Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Δάνεια στα αρβανίτικα από την Βυζαντινή και Μεσαιωνική Ελληνική


Υπήρχε στα αρχαία Ελληνικά η λέξη γόμος που σήμαινε φορτίο (πλοίου),γέμισμα,βάρος.Η λέξη έχει παραμείνει και σήμερα (γόμωση,αναγόμωση).Έχουμε ένα παράγωγο του ρήματος γέμω (=γεμί- ζω).Γόμος είναι το γέμισμα ενός χώρου.Το υλικό γεμίσματος,λογικά,αποτελεί και ένα φορτίο.Κατά την προσφιλή συνήθεια τους οι Βυζαντινοί επέκτειναν τη λέξη σε γομάριον (βλ. χαρακτηριστικά: όμμαομμάτιονμάτι και άλλα πολλά).Έτσι και το γομάριον έγινε γομάρι,που έφθασε ως σήμε- ρα.Είχε συντελεστεί όχι μόνο μία αλλοίωση της λέξης,αλλά και μετατόπιση/εμπλουτισμός της έν- νοιας της: γομάριον δεν ήταν πια μόνο το φορτίο,αλλά και το υποζύγιο που κουβαλούσε το φορτί- ο.Ακόμα,μεταφορικά,ο μεγαλόσωμος άνθρωπος.Αυτό το Βυζαντινό γομάριον πέρασε και στα αρβα- νίτικα ως γκομάρ=γαϊδούρι.Σήμερα βέβαια,όταν λέμε γομάρι,εννοούμε,εκτός από ογκώδης,συχνά και άνθρωπο άχρηστο,άνθρωπο άξεστο,η λέξη έχει πάρει και κάποιο υβριστικό χαρακτήρα.
Ο κλέφτης στα αρβανίτικα λέγεται κουσάρ.Πρόκειται για την λέξη κουρσάρος, που μπήκε στα ελ- ληνικά μόλις τον 15ο αιώνα (το κούρσο και το κούρσεμα).Πρόκειται για τις μεσαιωνικές ιταλικές λέξεις corsaro και cursarius,εκ των λατινικών cursus curro=τρέχω.Κάπου τότε μεταγράφηκε και στα αρβανίτικα.Η περίπτωση αυτή δίνει έναυσμα για σοβαρές κοινωνιολογικές ανιχνεύσεις: Δεν εί- χαν άραγε ως τότε οι αρβανίτες στο λεξιλόγιο τους την έννοια του κλέφτη; Απουσίαζε,δηλαδή,από την κοινωνία των αρβανιτών η κλεψιά η κλοπή; Το θέμα είναι τεράστιο και δεν μπορούμε να το θί- ξουμε τώρα.Το προσπερνάμε.
Στο Βυζαντινό δίκαιο συναντάμε και ποινές τέλειας βαρβαρότητας,αποκρουστικές,που έλκουν την καταγωγή τους από τα βάναυσα ήθη της ανατολής.Έκοβαν λοιπόν,τα αυτιά (κουτσαυτιάς ή κου- τσαύτης), τα χείλη (κοψαχείλης) ή την μύτη (ρινότμητος ή κουτσομύτης).Ο κουτσαυτιάς πέρασε και στα αρβανίτικα ως κοροβέσης.Βες ήταν το αυτί (το αρχαίο ους) και κορ σημαίνει θερίζω,κόπτω (το αρχαίο κείρω: περικόπτω,τέμνω,δρέπω,κουρεύω,λεηλατώ,καταστρέφω,καταναλίσκω.Το ρηματικό θέμα ήταν κερ- ή καρ-).Κοροβές λέγανε οι αρβανίτες και τη στάμνα χωρίς χερούλια (αυτιά).Συναφή είναι και τα γνωστά επώνυμα αρβανιτών Κόρος (αυτός που κόβει,θεριστής,σφάχτης,κουρσευτής, ίσως και κουρέας),Κοροπούλης (αυτός που σφάζει κότες και πουλερικά).Θα μπορούσαμε εδώ να εντάξουμε και το Κοροπής.Κοροπής λεγόταν ένας αρβανίτης αγωνιστής που πολεμούσε δίπλα στον Καραϊσκάκη στις μάχες του 1827.Το όνομα Κοροπής σημαίνει εκ πρώτης αυτός που έχει κόψει το πιοτό,το πιώμα.Κατά σύμπτωση ο συγκεκριμένος αρβανίτης πολεμιστής,ο Κοροπής κατα- γόταν από το Κορωπί,την αρχαία Κρωπία.Άλλοι λένε ότι αυτός έδωσε το όνομα του στο Κορωπί,άλ- λοι λένε ότι από το Κορωπί πήρε το όνομά του.Εκτιμώ ότι η απάντηση βρίσκεται κάπου αλλού.Για να την προσεγγίσουμε πρέπει να μετακινηθούμε στη Μαγνησία,περιοχή από τις πρώτες που εγκα- ταστάθηκαν αρβανίτες κατεβαίνοντας από τη γη της Ηπείρου.Εκεί λοιπόν,στα ριζά του Πηλίου, συναντάμε την περιοχή κορωπί ή μπούφα, που επίσης είναι αρβανίτικη λέξη.Βλέπε το αρβανίτικο επώνυμο Μπούφης,το τοπωνύμιο Μπάφι, αλλά και το επίθετο μπουφουλάτ.Κατά πάσα πιθανότη- τα το τοπωνυμικό Κορωπί των αρβανιτών προέρχεται από το παλιό αρβανίτικο επώνυμο Κρόπια (το σημερινό Κρέπης).


Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια να σχετίζονται με την ανάρτηση και να είναι ευπρεπή.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.