ- ρι.Συνέχιζε να παίζει σε γάμους,γλέντια και τα- βέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50,οπότε ξεκίνησε η καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική.
Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του δημοτικού τρα- γουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (1902-1977).Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της Αθήνας και εντυ- πωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί,σε μια εποχή που το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική.Από τότε,ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη,Ρόζα Εσκενάζυ,Ρίτα Αμπατζή,Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη,Καίτη Γκρέι,Γιώτα Λύδια,Πάνο Γαβαλά,Μανώλη Αγγελόπουλο,Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα,Γλυκερία,Ελένη Βιτάλη,Δημήτρη Ζάχο,Αλέκο Κιτσάκη,Σοφία Κολλητήρη,Στάθη Κάβουρα,Τασία Βέρρα,Μάκη Χριστοδουλόπουλο,Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.
Ο Γιώργος Κόρος έγραψε περίπου 1.500 τραγούδια,ενώ στο ενεργητικό του έχει πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους,καθώς και μεγάλες επιτυχίες,όπως τα τραγούδια: «Αδειανό το προσκεφάλι», «Χαμένο κορμί», «Είσαι νινί ακόμα», «Όσοι είναι αισθηματίες», «Φαράχ», «Κλαίει απόψε ο ουρανός», «Μες στη ζωή έχω ζήσει τόσες πίκρες».Στο τραγούδι «Φύγε-φύγε» με τον Στράτο Διονυσίου ήταν η πρώτη φορά που η Γιώτα Λύδια πρωτοφώναξε τη φράση που τον ακολουθούσε πάντα: «Γεια σου Κόρο με το βιολί σου!».Ο ίδιος έβγαλε στο τραγούδι γνωστούς σήμερα καλλιτέχνες,όπως η Σοφία Κολλητήρη,ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος και η Βάσω Χατζή.
Από τον γάμο του με την Ασημίνα είχε αποκτήσει δύο παιδιά,τον Νικόλαο και την Κατερίνα Κό- ρου,γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια και συνθέτρια.
Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014,σε ηλικία 90 ετών.

Είπε...

Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι,με τις δοξαριές μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.

Τα ταξίμια στο βιολί είναι σαν να μιλάμε,και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του,το αίσθημά του,την ιστορία του,κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε παιδί μου,αυτά έπαθες;

Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στη Σελίδα για τον Γ. Κόρο,εδώ

Αλβανός πρέσβης,"Θέλουμε ισχυρή Τουρκία"...


5854214682arnavutlukbakentitiran
Ο πρέσβης της Αλβανίας στην τουρκική πρωτεύουσα, δήλωσε ότι όσο ενδυναμώνεται η Τουρκία,τόσο περισσότερο θα αυξηθεί η σταθερότητα στην περιοχή.
«Ισχυρή Τουρκία θα πει ισχυρά Βαλκάνια».Αυτό δήλωσε Ο Αλβανός πρέσβης στην Άνκαρα Genci Mucajπροσθέτοντας ότι όσο ενισχύεται η Τουρκία,αυτό θα επηρεάσει θετικά και τα Βαλκάνια και η σταθερότητα στην περιοχή θα αυξηθεί περαιτέρω.Ο Mucaj είπε ότι η οικονομική και πολιτική μεγέθυνση και εξέλιξη της Τουρκίας είναι πράγματα σημαντικά και για τα Βαλκάνια.Υπογράμμισε ότι η Τουρκία είναι μια πολύ σημαντική χώρα για τα Βαλκάνια, αναφέροντας το εξής: «Ισχυρή Τουρκία θα πει ισχυρή Αλβανία,ισχυρό Κόσοβο,ισχυρή ¨Μακεδονία, δηλαδή ισχυρά Βαλκάνια».Ο Genci Mucaj είπε εξάλλου ότι αυτοί που μετανάστευσαν από την Αλβανία,το Κόσοβο,την ¨Μακεδονία,την Βουλγαρία και άλλες βαλκανικές χώρες δεν αντιμετω- πίζουν πρόβλημα ολοκλήρωσης στην Τουρκία και νιώθοντας σαν στην πατρίδα τους,κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους για την ανάπτυξη.Αφού σημείωσε ότι η αλβανική κυβέρνηση και όλοι οι Αλβανοί του κόσμου θεωρούν την Τουρκία φίλη και αδελφή χώρα,κατέληξε λέγοντας: «Θα χα- ρούμε ιδιαίτερα βλέποντας τις επιτυχίες και την ενδυνάμωση της Τουρκί- ας».                     TRT  31/3/2015                                                                                                                                     Σχόλιο: Υπάρχει κανείς που δεν κατάλαβε...; Κι όσοι ανερυθρίαστα συνδέουν τους Έλληνες Αρβανίτες με τους τουρκόφρονες σκιπτάρ,αν δεν είναι αμόρφωτοι και μειοδότες,τι είναι;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Χρῖστος Δάλκος,ΤΟ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΟΝΟΜΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ


Ἡ λέξη τῆς πομακικῆς γιά τόν Σαρακατσάνο καρακατσ΄άνιν / karakatšanin (βλ. Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης,Πομακοελληνικό λεξικό, Αίγειρος,Θεσσαλονίκη 1996) πρέπει ὁπωσδήποτε νά συνδεθῇ μέ τήν ἐπίσης πομακική λέξη καρακτσ΄άν / karaktšan (= βλάχος),πρᾶγμα πού δείχνει ὅτι ἡ βασική σημασία τῆς ὀνομασίας,ἔτσι ὅπως χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσῃ ποιμενικούς πληθυσμούς,πρέ- πει νά εἶναι «βοσκός»,«τσοπάνος».
Τό ἐνδιαφέρον στίς πομακικές λέξεις εἶναι ὅτι διατηροῦν τό προφανῶς πρωτογενές ἀρκτικό κα- καί δέν τό τρέπουν σέ σα-,ὅπως γίνεται στίς περισσότερες διαλέκτους και ἰδιώματα τῆς νέας ἑλληνικῆς.Ἐν τούτοις, ὑπάρχουν καί στήν νεοελληνική περιπτώσεις ὅπου τό ἀρκτικό κ- διατηρεῖται [πρβλ. Σαρακατσάνος (= ἕλληνας κτηνοτρόφος πού ζῆ νομαδικά),Σαρακατσιάνος,Καρακατσάνος, Καρακατσιάνος• Σαρακατσάνης (=σκηνίτης κτηνοτρόφος),Καρακατσάνης].
Φθάνουμε ἐδῶ σ᾿ ἕνα σημεῖο «ἀντιλεγόμενον»,διότι ἡ δυνατότητα μιᾶς τέτοιου εἴδους τροπῆς στήν νεοελληνική τοῦ κ- πρό τοῦ α,προφανῶς μέσῳ τσιτακισμοῦ,κατά τό σχῆμα κα- > τσα- > σα-,ἔχει ἀποκλεισθῆ ἀπό την ακαδημαϊκή γλωσσολογία,μέ τήν ἐπίκληση τῆς ἀπόλυτης ἄποψης ὅτι «ο τσιτακισμός του /k/ τελείται μόνο προ των προσθίων φωνηέντων {e, i}» (βλ. Θ. Μωυσιάδης,Ετυμολο- γία,Εισαγωγή στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Ετυμολογία,Ελληνικά γράμματα,2005, σ. 123-124.)
Διαφορετική ἄποψη ἔχει ἤδη ἐκφράσει ὁ Δ. Οἰκονομίδης,ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος στό φαινόμενο τοῦ τσιτακισμοῦ στήν ποντιακή διάλεκτο (βλ. Γραμματικὴ τῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου τοῦ Πόντου,1958,σ. 90-91),ἐντοπίζει την μεταβολή κ > τσ ὄχι μόνο πρό τῶν i καί e,ἀλλά καί πρό τοῦ a: «τσαμμώνω (Χαλδ. κ.ἀ.) < καμμώνω (= καμμύω) Ὄφ. [...] τσάντσαρος (Χαλδ.) < κάγκαρος (Ἐσρ.) ἡ ἀράχνη,[...] τσαντζαρεύω < καγκαρεύω (Ἐσρ.) παρὰ τὸ τσάντσαρος < κάγκαρος (Ἐσρ.) [...] ἀδελφίτσα < ἀδελφίκα = ἀδελφούλλα,θειίτσα < θειίκα ὑποκ. τοῦ θεία [...] μαννίτσα < μαννίκα (παρ᾿ ὃ καὶ μαννάκα) = μαννούλλα,[...] Ἀννίτσα < Ἀννίκα [...] Μαρίτσα καὶ Μαρίκα [...] τσαραφίζω (Χαλδ. κ.ἀ.) < σκαριφίζω (ἀρχ.) [...] ἥφτετσα < ἥφτεσκα παρατ. τοῦ ἅφτω (= ἀνάπτω)...».
Ἕνα παράδειγμα καί μόνο, αὐτό τοῦ ἐπιρρήματος καλικούτσα,καλικότσια,καλιακούτσα,καλ΄ια- κόσα,γκαλιγκότσια,gαλαgούτσια, γκαλιαγκούτσια,καλικούτσι,καλιγκότσι,καλιγούτσι,καλιβούτσι, καλ΄ιμπότσι κ.λπ. (= περιβάδην,ἱππαστί,ἐπί παιδίων φερομένων ἐπί τῶν ὤμων) δείχνει ὅτι ὁ τσιτα- κισμός τοῦ κ πρό τοῦ α εἶναι ἕνα φαινόμενο παλαιότατο καί εὐρύτατα διαδεδομένο,ἀναγόμενο σέ μιά περίοδο πού στό ἐσωτερικό τῆς γλώσσας μας κυριαρχοῦσε μιά ἄνευ προηγουμένου πολυδιά- σπαση.
Ἔτσι μόνο μπορεῖ νά ἐξηγηθῇ τό γεγονός ὅτι ἡ νέα ἑλληνική παρουσιάζει δίπλα στούς τύπους καλικούτσα,γκαλιγκότσια κ.λπ. τούς ταυτόσημους ζαλικούτσα,ζαλικότσα,ζαλουκούτσια Πελοπν. Δεδομένου δέ ὅτι βάσει τῶν παραπάνω μποροῦν νά ἐτυμολογηθοῦν μέ ἀσφάλεια τά εὐρέως διαδε- δομένα ζαλίκα,ζαλίγκα,ζαλούκα (=καβάλλα στόν ὦμο || φορτίο πλάτης), ζαλικιά, ζαλιά (=φόρτωμα στήν πλάτη),ζαλικώνω –ομαι,ζαλώνω –ομαι (= φορτώνω –ομαι) κ.λπ., ἕπεται ὅτι ἔχουν ὑπάρξει στο παρελθόν φωνητικές ἐξελίξεις στό ἐσωτερικό τῆς γλώσσας μας,τίς ὁποῖες μόλις τώρα ἀρχίζουμε νά ἀνιχνεύουμε και νά πιστοποιοῦμε.
Κανονικά,καί μόνο τό γεγονός τῆς ἐμφάνισης τῆς «παράδοξης» τροπῆς κα- > σα- στά Καρακατσάνος > Σαρακατσάνος θά ἔπρεπε νά ἀποτελῇ ἔνδειξη ἱκανή να ἀποθαρρύνῃ τούς εὔκολα καί ἀβασάνιστα προσφεύγοντες στήν ἐπικουρία τοῦ τουρκικοῦ kara (= μαῦρος)· οὔτε οἱ Σαρακατσάνοι ὑπῆρξαν ποτέ μαῦροι,ὅπως δέν ὑπῆρξαν ποτέ κουτσοί / κακομοίρηδες ἤ küçük (= μικροί) ἤ κάτοικοι τῆς ὑποτιθέμε- νης «küçük Vlah» (= δῆθεν «Μικρῆς Βλαχίας») οἱ Κουτσόβλαχοι.
Σ᾿ ἕνα παλαιότερο ἄρθρο μας, σχετικό μέ την ἐτυμολογία τῆς λέξης «Κουτσόβλαχοι»,ἐπισημαίναμε: «Ἡ μακρόχρονη μελέτη τῆς γλώσσας μας βάσει τῆς «ἐνδοσυγκριτικῆς μεθόδου» μᾶς ἔχει πείσει ὅτι φωνητικές ἀλλαγές ἐπισυμβαίνουσες στό ἐσωτερικό μιᾶς καί τῆς αὐτῆς γλώσσας (π.χ. θέλω νά > θενά > θά) ὁδηγοῦν συχνά στήν δημιουργία νέων τύπων ἤ καί λέξεων πού ἐνίοτε ἀδυνατοῦμε νά τίς συσχετίσουμε μέ αὐτές ἀπό τίς ὁποῖες προῆλθαν.
Αὐτή νομίζουμε εἶναι καί ἡ περίπτωση τῆς λέξης «Κουτσόβλαχοι»,πού θεωροῦμε ὅτι,κατ᾿ ἀναλογίαν πρός τό ἐμφαῖνον τήν ποιμενική τους ἰδιότητα «Μπαστουνόβλαχοι»,πρέπει νά προῆλθε ἀπό ἀμάρ- τυρο *Κλουτσόβλαχοι / *Κλιτσόβλαχοι,ἤτοι αὐτοί πού φέρουν στό χέρι τήν χαρακτηριστική τῆς ἐνασχόλησής τους κλίτσα ἤ κλούτσα [πρβλ. καί κλοτσόβεργα (= ράβδος ποιμενική μετά γκλίτσας) Μακεδ. (Πιερ.)].
Μιά ἁπλῆ παράθεση τῆς πανσπερμίας τῶν ἑλληνικῶν τύπων γιά τήν γκλίτσα ἀρκεῖ γιά νά μᾶς πείσῃ γιά την πιθανότητα μιᾶς τέτοιας φωνητικῆς ἐξέλιξης: κλίτσα,γκλίτσα,ἀγκλίτσα,κλούτσα, gλούτσα,ἀgλούτσα,σκλίτσα,σγγλίτσα,σκλιόκα,ἀγκραΐτσ΄α,κλίτσιος,κλοῦτσος,γκλίτσ΄ος,gλοῦτσος, γλοῦτσος,ἀγκλιτσάρ᾿,gλούκα, κλόκα κ.λπ.
Παρ᾿ ὅλο πού θά μπορούσαμε νά ἑρμηνεύσουμε την ἀποβολή τοῦ ὑγροῦ στά *Κλουτσόβλαχοι > Κουτσόβλαχοι ὡς ἀνομοιωτικοῦ χαρακτῆρα (λόγῳ τῆς ὕπαρξης και δεύτερου λ στό β΄ συνθετικό «βλάχοι»),ἐν τούτοις ἡ ὕπαρξη ἁπλῶν τύπων χωρίς ὑγρό,ὅπως ἀγκούτσα Στερελλ. ἀgούτσ΄α Εὔβ., ὑποβάλλει τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ πτώση τοῦ ὑγροῦ εἶναι δυνατόν νά ἐπισυνέβη καί «ἀπό τοῦ αὐτομά- του»,κάτι πού ἡ κρατοῦσα νεογραμματική ἀντίληψη θά ἀπέκρουε μετά βδελυγμίας.»
Ὅπως στήν περίπτωση,λοιπόν,τῶν *Κλουτσόβλαχων ἤ Μπαστουνόβλαχων,ἔτσι καί σ᾿ αὐτήν τῶν Καρακατσάνων ἤ,ἐπί τό πομακικώτερον,*Καρακτσάνων,θά ἀναζητήσουμε τήν καταγωγή τοῦ ὀνόματός τους στο ἐσωτερικό τῆς καθ᾿ ὅλου ἑλληνικῆς,σέ μιά λέξη γιά την ράβδο πού ὑπῆρξε σῆμα κατατεθέν τῆς ποιμενικῆς τους ἰδιότητας.
Αὐτή ἡ λέξη,ἄν δέν ἀπατώμεθα,εἶναι ἡ λέξη καρκατσούνα (= μακρύ ξύλο,ματσούκα) ἀπ᾿ τήν ὁποία μέ πτώση τοῦ ὑγροῦ καί ἀντιμετάθεση φθόγγων προκύπτει ἡ κατσουκάνα (= γωνιῶδες ἄγκιστρο κατασκευασμένο ἀπό κλαδί ἐλιᾶς),πρβλ. καί κατσουκάνι (= εἶδος πρόχειρου μπαστουνιοῦ,γάντζος), κατσούκανο (= κυρτό ξύλο μέ τό ὁποῖο ἀποσύρουν τό ψωμί ἀπ᾿ τόν φοῦρνο),κατσουκανώνω (=ἀγκυλώνω),κατσουκνίδα / κατσοκνίδα (= ἡ τσουκνίδα) κ.λπ.Καί μόνο οἱ τελευταῖοι τύποι,πού μνη- μειώνουν πρωτογενεῖς τύπους τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κνίδη,σχεδόν βοοῦν ὅτι ἡ γερμανική γεωμετρι- κή σκέψη δέν ἔκανε τεράστια ζημιά μόνο στήν οἰκονομία,ἀλλά καί στήν μελέτη τῆς γλώσσας,ἔτσι πού ἔχει θεσπίσει αὐστηρούς ἕως ἀπαραβίαστους φωνητικούς νόμους πού (ὑποτίθεται ὅτι) διέπουν τήν ἐξέλιξή της.
Ἡ πραγματικότητα,μέ τήν παράλληλη ὕπαρξη τύπων ὅπως κατσουκνίδα,τζουγκρανήθρα,ἀτζουκνί- δα,τσουκουνίδα,τσουκνίδα,τζ᾿νίθρα,τσ᾿κνίδα,σκνίθρα,σκνίθθα,κνιδέα,κνιθέα,κιντέα,κινθέα,κουντέα,κ.λπ., ἀ.ἑ. κνίδη,δείχνει σ᾿ ὅσους ἐπιμένουν ἀκόμα νά πιστεύουν στά μάτια τους πῶς μορφοποιοῦνται στή ζωντανή ζωή οἱ λέξεις,μέσα ἀπό τήν πανσπερμία παράλληλα σωζομένων τύπων,πού μαρτυρεῖ βέβαια μια παλαιότατη πολυδιάσπαση.
Μέσα ἀπ᾿ αὐτήν τήν πολυδιάσπαση προέκυψε καί ἀπό τήν καρκατσούνα τῶν Καρ(α)κατσάνων ἡ ἁπλοποιημένη κατσούνα (= βέργα,μαγκούρα),ἡ γρατσούνα (= ξύλο με κεκαμμένο τό ἕνα ἄκρο, μαγκούρα || γάντζος),ἡ κατσόνα (= γκλίτσα βοσκοῦ),τό κατσόνι (= ραβδί μέ ἄγκιστρο στο ἕνα ἄκρο),ὁ κάτσουνας (= ξύλινο ἤ σιδερένιο ἄγκιστρο,κλαδί δέντρου),τό κατσουνέρι (= μικρό κοντό ραβδί),ὁ κάτσινας (= ξύλο ἀγκιστρωτό μέ τό ὁποίο κόβουν τόν καρπό τῶν δέντρων),τό κάτσινο (= ἡ βουκέντρα),ὁ κάτσινος (= ἡ βουκέντρα) -πού δέν θά μοῦ φαινόταν παράξενο ἄν ταυτίζονταν μέ τόν δῆθεν «προελληνικό» κότινον τῶν ἀρχαίων- καί ἄλλα ὧν οὐκ ἔστι ἀριθμός.
Ἀλλά ἡ καρκατσούνα,βάσει τῆς ὁποίας ἐπιχειρήσαμε να ἐτυμολογήσουμε τό ὄνομα τῶν Καρ(α)κα- τσάνων,εἶναι πιθανώτατα συγγενής καί πρός τό ἀρχαῖο μακεδονικό γάρκα, πρβλ. τό τοῦ Ἡσυχίου «γάρκαν• ῥάβδον.Μακεδόνες»,γιά τό ὁποῖο θά χρειαστῇ μιά εὐρύτερη και διεξοδικώτερη ἀναφορά.