Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Το επίθετο ιμάρ

Το επίθετο:  μαριμάρ).Θηλυκό: εμάρε

ιμάρ,εμάρε (επίθ.): τρελός,ή,ό – ξεκουτιασμένος/αδίστακτος
(γενική θηλ.: ε μάρ-εσε)

Προέρχεται από το όχι συχνό ρήμα της αρχαίας:
μαργ-άω: μαίνομαι,φέρομαι ως μανιακός.
Παράγωγα του ρ. τα ουσιαστικά:
1. Μάργος: μαινόμενος,λυσσαλέος,αλλά δευτερευόντως και λαίμαργος,άπληστος και ασελγής,λάγνος.

2. Μαργότης: μανιώδης οργή,λύσσα,μανία/λαιμαργία/ασέλγεια.


Το ρ. μαργάω έφθασε ως τις μέρες μας ως  μαργώνω ,αλλά με τροποποιημένη σημασία: όχι πια τρέμω απ΄ τα νεύρα,
αλλά τρέμω απ΄το κρύο,ξεπαγιάζω,κοκκαλιάζω,πουντιάζω.


Ίσως να μην είναι άσχετο ότι οι Λατίνοι γεωργοί ονόμαζαν τον Πάνα (δαιμονική/θεϊκή απόδοση της ανέμελης ελαφράδας και της ασυμβατικής εξωλογικής έως μανιακής εκτόνωσης στο μεθυστικό γλέντι) Mars pater  και Mars Sylvanus.

Αλλά και ο ίδιος ο Mars (Mar-tis),ο θεός Άρης,αλλά και ο πόλεμος (στα λατινικά ο θεός Άρης και ο πόλεμος αποδίδονται ως  Mars) δεν εκφράζουν μάνητα, παραλογισμό,τρέλα φονικού,εκτός ελέγχου  σκέψεις και πράξεις; 
Χωρίς να επεκταθώ στα σχετικά λατινικά δάνεια από την Ελληνική,κρατάμε ότι ΚΑΙ το αρβανίτικο ιμάρ πηγάζει από Ελληνικές θεματικές ρίζες.

Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια να σχετίζονται με την ανάρτηση και να είναι ευπρεπή.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.