Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Κατσίκης

Απόστολος Κατσίκης
Καθηγητής Γεωγραφίας & Περιβάλλοντος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Κατσίκης.  Ένα σύνηθες αρβανίτικο επώνυμο.

Για την προέλευσή του επικρατούν κατά τόπους,όπου απαντάται,διάφορες εξηγήσεις που όλες μάλ- λον πρέπει να τις θεωρήσουμε ως δοξασίες.Στον Βαρνάβα,λόγου χάριν,οι πρώτοι Κατσίκηδες,δύο α- δέλφια που ήρθαν απ΄ την Εύβοια,λέγεται ότι ονομάστηκαν έτσι επειδή φορούσαν ξούλια (είδος αρ- βανίτικου σκούφου) από κατσικοτόμαρο.
Στο βιβλίο του Μιχ. Λαμπρυνίδου "Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον", 1907 και στη σελ. 27 αναφέρεται ο σύντροφος του ανδρείου αρβανίτη Μανώλη Μπλέση [από το Άρ- γος],επίσης αρβανίτης και Αργείτης,ονόματι Κατσίκης.Οι δράσεις των δύο αχώριστων συντρόφων εστιάζονται περί το 1570,άρα έχουμε σαφή μαρτυρία για την παλαιότητα του επωνύμου.
Θυμίζω ότι,όταν οι συγγραφείς κατά τον 19ο αι. μιλούσαν για «Αλβανούς»,εννοούσαν τους Έλληνες αρβανίτες.Δεν υπήρχε τότε κανένα αλβανικό έθνος.Οι γείτονες αυτοαποκαλούνται/λέγονται σκι- πτάρ.Έχουν κλέψει σημαία,εδάφη,εθνώνυμο,γλώσσα.
Θα μπορούσε η ετυμολογία του να αναζητηθεί στο τοπωνυμικό Γκατζίκ ή Γκατζίτ.Γκάτζια στα αρβανίτικα λέγεται η Ευβοιώτισσα.Έτσι,το Κατσίκης θα μπορούσε ν΄ αποτελεί παράγωγο του αρβα- νίτικου Γκατζίκ (: Ευβοιώτης. Ή,μήπως, Τζιώτης;).Πάντως,σε παλιά συμβόλαια,ορισμένοι Βαρναβιώ- τες Κατσίκηδες αναγράφονται ως Γκατσ[ζ]ίκηδες.
Ο Κωνσταντίνος Ντίνας στην (με λάθη) εργασία του: Η γλωσσική-κοινωνική ετερότητα και η ονοματολογία: μια κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση των κοζανίτικων επωνύμων,ΕΚΚΕ 2003 α- ναφέρει (σελ. 8) "Κατζικάς (< κατσίκα,κι αυτό  < αλβανικό kats ή το τουρκικό keci. Ανδριώτης 1971:153, + παραγωγική κατάληξη –άς), "
Για  βρούμε τη λύση τελικά,θα πρέπει να κινηθούμε στο λεξιλόγιο των αρβανίτικων.Κατσιόλα,λε- γόταν μια πρόχειρη και μικρή κατασκευή που έπαιζε το ρόλο του αποχωρητηρίου.Θυμάμαι αμυδρά ότι είχα δει πολύ μικρός κατσιόλα από κλαριά δέντρων.Γινόταν μια μικρή τρύπα στο έδαφος (βό- θρος,ας πούμε) η οποία περιβαλλόταν από διάφορα υλικά και φτιαχνόταν έτσι ένας μικρός χώρος που εξυπηρετούσε τις σωματικές ανάγκες,μακριά από την οικία.
Κάτσιω,λεγόταν η κοντή,μικροκαμωμένη γυναίκα.Ένας άλλος όρος σχετικός ήτανε τότσητότση και η κάτσιω ήταν χαρακτηρισμοί της κοντής,μικροκαμωμένης γυναίκας.Το πρώτο είναι παραφθο- ρά της δεικτικής αντωνυμίας τόσος (τόσος,η,ο),σημαίνοντας τοσοδούλα δηλαδή,,τοσοδούλικη.Το κά- τσιω,όπως και το κατσιόλα εμπεριέχουν την απάντηση για το Κατσίκης.Αν και δεν μαρτυρείται το αρσενικό του κάτσιω,θα ήταν το κατσίκ.Κατσίκ,είναι ο κοντός,μικροκαμωμένος άντρας.Αυτό μας διασώθηκε σε σύνθετα που κατέληξαν επώνυμα: Κατσιγιάνης,ο κοντός Γιάννης.Κατσιμπάρδης,ο κοντός ασπρουλιάρης.Κατσιμίχας,Κατσιφάρας,Κατσανέβας κ.λ.π. Και βέβαια το χωρίς σύνθεση Κα- τσίκης που σημαίνει κοντός,μικροφτιαγμένος.
Η λέξη προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη κατσί =γατάκι, από υποκοριστικό του κάτα = γάτα. Γάτα κάτακάττα μτγν. Λατ. catta..Είναι ένα από τα πολλά λατινικά δάνεια που εντοπίζουμε στα αρβανίτικα.Η μικρή γάτα λοιπόν,το γατάκι (βλ. cat στα αγγλικά,chat στα γαλλικά).

Από δω η λέξη,όχι μόνο στα αρβανίτικα,αλλά και στα ελληνικά για να αποδώσει το μικρό,αλλά και την σμίκρυνση.Λέμε κατσιάζω για να πούμε ότι ζαρώνω,μαραίνομαι,συρρικνώνομαι,χάνω το σφρί- γος και τη ζωντάνια.Από δω και τα γνωστά κατσιασμένος,κάτσιασμα ίσως και κατσαρός.Βέβαια,το ρήμα έφθασε να πάρει και συναφείς έννοιες.Κατσιάζω=απομυζούμαι,αφυδατώνομαι,στεναχωριέ- μαι,θλίβομαι,γερνάω,αδυνατίζω.

Γιάννης Βασ. Πέππας,Φιλόλογος-Συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια να σχετίζονται με την ανάρτηση και να είναι ευπρεπή.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.