Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Γκόγκελιες


Ο πρόγονος των μακαρονιών. 
Στην κατάλληλη ποσότητα ζυμαριού αφαιρούμε με τα δύο δάχτυλα (δείκτη και μέσο) μικρές δόσεις ζυμαριού.
Σέρνουμε τα δύο δάχτυλα ενωμένα πάνω στο ζυμάρι και αποσπάται κάθε φορά υλικό που θυμίζει κοντό επίπεδο μακαρονάκι.
Μαγειρεύουμε αυτό το φυσικό ζυμαρικό κανονικά σα μακαρόνια.Προσέχουμε όμως,να μην κολλήσουν ή λασπώσουν,κάτι πολύ πιθανό λόγω της ατόφιας σύστασης της πρώτης ύλης.
Όταν ετοιμαστούν,περιχύνουμε με καυτό λάδι.

Οι Αρβανίτες της Αργολίδας λένε τις γκόγκιελιες γκόγκιες.Στη Δ. Αττική και τη Βοιωτία τις λένε τζόλια.
Τζόλια! Παραδοσιακά χειροποίητα μακαρόνια
Η συνταγή είναι αρβανίτικη,απλή και εντυπωσιακά νόστιμη.Λέγονται τζόλια και θα τα ετοιμάσεις πολύ γρήγορα.Φρόντισε να έχεις φρέσκο αρωματικό βούτυρο και ωραία μυζήθρα και θα ετοιμάσεις ένα πιάτο που δεν έχεις δοκιμάσει ξανά ποτέ...

Συστατικά
500 γρ. αλεύρι σταρένιο
Λίγο ελαιόλαδο
Λίγο αλάτι
Νερό όσο πάρει
100 γρ. ξηρή μυζήθρα
50 γρ. φρέσκο βούτυρο


Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Λιακρόρι



Το λιακρόρι είναι και αυτή μια πίτα που φτιάχνεται με διάφορα μυρωδάτα χόρτα του κάμπου και του κήπου,όπως καυκαλήθρες,σπανάκι,χλωρό κρεμμύδι,πράσο,μαϊντανό, άνιθο,αμάρανθο,μπάθιζες και διάφορα άλλα χορταρικά.
Κατασκευή
Παίρνουμε ένα ταψί,το λαδώνουμε και τοποθετούμε,απλώνουμε φύλλο ζυμάρι.Κάθε φύλλο που βάζουμε το λαδώνουμε κιόλας για να μην κολλήσει.
Η διαφορά στο λιακρόρι από την μουσούντα είναι ότι στο λιακρόρι βάζουμε στο ταψί κάτω και πάνω φύλλα και στη μέση τα διάφορα χορταρικά,ενώ στην μουσούντα (θα την παρουσιάσουμε άλλη φορά),χόρτα και ζυμάρι τα ανακατεύουμε και τα απλώνουμε στο ταψί.
Επίσης,εάν θέλουμε βάζουμε στο λιακρόρι και τυρί τριμμένο.

Η ονομασία λιακρόρι οφείλεται στο ότι τα χόρτα στα αρβανίτικα τα λέμε λιάκρα και αφού η πίτα φτιάχνεται με χόρτα (λιάκρα) τη λέμε λιακρόρι.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Αρβανίτικα υποκοριστικά



Οι αρβανίτες είχαν μια φυσική ροπή να δημιουργούν παρωνύμια,χαϊδευτικά και σκωπτικούς χαρακτηρισμούς.Δεν έχω απαντήσει ακόμα στο γιατί συνέβαινε αυτό.Σίγουρα πρόκειται για μια συνιστώσα νοοτροπίας.
Ας δούμε τα συνήθη χαϊδευτικά των βαφτιστικών ονομάτων,στα οποία αρέσκονταν οι αρβανίτες.Πριν,να τονίσουμε ότι όλα τα ονόματα είναι χριστιανικά (με λίγα αρχαιοελληνικά),απόδειξη ότι,όταν ήρθαν οι πρόγονοι στο νότο,είχαν ήδη χριστιανική ένταξη,ανήκαν στον ελληνικό κόσμο όπως είχε διαμορφωθεί από την κουλτούρα του μέσου και ύστερου Βυζαντίου και το σύντομο πέρασμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου.Είναι ακόμα απαραίτητο να τονίσουμε ότι τα ακολουθούντα παρωνύμια (παρατσούκλια) δεν πιστοποιούν αρβανίτικη μοναδικότητα (να την πω έτσι).Κάλλιστα,μπορούν να συναντηθούν και σε άλλες πληθυσμιακές ομάδες του λαού μας.
Έχουμε και λέμε:

Αντρέας → Ντρες,Ντρίτσα(ο)ς,Ντρίκος
Κατερίνα → Κατίγκω,Λίνα
Μαγδαληνή → Μιδάλα.Μιδαλιέ λεγόταν η αμυγδαλιά και από κει παρασύρθηκε τούτο το χαϊδευτικό
Αφροδίτη → Βέτα.Εδώ πρέπει να αναζητήσουμε λατινική ρίζα (Venus)
Μαρία → Μαλιώ,Μαλώ,Λιότσα,Μαρδίτσα
Δημήτρης → Δήμας,Δέδες,Τούλης,Δημητράτς.Από το τελευταίο βγαίνει το γνωστό αρβανίτικο επώνυμο Δημητράκης.Η υποκοριστική κατάληξη στα αρβανίτικα –ατς έγινε στα ελληνικά –άκης,κάτι που σε έναν αδαή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση για τυχόν Κρητική παρουσία.Η σύζυγος του Δημήτρη λεγόταν Δημητρέσα (από δω το επώνυμο Δημητρέσης) ή/και Τούλιαινα.Πρέπει να πούμε ακόμα ότι το Δήμας εκτάθηκε σε Δημάσκος,από το οποίο με παραφθορά προέκυψε το γνωστό Δαμάσκος.Η Δήμητρα λεγόταν Τούλα.
Πέτρος → Πετς (Πέτσος),Πεππούς,Πέππας
Γιώργος → Λιόλης,Τζόλης,Τζοτζόλης,Γιωργάτς,Γάτσης,Γώγος
Γεωργία → Λιολιώ. Η σύζυγος του Γιώργου λεγόταν Γιώργαινα ή Γιωργάκαινα
Γιάννης → Γιάγκος,Γιάν,Γκιν,Τζαν,Τζανέλ,Γιαννάτς.Από το Γκιν βγαίνει το Γκικάτς (Γκικάκης) και τελικά Γκίκας.Πρέπει να πούμε ότι τα παραπάνω,και όλα τα ανάλογα,συναντώνται βέβαια στο ελληνικό κλιτικό σύστημα (Γκίνης,Τζάνος,Τζανέλλης κλπ.).Τη σύζυγο του Γιάννη την φώναζαν Γιάννενα ή Γιαννάκαινα.Η Ιωάννα λεγόταν Γιαννούλα.
Σπύρος → Πήλιος
Ελένη → Λιένα,Λιενάτσα,Λιενούσκα ίσως και Λίτσε
Ευγενία → Νία,Νιάτσα
Παντελής → Παν,Παντ (Πάνος,Πάντος)
Ελισσάβετ → Σάββω
Θανάσης → Θανάς,Νάς,Θαλάς.Ίσως με το Θαλάς να υποκρύπτεται το όνομα Θαλασσσινός.
Αθανασία → Νάστα
Βασίλης → Βας,Βασίλ,Τσίλ (Τσίλης)
Βασιλική → Βασίλω,Τσίλω,Τσίλια,Τσικώ
Σοφία → Τσοφί,Φούλια
Ισίδωρος → Σιδέρ(ης)
Ισιδώρα → Σιδερή,Λιόνα
Θρασύβουλος → Σίβουλας
Πηγή → Μπίτσα
Στέφανος → Στέφας,Τσέφας
Αντώνης → Ντούν (Ντούνης),Γκιόν (Γκιόνης ή και Γκόνιας),Γκιονάτς (Γκιονάκης)
Δέσποινα → Δέσπω,Δεσπούλα,Πινιώ,Πινιού
Καλομοίρα → Καλή
Σταυρούλα → Βουλιώ,Τσαβουλιώ
Αλεξάνδρα → Σάνα,Τσάνα
Αλέξανδρος → Λιέκ (Λέκκας),Λιέτς,Λιεκάτς,Κακάτς (Κακάτσης).Η σύζυγος του Αλέξανδρου λεγόταν Λιέκαινα,Λιέτσαινα ή Κακάτσαινα
Μιλτιάδης → Μέλιος
Παρασκευή → Τσεβί,απο δω το επώνυμο Τσεβάς
Ευφροσύνη → Σύ(ί)νη,Σίνα,Φρόσω
Απόστολος → Τολ (Τόλης ή Τόλιος),Τοτόμ (Τοτόμης)
Παναγιώτης → Παναής,Πανούς (Πανούσης),Νότ,Παναγάτς,Γάτς (Γάτσης).Η σύζυγος του Παναγιώτη λεγόταν Παναγέσα.
Παναγιώτα → Παναγιού,Παναγιούλα,Γιούλα,Νότα
Ιάκωβος → Γκούμ (Γκούμας)
Νίκος → Νικάτς (από δω τα επώνυμα Νικάκης και Νίκας),Νικολάτς,Κολιότς (από δω το επώνυμο Κολιός),Κόλλιας.Η σύζυγος του Νίκου λεγόταν Νίκαινα,Κόλιαινα ή Νικολάτσαινα.Το θηλυκό του Νίκος (σπάνιο) ήταν Νικολίτσα.
Βαγγέλης → Βαγγέλ,Τζελ (Τζέλης),Τζεκ (Τζέκος)
Βαγγελιώ → Βαγγελίνα,Τζελιώ,Λιολιώ,Λίτσε
Κώστας → Κωτς (από δω το επώνυμο Κώτσου),Κωτσής
Κωνσταντίνα → Κωτσίνα
Λουκάς → Λούκος
Φλώρα → Φλωρού
Χρήστος → Κιτς,Τσιτσιλιόν(ης). Η σύζυγος του Χρήστου λεγόταν Χρήσταινα.
Σταμάτης → Στας (Στάσης),Σταμ (Στάμος,το επώνυμο Στάμου). Μάλλον εδώ πρέπει να εντοπίσουμε και το Σταμέλος
Ηλίας → Λιάσκος
Μιχάλης → Μίλιος,Μιλιός,Μιχάτς (από δω τα επώνυμα Μίχας και Μίχος)
Ελπίδα → Πιπίτσα
Ζωή → Ζωίτσα
Φωτεινή → Φώτω
Φίλιππος → Φιλιππούς,Φιλ,Φίλιας
Θεόδωρος  Τούντας
Γαρυφαλλιά → Γαρέφω 
Αναστάσιος → Τας,Τατς
Αναστασία → Τασιά
Κερασιά → Κεράστω
Θωμάς → Θοπ,Θόπια(ς).Η σύζυγος του Θωμά εκαλείτο Θωμέσσα.
Να πω τέλος,χωρίς να είμαι βέβαιος,ότι το χαϊδευτικό του Στέλιος ίσως ήταν Στενούρ.
Αν η μνήμη φέρει κι άλλα υποκοριστικά στην επιφάνεια θα τα ξαναπούμε.
Να σημειώσω ότι ένα αγαπημένο γυναικείο όνομα στους αρβανίτες ήταν το Λεμονιά.Επίσης ένα καθαρό αρβανίτικο γυναικείο όνομα ήταν το Σύρμω,για το οποίο έχω αφιερώσει ιδιαίτερο σημείωμα (δες εδώ).

[Η φωτογραφία από το όμορφο λεύκωμα "Θύμησες Πολυδενδρίου",2002]

Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος-Συγγραφέας


Κατσούμπλες





Κατσούμπλες (οι λουκουμάδες στα αρβανίτικα).

Σερβίρονται με μέλι.
[..και με σοκολάτα λιωμένη,σε νέα έκδοση].
Τι χρειαζόμαστε:

500γρ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 φακελάκι ξερή μαγιά
2 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
½ κουταλάκι του γλυκού αλάτι
περίπου 2 ποτήρια νερό χλιαρό
2 κουταλιές λικέρ μαστίχα ή 1 βανίλια
αραβοσιτέλαιο για το τηγάνισμα

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Οι "Γκρίζοι Λύκοι" συμπράττουν στην Τουρκοποίηση της Δ. Θράκης

ΤΟΥΡΚΑΝΤΩΝΗΣ ΑΧΙΛΛΕΑΣ (1935-12/8/2019)


O Αχιλλέας Τουρκαντώνης γεννήθηκε στον Βαρνάβα Αττικής το 1935. Oλοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κηφισιά και φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του το 1961 εργάστηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στη Θεραπευτική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία τελούσε υπό τη Διεύθυνση του Καθηγητή Β. Μαλάμου. Τον Oκτώβριο του 1963, λαμβάνοντας υποτροφία από την Επιτροπή Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών της Γερμανικής Κυβέρνησης, μετέβη στην Α' Παθολογική Κλινική του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Δ. Βερολίνου, όπου εργάστηκε μέχρι το 1965 ως υπεύθυνος πανεπιστημιακός βοηθός αρχικά στο Γαστρεντερολογικό και στη συνέχεια στο Νεφρολογικό Τμήμα της Κλινικής. Τον Δεκέμβριο του 1965 αναγορεύτηκε Διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον Ιανουάριο του 1966 μετέβη στην Παθολογική Πολυκλινική του Πανεπιστημίου του Freiburg της Γερμανίας, η οποία τελούσε υπό τη Διεύθυνση του Καθηγητή H. Sarre και εργάστηκε αρχικά ως πανεπιστημιακός βοηθός και στη συνέχεια ως επιμελητής στο Τμήμα των Μεταβολικών Νοσημάτων, στο Καρδιοαναπνευστικό Τμήμα της Κλινικής και τέλος ως Προϊστάμενος του Τμήματος Αιμοκάθαρσης και Νεφρικών Μεταμοσχεύσεων. Το 1968 με την προοπτική της επανόδου του στην Ελλάδα, έλαβε την ειδικότητα του Ειδικού Παθολόγου και αργότερα του Νεφρολόγου. Το 1970 αναγορεύτηκε Υφηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Freiburg και αμέσως μετά του ανατέθηκε η ευθύνη διδασκαλίας μαθημάτων εσωτερικής παθολογίας, την οποία διατήρησε μέχρι τον Μάρτιο του 1973. Την ίδια περίοδο μετεκπαιδεύτηκε επί ένα μήνα στο Νεφρολογικό Τμήμα του Guy's Hospital του Λονδίνου σε θέματα νεφρικής μεταμόσχευσης, επί δύο μήνες στη Νεφρολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Washington στο Seattle των Η.Π.Α. στις νέες μεθόδους αιμοκάθαρσης και επί δέκα μήνες στη Νεφρολογική Κλινική του Georgetown University Hospital στην Washington D.C., όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ερευνητικό της πρόγραμμα. Τέλος, επί δύο μήνες εργάστηκε στο Καρδιονεφρολογικό Κέντρο και στο Τμήμα Μεταμοσχεύσεων του Peter Bent Brigham Hospital της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Harvard στη Βοστώνη. Μετά την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στις Η.Π.Α. και την επιστροφή του στη Γερμανία τον Ιανουάριο, ανέλαβε εκ νέου τα καθήκοντα του Υφηγητού της Παθολογικής Πολυκλινικής του Πανεπιστημίου του Freiburg και του Προϊσταμένου του Τμήματος Αιμοκάθαρσης και Νεφρικής Μεταμόσχευσης. Παράλληλα ανέλαβε και υλοποίησε, την πλήρη αναδιοργάνωση και τη διεύρυνση της μονάδας Εντατικής Θεραπείας της Κλινικής. 
Το 1973, ύστερα από σχετική εκλογική διαδικασία, ανέλαβε τα καθήκοντά του ως μόνιμος Επικουρικός Καθηγητής στην Τακτική Έδρα της Παθολογικής Προπαιδευτικής Κλινικής και Ειδικής Νοσολογίας, η οποία τελούσε υπό τη Διεύθυνση του Καθηγητή Γ. Τσουρουτσόγλου. Στην Κλινική αυτή του ανατέθηκε η εποπτεία ενός από τα τρία Τμήματα Γενικής Παθολογίας και του Νεφρολογικού Τμήματος. Τον Ιούνιο του 1975 εκλέχθηκε Καθηγητής και Διευθυντής της Α' Παθολογικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., την οποία διηύθυνε επί 28 συναπτά έτη, επιτελώντας σημαντικό οργανωτικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Ενδεικτικά αναφέρονται η οργάνωση νέας και σύγχρονης Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, Μονάδας Νεφρικών Μεταμοσχεύσεων, Μονάδας Περιτοναϊκής Κάθαρσης, Μονάδας Άσηπτης Νοσηλείας (για ασθενείς με αιματολογικές παθήσεις και AIDS), η οργάνωση του Τμήματος Γαστρεντερολογίας με το συνοδό Εργαστήριο Ενδοσκοπήσεων, η ανάπτυξη του Ενδοκρινολογικού Τμήματος και του Διαβητολογικού Κέντρου, η ίδρυση Μονάδας Παθολογικής Oγκολογίας, καθώς και του Τμήματος Ανοσολογίας και Ιστοσυμβατότητας με το ομώνυμο Εργαστήριο. 
O Α. Τουρκαντώνης είναι μέλος πολλών Διεθνών Επιστημονικών Εταιρειών στις οποίες συγκαταλέγονται η "Deutsche Gesellschaft fuer Innere Medizin", η "European Dialysis and Transplant Association", η "Gesellschaft fuer Nefrologie", η "International Society of Nephrology", η "Gesellschaft fuer Neclearmedizin", η "European Society of Hypertension", η "American Society of Nephrology" και άλλες. Είναι μέλος, επίσης, πολλών ελληνικών Επιστημονικών Εταιρειών, στις οποίες συγκαταλέγονται η "Ιατρική Εταιρεία Θεσσαλονίκης" (Πρόεδρος την περίοδο 2001-2003), η "Ελληνική Αντιυπερτασική Εταιρεία" (Πρόεδρος τις περιόδους 1987-89, 1991-93 και 2002-04), η "Ελληνική Εταιρεία Μεταμοσχεύσεων (Πρόεδρος τις περιόδους 1985-87 και 1987-89), η "Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Ιατρικής Εκπαίδευσης" (Πρόεδρος τις περιόδους 1987-89 και 1989-91), "Ελληνική Νεφρολογική Εταιρεία" (Πρόεδρος την περίοδο 1980-82), η "Γηριατρική και Γεροντολογική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος" (Πρόεδρος τις περιόδους από το 1989-2003) και πολλές άλλες. 
O Α. Τουρκαντώνης έχει διατελέσει Πρόεδρος του "Ελληνογερμανικού Ιατρικού Συνδέσμου Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας", Πρόεδρος των εξεταστικών Επιτροπών Ειδικοτήτων για τη χορήγηση της ειδικότητας Ειδικού Παθολόγου και Νεφρολόγου αντιστοίχως, μέλος του Δ.Σ. του Νοσοκομείου "ΑΧΕΠΑ", αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ. του "Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου", Πρόεδρος της "Γνωμοδοτικής Επιτροπής Αντιυπερτασικού Αγώνα" του Υπουργείου Υγείας, μέλος του "Εθνικού Συμβουλίου Μεταμοσχεύσεων", αναπληρωματικό μέλος του "Ανώτατου Επιστημονικού Συμβουλίου" (Α.Ε.ΣΥ.) του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, μέλος του "Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Πρόληψης του Σακχαρώδη Διαβήτη", Πρόεδρος της "Επιτροπής Νεφρικών Παθήσεων" και πολλών άλλων Επιτροπών και Ιατροκοινωνικών Oργανώσεων. Κατά την περίοδο 1989-1996, επί επτά συναπτά έτη, εκλέγετο Διευθυντής του Τομέα Παθολογίας του Τμήματος Ιατρικής του Α.Π.Θ. Το 1996 εκλέχθηκε Πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ., επανεξελέγη το 1999 και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 2001. Διετέλεσε επίσης Συγκλητικός και μέλος της "Επιτροπής Ερευνών του Α.Π.Θ.". 
Για τη γενικότερη και μακρόχρονη προσφορά του στην ιατρική εκπαίδευση και στην υγεία έχει τιμηθεί από διάφορους Oργανισμούς, Ιδρύματα και Επιστημονικές Εταιρείες. Ενδεικτικά αναφέρονται, η αναγόρευσή του ως Επιτίμου Διδάκτορα του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Βάρνας της Βουλγαρίας και το "Αριστείο" της Τάξεως των Θετικών Επιστημών του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού. Τέλος, σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης για το θεάρεστο, εθνοφελές και ποικίλο κοινωφελές έργο του, του απενεμήθη από την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης το "Ανώτατο Παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Αγίου Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου" και η "Υπέρτατη Διάκριση του Αστέρα της Γεννήσεως του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού".
Είναι επίσης αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Κάπου στα 1990 με δαπάνες (20.000.000 δρχ.) του Αχ. Τ. αναγέρθηκε το νέο,ηλεκτρικό καμπαναριό της Εκκλησίας του Βαρνάβα.

Με ιδιαίτερη τιμή θα σημειώσω ότι ο Αχ. Τουρκαντώνης ήταν θείος μου (πρώτος εξάδελφος της μητέρας μου,Ελένης Τουρκαντώνη).


Γιάννης Βασ. Πέππας

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Το «μακρυνάρι»


Το «μακρυνάρι» είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του στενόμακρου,κεραμοσκεπούς (ή,παλιότερα,με ντράσιες) λαϊκού αρβανίτικου σπιτιού με συνεχόμενα δωμάτια και την είσοδο στη μακριά πλευρά του.
Στην αρχική του μορφή ήταν ένα μονόχωρο σπίτι με δάπεδο χωμάτινο,όπου άνθρωποι και ζώα μοιράζονταν την ίδια στέγη. Χωριζόταν με ένα χαμηλό τοίχο σε δυο χώρους: το «αχούρι» για τα ζώα και τη «γωνιά» για τους ανθρώπους που ήταν στοιχειωδώς οργανωμένη.
Άναβαν τη φωτιά στη βάτρα,σε ένα μικρό πεζούλι,με τον καπνό να διαχέεται σε όλο τον χώρο και να βγαίνει από τις χαραμάδες της σκεπής.
Για την αποθήκευση τροφίμων και αντικειμένων υπήρχαν τσιγκέλια,παλούκια,ράφια,καθώς και μικρά ανοίγματα στους τοίχους (πονίτσες).
Οι άνθρωποι,αρχικά,κοιμόντουσαν στρωματσάδα κι έτρωγαν σε σοφρά.


Για το μακρυνάρι γράφει,μεταξύ άλλων,η Ευτυχία Σύρμα (http://agiosthomas.50webs.com/ilikizoi.htm?fbclid=IwAR3oW6HiZmYI9FefjEwJPjrt3-2-jGG6q6x9OaqKGwnBYGXyGM2veaWIIG4 ):

Λαογραφία - Υλική Ζωή στον Άγιο Θωμά Τανάγρας

-Κατοικία

Τα πρώτα σπίτια του χωριού εμφανίζονται  παραλληλόγραμμα (μακρόστενα):  μακρυνάρια.
Η είσοδός τους συναντάται στην μεγάλη πλευρά. Το σπίτι χωριζόταν σε δωμάτια, αλλά μετρούσαν με γνώμονα τον αριθμό των κουφωμάτων. Κούφωμα ήταν ο χώρος μέσα στο πλατυμέτωπο τούτο κτίριο που είχε διαστάσεις 2.5 μέτρα μήκος και 5 μέτρα πλάτος. Ένας καλός γεωργός έπρεπε να είχε μέχρι 8 κουφώματα. Δηλαδή το σπίτι του θα είχε μήκος 20 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα.
Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για το κτίσιμο ήταν χώμα και πέτρα. Το δωμάτιό όπου διέμενε η οικογένεια επιχρίεται (σοβατίζεται) με άμμο και ασβέστη. Η στέγη είναι αμφικλινής, σκεπασμένη με κεραμίδια. Εσωτερικά, ανά ένα κούφωμα, ανά 2.5 δηλαδή μέτρα, φέρει ένα σταύρωμα (χοντρό σανίδι που στηρίζεται πάνω στους δύο μακριούς τοίχους. Οι δύο απέναντι τοίχοι , των στενών πλευρών υπερέχουν κατά ένα τρίγωνο( αετωματική). Επάνω στις δύο κορυφές, στο ισόπλευρο αυτό τρίγωνο, στερεώνονται τα άκρα ενός (ή περισσοτέρων ενωμένων) χοντρού σανιδιού που λέγεται 'κορφιάσμ'. Αυτό είναι τοποθετημένο σε σχήμα σταυρού προς το σταύρωμα. Ανάμεσα στο κορφιάσμ και στους εκατέρωθεν τοίχους μεσολαβούν άλλα λεπτότερα καδρόνια παράλληλα προς το κεντρικό, τα λεγόμενα παΐδια σε απόσταση ενός περίπου μέτρου το ένα από το άλλο. Αυτός είναι ο σκελετός της στέγης. Ανάμεσα στα παΐδια υπάρχουν σανίδια πλάτους 0.20 μ. περίπου, τα άκρα των οποίων στηρίζονται στους τοίχους που στηρίζεται το σταύρωμα, στο κορφιάσμ και στα παΐδια. Είναι 2 σειρές των σανιδιών αυτών, δεξιά και αριστερά του κορφιάσμ, που ενώνονται πάνω σ' αυτό σχηματίζοντας μια δίεδρη αμβλεία γωνία και δίνοντας το αμφικλινές σχήμα στη σκεπή. Από τα άκρα του σταυρώματος ξεκινούν δύο καδρόνια κατευθυνόμενα προς το κορφιάσμ, όπου και ενώνονται σχηματίζοντας γωνία και συγκρατούν κατά κάποιο τρόπο όλη τη στέγη. Τα δύο αυτά σανίδια ονομάζονται ψαλίδια ή 'γκρσιερτζ'. Επάνω στα σανίδια στηρίζονται τα κεραμίδια με την ίδια διεύθυνση με τα σανίδια.
Οι φτωχότερες οικογένειες δεν είχαν στα σπίτια τους σανίδια στην σκεπή, αλλά ξύλα μακριά που έκοβαν από τα πεύκα μόνοι τους, τα λεγόμενα 'στροπίνες'. Τα τοποθετούν στη θέση των σανιδιών κοντά - κοντά το ένα με το άλλο, δηλαδή σε απόσταση 15 περίπου εκατοστά, όσο χρειάζεται να στηριχθούν το ένα κεραμίδι με το άλλο.
Το δωμάτιο της οικογένειας ήταν στην αρχή του μακρόστενου κτιρίου, στο 'κεφάλι' του. Αποτελείται από δύο κουφώματα, έχει δηλαδή διαστάσεις 5Χ5. Είναι στρωμένο με κουρασάνι(τριμμένο κεραμίδι) και ψηλότερο κατά ένα σκαλί από το επόμενο δωμάτιο που αποτελεί τον στάβλο, χωρίς όμως να έχουν χωρισθεί με τοίχο. Διαθέτει την ίδια πόρτα με το στάβλο και ένα μικρό παράθυρο. Γι' αυτό ανάβουν το λύχνο και την ημέρα.
Στη μέση του στενού τοίχου συναντάμε το τζάκι. Το τζάκι είναι κουφωμένο μέσα στον τοίχο με πλάτος 70 πόντους. Πολλές φορές πάνω από το στάβλο φτιάχνουν ένα στράτη με ξύλα και βάζουν επάνω τα σανά. Το στράτη το ονομάζουν 'Μπιότσκα'.
Πολύ αργότερα φτιάχνουν τους πύργους. Το ισόγειο ή υπόγειο χρησιμοποιείται ως αποθήκη και στάβλος και ο πρώτος όροφος, δωμάτιο της οικογένειας. Ένα μεγάλο δωμάτιο, χωρίς καμιά εσωτερική διαρρύθμιση, με 3 πόρτες και 6 παράθυρα συνήθως.
Τα παράθυρα είναι μεγάλα με εσωτερικά παραθυρόφυλλα μόνο, χωρίς τζάμια από μέσα. Το χώρισμα είναι πάτωμα με σανίδια και διαθέτει καταρράκτη δηλαδή σε μια γωνία ένα άνοιγμα όσο χωράει να περνάει ένας άνθρωπος. Από εδώ κατεβαίνουν με σκάλα στο υπόγειο συνήθως τη νύκτα για να μη βγούνε έξω. Το σπίτι μέσα είναι εντελώς άδειο. Έχει ένα σοφρά (πολύ χαμηλό στρογγυλό τραπέζι), που χρησιμοποιούν για φαγητό και μετά το τοποθετούν σε μια άκρη. Τα θρόνια (απλά ξύλινα καθίσματα πολύ χαμηλά), που τα βάζουν γύρω στο τζάκι, δύο μπαούλα όπου βάζουν το ρουχισμό οι γυναίκες.
Οι γυναίκες έχουν μεγάλο ρουχισμό: 10 πονόβες ( χονδρές μάλλινες κουβέρτες), δύο ή και περισσότερες ανδρομίδες ( είδος κουβερτών), δύο 'πλιάφχια' (σαν τα σημερινά φλοκάτια), μαξιλαροθήκες που τις ονομάζουν μαξιλαρομάνες (πολύ μεγάλα μαξιλάρια), γιατί σε μια μαξιλαρομάνα θα κοιμάται όλη η οικογένεια. Κρεβάτια δεν υπήρχαν. Στρώνουν στο πάτωμα, στη γωνία για όλα τα μέλη της οικογένειας. Για χαλιά χρησιμοποιούν ψάθες.
Διαθέτουν ακόμη σαράντα περίπου σεντόνια υφαντά και κεντημένα τζακόπανα που καλύπτουν στο τζάκι. Αργότερα βέβαια που το κάθε σπίτι έχει τα απαραίτητα έπιπλα: τραπέζι, κρεβάτι, καρέκλες, κεντούν και στόρια, τραπεζομάντιλα, πάντες που τοποθετούν πάνω από το κρεβάτι στο τοίχο, μαξιλάρια, πετσέτες, πετσετοθήκες.
Εκτός από αυτά διαθέτουν αρκετά υφαντά για ντύσιμο.

Γιάννης Βασ. Πέππας