Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Βαρνάβας,λίγο μετά το 1950

Εικόνα 1
Οι παλιές φωτογραφίες δεν είναι μόνον αστείρευτες πηγές ανάμεικτων συναισθημάτων,μα και, πολλές φορές,ασφαλής πάροχος γνώσης,δίοδος γνωριμίας,αλλά και,εκ των πραγμάτων,άξονας συγκρίσεων.
Γνωρίζω ότι στις οικογένειες του Βαρνάβα,γενέτειράς μου,διασώζεται ένας πραγματικός φωτο-γραφικός θησαυρός με ιστορική και λαογραφική,τουλάχιστον,σπουδαιότητα.Θυμάμαι,πιο περα-σμένα,είχα δει απίστευτες φωτογραφίες σε Βαρναβιώτικα σπίτια,σημαντικές όχι μόνο για την πα-λαιότητά τους,αλλά και για την ατόφια καταγραφή του περασμένου τρόπου ζωής,ενός διαφορετι-κού έθους και μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης.
Συνήθιζαν οι Βαρναβιώτες να αναρτούν στους σπιτικούς καθρέφτες τους (καμμιά φορά ήταν υπερ-μεγέθεις) πολλές φωτογραφίες από διάφορες στιγμές,καταστάσεις και περιόδους.Τα κριτήρια επι-λογής γι΄ αυτήν τη δημόσια έκθεση ήσαν ξεχωριστά και ιδιαίτερα κάθε φορά.Κάθε οικογένεια έκρινε με τις δικές της ιεραρχήσεις και βαθμούς προτεραιότητας τι φωτογραφίες θα σφηνωθούν στον καθρέφτη,θα μπουν στο πάνω χείλος του τζακιού και στο τραπέζι ή θα κρεμαστούν κορνιζα-ρισμένες στους τοίχους.Κι αποτελούσαν πράγματι δημόσιο θέαμα,όχι μόνο γιατί τα σπίτια τότε ήταν ανοιχτά και οι κοινωνικές επαφές και σχέσεις πολύ σφιχτές,αλληλοεξαρτώμενες,συντροφι-κές,αμφίδρομες και συμπορευόμενες,αλλά κυρίως επειδή κυριαρχούσε στην κοινότητα των ανθρώ-πων μια γρανιτώδης δεσμευτική ιδεολογία καθημερινότητας: η καθαρότητα συμπεριφοράς,η τιμι-ότητα στις δοσοληψίες και αυστηροί (συντηρητικοί) κανόνες ηθικής.Η ατομικότητα υποτασσόταν/εντασσόταν σε έναν δημόσιο κώδικα ευθύνης.
Στην Εικόνα 1 αποτυπώνεται στιγμή από εκδήλωση στο Δημοτικό σχολείο του Βαρνάβα Αττι-κής,το 1951.Σαφώς πρόκειται για σχολική γιορτή.Το πιστοποιεί η Ελληνική σημαία,κρεμασμένη στην πόρτα του σχολείου.Τα κοντομάνικα που φορούν κάποιοι παρευρισκόμενοι,κυρίως παιδιά, μας παραπέμπουν σε ανοιξιάτικη περίοδο.Έτσι,λογικά,θα πρόκειται για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.Το παιδάκι στο κέντρο είναι ντυμένο παπαδάκι και κρατά Σταυρό μάλλον.Γυναίκες,πα-ραδόξως,δεν εντοπίζονται.Η παρουσία του ιερέα μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως τότε η εορταστική δοξολογία της Εθνικής επετείου να ετελείτο στο σχολείο και όχι στην Εκκλησία,όπως την έζησα εγώ,ως μαθητής,στα χρόνια 1967-1973.Ίσως... 
Ο ιερέας είναι ο παπα-Χρήστος Παπαγρηγορίου απ΄ τις Πετριές της Εύβοιας.Έμεινε αρκετά χρό-νια στον Βαρνάβα με την οικογένειά του και μάλιστα μία κόρη του,η Μαγδαληνή, παντρεύτηκε τον Τάσο Κατσίκη (του Γκούμα) και ρίζωσε στο χωριό.Μετά από αυτόν ακολούθησε ο παπα-Ακάκιος (γεννημένος στους Παξούς),που για πολλά χρόνια ήταν παπάς στον Βαρνάβα.Αποσύρθηκε,πολύ γέρος,γύρω στο 1970, για να έρθει στη θέση του ο παπα-Βασίλης,ένας παπάς με έντονη κοινωνικό-τητα,αγαπητός,που δεν άργησε να βάλει μπρος και μαθήματα Κατηχητικού προσφέροντας πρω-τόγνωρες εμπειρίες στα ανέμελα πιτσιρίκια της γενιάς μου.Ο Ακάκιος έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Καπανδρίτι.Πέθανε γύρω στο 1980.
Ο πρώτος άντρας στα δεξιά (με το λευκό μουστάκι) είναι ο Θανάσης Πέτρου (ΘανασΛιάρης).Ο ψη-λός,τρίτος αριστερά απ΄ το παπαδάκι,πρέπει να είναι ο Βαγγέλης Αποστόλου (του Πούπε).Αυτός που κρατά καπέλο πρέπει να είναι ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας,ο Δημήτριος Κατσίκης (Ζάπας) και αριστερά του ο γαμπρός του Δημήτρης Μέξης (ΜητσοΜέξης).
Εικόνα 2
Η Εικόνα 2 είναι τραβηγμένη ακριβώς 22 χρόνια μετά την Εικόνα 1,στον ίδιο χώρο.Προέρχεται από θεατρικό εργάκι κατά την σχολική γιορτή της 25ης Μαρτίου 1973.Σε πρώτο πλάνο η αφεντιά μου,απέναντί μου οι συμμαθήτριές μου Καίτη Κόλλια και Ελευθερία Κατσίκη.Ανάμεσά τους ο Γιάννης Παν. Πέππας (του Μάσκουλη).Πίσω μου ο Χρήστος Αποστόλου και στη μέση της φωτο-γραφίας ο Γιάννης Δήμας.Το παιδί με το μαύρο κοστούμι είναι ο Βαγγέλης Μαντάς (Κοκκινομάλ-λης).Το οίκημα του σχολείου,όπως παρατηρεί κανείς στην Εικόνα 1,περιλάμβανε κι απαρτιζόταν από δύο όγκους: ο ψηλοτάβανος,δεξιά,ήταν το σχολείο.Το αριστερό τμήμα,όπου εντασσόταν και η καμινάδα,ήταν το σπίτι του δασκάλου.Επειδή ο Βαρνάβας ήταν δυσπρόσιτος,είχε υπάρξει μέ-ριμνα τόσο για σπίτι του δάσκαλου,όσο και για σπίτι του παπά.Μικρά σπιτάκια,μακρυνάρια,με κουζίνα και δύο δωματιάκια.Το σπίτι του παπά,δίπλα στην εκκλησία και κάτω απ΄ το καμπαναριό, έχει μετατραπεί σήμερα σε κυλικείο του ναού και αποθήκη.Σ΄ αυτό έμενε ο Ακάκιος,ο παπα-Βασί-λης με τη γυναίκα του κι ο μεθεπόμενος ιερέας (ο ενδιάμεσος,ο Χρυσόστομος,πηγαινοερχόταν),ο παπα-Μανώλης,επίσης με την παπαδιά του.Τελευταίος ένοικος πρέπει να ήταν ο αρχιμανδρίτης Κασσιανός.Το σπιτάκι του παπά πρέπει να άλλαξε χρήση το 1993.Κάπου εκεί...
Για να μπεις στο σχολείο ανέβαινες τρία σκαλιά.Μπροστά συναντούσες το (μας φαινόταν υπέρο-χο!) γραφείο του δασκάλου.Όσο ήμουν εγώ μαθητής,το Δημοτικό του Βαρνάβα ήταν διθέσιο.Αρι-στερά του γραφείου απλωνόταν η ευρύχωρη αίθουσα διδασκαλίας με τα γνωστά ξύλινα θρανία παλαιού τύπου.Περιέργως,στη φωτεινή,ανατολική πλευρά υπήρχε μόνο ένα παράθυρο (φαίνεται στην Εικόνα 1) και μάλιστα υπερυψωμένο.Η απέναντι πλευρά,όμως,ήταν γεμάτη μεγάλα παράθυ-ρα.Το φως έλουζε και ζέσταινε την αίθουσα! Τον χειμώνα,άμα χρειαζόταν,φέρναμε μαζί μας το πρωί και κάνα ξύλο για την αχόρταγη ξυλόσομπα.Τρυφερές καταστάσεις,μαγικές μνήμες! Ένα κα-λοκαίρι η αίθουσα αυτή είχε μετατραπεί σε παιδικό σταθμό.Αχνά θυμάμαι τα κρεβατάκια που εί-χαν αντικαταστήσει τα θρανία μας.Νομίζω,όμως,αυτή η απόπειρα εποχιακού παιδικού σταθμού (για να βοηθηθούν απ΄ τον καλοκαιρινό φόρτο εργασίας οι γεωργικές οικογένειες του χωριού,μάλ-λον) δεν ευδοκίμησε.
Απ΄ όταν το μαθητικό δυναμικό του Βαρνάβα αυξήθηκε και το σχολείο μας έγινε διθέσιο,η μοναδι-κή αίθουσα,αν και μεγάλη,δεν αρκούσε.Νοικιάστηκε,έτσι,απ΄ τον διπλανό μαχαλά του ΝικοΤουρ-καντώνη  ένα δωμάτιο.Στην Εικόνα 1,άκρη αριστερά,διακρίνεται με τα κεραμίδια η γωνία του σπιτιού του ΝικοΤουρκαντώνη.Ανάμεσα στο σχολικό συγκρότημα και στον μαχαλά που είπαμε υ-πήρχε χωματόδρομος που στη φωτογραφία μας δεν φαίνεται λόγω του κόσμου.Είναι η σημερινή "Οδός Δημοτικού Σχολείου",που ξεκινάει απ΄ την πλατεία του Ηρώου και 200 περίπου μέτρα μετά συναντά την κεντρική δημοσιά.Τότε,ο δρομάκος αυτός ήταν αδιέξοδος,τυφλός.Πολλά χρόνια μετά θα γίνονταν οι αναγκαίες διανοίξεις για να προκύψει μια λειτουργική αρτηρία στο εσωτερικό του χωριού.
Κάπου στο 1969 ο περίβολος χώρος του σχολείου περιτοιχίστηκε,φυτεύτηκαν λουλούδια και δέ-ντρα με αποτέλεσμα όχι μόνο να οριστεί ένα βασικό κομμάτι της κοινότητας,αλλά και να αναδει-χθεί!Παράλληλα,αν δεν κάνω λάθος,η άχρωμη πλατεία μπροστά απ΄ την συνολική επιφάνεια του σχολικού τετραγώνου,να το πούμε έτσι,μεταπλάστηκε σε Ηρώον (αυτό που υπάρχει έως σήμερα), όπου θα γίνονταν έκτοτε οι καταθέσεις στεφάνων κατά τις Εθνικές εορτές.Ως τότε συνέβαινε το εξής ιδιαίτερο και ελαφρώς ανορθόδοξο: στα δεξιά της Εκκλησίας,ανάμεσα στο προαναφερθέν σπίτι του παπά και τη λεπτή μάντρα του νεκροταφείου (ως τότε το νεκροταφείο ήταν μέσα στο χω-ριό,πίσω απ΄ την Εκκλησία,η τωρινή παιδική χαρά),μέσα και κάτω από πουρνάρια,υπήρχαν δύο κανονικοί τάφοι.Ο ένας ήταν του Νικολάου Γρηγ. Πέππα,δάσκαλου,που σκοτώθηκε νέο παιδί στον εμφύλιο υπηρετώντας τη θητεία του στον στρατό.Στον άλλο ήταν θαμμένα δύο αδέρφια: ο Σπύρος Κατσίκης και ο Κώστας Κατσίκης (του Γκούμα).Ο πρώτος είχε σκοτωθεί στην Κορέα το 1952,ενώ ο δεύτερος είχε βρεθεί πνιγμένος με αδιευκρίνιστο τρόπο κι αιτία στη λίμνη της Καστοριάς,κατά τη θητεία του στον στρατό στη διάρκεια του εμφυλίου.Ενδέχεται ο δεύτερος να μην ήταν θαμμένος εκεί,αλλά να είχε προστεθεί στην πλάκα το όνομά του τιμής ένεκεν.Μικρή σημασία έχει πια...
Σ΄ αυτούς τους δύο τάφους,λοιπόν,γινόταν (απ΄ τον πρόεδρο της Κοινότητας,τον δάσκαλο,ίσως και κάποιον αξιωματικό απ΄ το κοντινό στρατόπεδο) η κατάθεση στεφάνων ως την ανέγερση του Ηρώου.
Στην οργανωτική ανάπλαση του σχολικού χώρου,που έθιξα προηγουμένως,καθοριστικό ρόλο δια-δραμάτισε ο πατέρας μου,Βασίλειος Πέππας (δείτε γι΄ αυτόν πατώντας εδώ),πρόεδρος τότε της δυναμικής σχολικής εφορίας. Πάντα θυμάμαι τη μπροστάρα λαχτάρα του,το ενεργητικό του μεράκι να προσφέρει ανιδιοτελώς στο σύνολο,να συμβάλλει ουσιαστικά στην κοινή προκοπή!
Εικόνα 3
Το μακρόστενο δωμάτιο που είχε νοικιαστεί ως δεύτερη σχολική αίθουσα (εκεί έχει τραβηχτεί η Εικόνα 3) βρισκόταν ακριβώς απέναντι απ΄ το σπίτι του δασκάλου,τα χώριζε ο δρόμος.Δεν ήταν εντελώς ισόγειο,καθώς κατέβαινες ένα σκαλί για να μπεις σ΄ αυτό.
Από πάνω ήταν το σπίτι του γιου του ΝικοΤουρκαντώνη,του Δημήτρη Τουρκαντώνη (Τζίτζικας), που κάποια στιγμή νοικιάστηκε ως Κοινοτικό κατάστημα.Παρέμειναν εκεί τα γραφεία της Κοινό-τητας έως ότου κατασκευάστηκε το υπάρχον σήμερα κτιριακό Κοινοτικό συγκρότημα,κοντά στην κεντρική πλατεία Ειρήνης.Σ΄ αυτήν τη μικρούλα συμπληρωματική αίθουσα (λέμε τώρα...) φοίτη-σα την Πρώτη,Πέμπτη και Έκτη τάξεις του Δημοτικού.Είχε δύο μεγάλα παράθυρα: ένα προς τον δρόμο κι ένα προς την εσωτερική αυλή του Δημ. Τουρκαντώνη.
Στο σπίτι του δασκάλου,αν δεν κάνω λάθος,έμεινε μόνο ένα ζευγάρι/αντρόγυνο δασκάλων μας για 3-4 χρόνια (1965-69).Τα ονόματά (μου διαφεύγουν τα επώνυμα) τους ήταν Αυγερινός και Σμαρώ.
Όταν πήγαινα στην έκτη τάξη (1972-73),την άνοιξη του 1973,άρχισε να κατασκευάζεται τμηματικά το νέο σχολείο,το νυν υπάρχον.Εντυπωσιασμένοι σκαρφαλώναμε στις σκαλωσιές,ανακατευόμαστε με τα συνεργεία,ρωτούσαμε με οξεία περιέργεια τους οικοδόμους για την ολοκλήρωση του έργου. Ήρθε ο Ιούνιος,τελείωσε η χρονιά,το παλιό σχολείο μας έμεινε μόνο του,χωρίς τα παιδιά του,α-προστάτευτο.Το κατεδάφισαν...
Εικόνα 4
Στην Εικόνα 4 καταγράφεται λαϊκό γλέντι στην πλατεία του Βαρνάβα την ημέρα του Αγίου Γεωρ-γίου.Απ΄ όταν άρχισαν οι Βαρναβιώτες ν΄ αποκτούν αγροτικά αυτοκίνητα (απ΄ το 1970 και μετά) ο εορτασμός μεταφέρθηκε στο Βυζαντινό ξωκλήσι του Αϊ Γιώργη.Βρισκόταν απομονωμένο σ΄ ένα πλάτωμα με πλατάνια και τρεχούμενο νερό,όπου έφτανες με ταλαιπωρία από κακοτράχαλο χωμα-τόδρομο.Η ίδια δυσχέρεια πρόσβασης υφίσταται και σήμερα.Το ξωκλήσι ήταν ζωσμένο με παρα-δόσεις και θρύλους,για τα οποία πρέπει να συγκροτήσω κάποια στιγμή ειδικό αφιέρωμα.Από ε-ντοιχισμένη πινακίδα στη μπροστινή πλευρά του γνωρίζουμε τον χρόνο κατασκευής του: αρχές του 13ου αιώνα.Τελείωνε,λοιπόν,η λειτουργία στο στενόχωρο ξωκλήσι και ο κόσμος κατά παρέες ή οι-κογένειες απλωνόταν μέσα στις ελιές ή κάτω απ΄ τα πεύκα να στρώσει δεύτερα τραπεζομάντιλα στην ανοιξιάτικη γη,ν΄ απλώσει πάνω τους ψωμί,κρασιά κι ό,τι φαγώσιμο είχε κουβαλήσει απ΄ το σπίτι.Οι πιο μερακλήδες άναβαν φωτιά κι έψεναν κρέατα.Μετά το γερό φαγοπότι οι γλεντζέδες το ΄ριχναν στο χορό! Είχαν κυκλοφορήσει τότε τα κασετόφωνα (φορητά ή αυτοκινήτου) κι η μουσική έρεε άφθονη.Ένας ζωντανός κι ακμαίος Διόνυσος αντρείευε στα βουνά του Βαρνάβα στο γέρμα του 20ου αιώνα! Έπεφτε ο ήλιος,καταλάγιαζαν οι εκστάσεις,τα πάθη και τα μεθύσια κι οι εορτα-στές,γιομισμένοι από ικμάδες φρέσκιας ζωής κι ατόφιο ενθουσιασμό,επέστρεφαν στο χωριό.
Γύρω στα 15 χρόνια διατηρήθηκε ανθηρό αυτό το υπαίθριο Αϊγιωργάτικο γιόρτασμα.Σταδιακά ατόνησε,ξεφούσκωσε.Ίδιο δρόμο ακολούθησε και το πανηγύρι: έβγαζαν οι μαγαζάτορες τραπέζια και καρέκλες πάνω στην πλατεία,ερχόντουσαν τα όργανα,αυθεντικές κομπανίες λαϊκής και δημο-τικής μουσικής,γύρω-γύρω παρατάσσονταν τα παιχνίδια (οι γνωστοί πάγκοι μικροπωλητών σ΄ αυτές τις περιστάσεις) κι οι κάτοικοι άφηναν χαλαρά σώμα και ψυχή στην ανέμελη διασκέδαση και την συντροφική κοινωνικότητα για ένα τριήμερο στο τέλος του Ιουνίου.Στις 29,Πέτρου και Παύ-λου,πανηγύριζε η ενορία.Μετά ήρθε η τηλεόραση,ποικιλώνυμοι σύλλογοι ανέλαβαν τη διοργάνωση της εκδήλωσης,ξέφτισε το πράγμα,δεν έμεινε τίποτα...
Είχα προλάβει/ζήσει ως πιτσιρίκι κι έναν εορτασμό στον Άγιο Γιάννη (8 Μαΐου),στην περιοχή της Λισέας,καθώς και απ΄ τα τελευταία,ως έφηβος,του Αγίου Κωνσταντίνου,στο Καπανδρίτι,όπου συ-χνά δερνόντουσαν Βαρναβιώτες με Καπανδριτιώτες δι΄ ασήμαντον αφορμήν,έτσι,σχεδόν από συνήθεια...
Όλα αυτά τα εθιμικά δρώμενα (λαϊκά πανηγύρια,χορευτικά γλέντια στην πλατεία,συλλογικές λει-τουργήσεις σε ξωκλήσια κ.ά)  ήταν απολύτως δυναμικά,σε άρρηκτη επαφή με τον περιβάλλοντα χωρόχρονο,με πλήρη ένταξη στην παλλόμενη καθημερινότητα της κοινότητας,ζωτικά,γάργαρα και γνήσια.Είχαν βαθιές ρίζες στα δημόσια ντιβάνια του παλιού καιρού,όπου οι οικογένειες έσμιγαν σε μιαν κοινή ψυχαγώγηση,σε μιαν ουσιαστική επαφή,στην ενσάρκωση της κατευθυντήριας ιδεολογί-ας ζωής που εμφατικά τόνισα αρχή-αρχή.Ως το 1970,ως την μεταπολίτευση... Μετά ήρθε η ανά-πτυξη,ο εκσυγχρονισμός,νέα ήθη,καινά δαιμόνια.Ο αδήριτος  νόμος της εξέλιξης.Αναβίωσαν (ή σπαρτάρισαν;) με θέρμη δυο-τρεις φορές στη δεκαετία του 1980 οι ομαδικοί λαϊκοί χοροί στην πλατεία του Βαρνάβα,σηματοδοτώντας το οριστικό κι αμετάκλητο τέλος της παλιάς εποχής.
Πρώτος σέρνει τον χορό,για να ξανάρθουμε στη φωτογραφία μας,ο Δημήτρης Κόλλιας (Μήτσος του ΣωτηρΚόλλια,δεύτερος είναι ο Παντελής Κατσίκης (Καλύβης) και τέταρτος ο Δημήτρης Πέ-τρου (Νότσης).Από πίσω απλώνονται τα Δημαίικα κτήρια: δεξιά το μικρό,σαν κουτούκι ήταν,κα-φενείο του Θανάση Δήμα (Χιώτη).Το υπόλοιπο τμήμα ανήκε στον αδελφό του Θανάση,τον Κων-σταντίνο Δήμα.Τα δύο αδέλφια συμμετείχαν στην τοπική λαϊκοδημοτική κομπανία.Ο πρώτος έ-παιζε λαούτο κι ο δεύτερος κλαρίνο,γι΄ αυτό τον έλεγαν και Κωτσηκλαριντζή.Ως ιδιοκτήτη του κα-φενείου (που παρέμεινε στην παλιά μορφή του ως το 1980,περίπου) γνώρισα τον γιο του Θανάση (που ήταν παντρεμένος με την Μαρίνα Πέππα,αδελφή του παππού μου),τον Κώστα (ΚωτσηΧιώ-της).Κάποια στιγμή,αργότερα,και το υπόλοιπο τμήμα απ΄ το Δημαίικο μακρυνάρι της πλατείας αντικαταστάθηκε από νέα οικοδομή.Έτσι,απ΄ το φόντο της παλιάς φωτογραφίας μας δεν διασώ-ζεται τίποτα,εκτός απ΄ τις μουριές...! Αυτές,παραμένουν θαλερές στη θέση τους.Υπήρχαν,μάλι-στα,στην πλατεία του Βαρνάβα,πριν την ανάπλασή της,δέκα μουριές (σήμερα έξι,νομίζω).Δεν έχω ως τώρα καταφέρει επαρκώς να εξηγήσω ή να βρω ολοκληρωμένη απάντηση στη γενική ροπή των Αρβανιτών προς τις μουριές,ενός δένδρου με άχρηστο,στην ουσία,καρπό.Ίσως να εκτιμούσαν ιδιαίτερα τον ίσκιο που πρόσφεραν οι φυλλωσιές του,ποιος ξέρει...
Ολοκληρώνοντας τούτο το κείμενο οφείλω να καταθέσω μια πραγματικότητα: η αρχική πρόθεσή μου ήταν να παρουσιάσω τις δυο παλιές φωτογραφίες με περιορισμένες επεξηγηματικές πληροφο-ρίες.Δεν άργησαν,όμως,να βγουν στην επιφάνεια ταξιδιάρες μνήμες και λησμονημένα αισθήματα! Με οδηγήτρα την αμόλυντη ματιά των παιδικών χρόνων και μιαν ικανή νοσταλγία προέκυψε τελι-κά η παρούσα καταγραφή,σελίδες τοπικής (Βαρναβιώτικης) ιστορίας.Αξίζει,ακόμα,να υπογραμμί-σω την ευπρέπεια των τότε κατοίκων του χωριού.Σε καιρούς δύσκολους,μετά από πόλεμο και φα-γωμάρα,σε συνθήκες στέρησης,φτώχειας κι ανέχειας οι Βαρναβιώτες παρέμεναν αξιοπρεπείς,κα-λοντυμένοι,με ομορφιά κοινωνικότητας,άψογοι και πιστοί στις πατριωτικές υποχρεώσεις τους!


Δείτε,ακόμα,το θέμα: 


Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας


Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς


Αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς

Στα παλιότερα χρόνια οι δίγλωσσοι αρβανιτόφωνοι Έλ-ληνες επέδειξαν μια ξεχωριστή,ενδιαφέρουσα και ά-κρως αξιοπαρατήρητη συμπεριφορά: μετέφεραν στο Η-πειρώτικο επικοινωνιακό ιδίωμά τους,τα αρβανίτικα, γνωστά δημοτικά τραγούδια,εκκλησιαστικούς ψαλμούς και ύμνους,καθώς και κάλαντα του Δωδεκαημέρου και του Λαζάρου! Πάνω σε δεδομένους μουσικούς σκο-πούς,ρυθμούς,δρόμους και τρόπους κούμπωσαν το ίδιο λεκτικό/νοηματικό περιεχόμενο μεταφερμένο στα αρβανίτικα! Πρόκειται για φαινόμενο εξαιρετικής κοινω-νιολογικής σπουδαιότητας,ιδιάζουσας λαογραφικής βα-ρύτητας και συνάμα συλλογική δημιουργία καλλιτεχνι-κού/πολιτιστικού ζηλευτού μεγέθους μια που,εκτός από την υψηλή πιστότητα απόδοσης νοή-ματος,εμφανίζεται στο τελικό προϊόν γλωσσοπλαστική ικανότητα και μια απρόσμενη λαϊκή ποι-ητικότητα που ξαφνιάζει με τον παλμό και τη ροή της.
Περιττεύει να αναφέρουμε ότι κανένα Πανεπιστημιακό τμήμα της χώρας μας δεν έχει ασχοληθεί (το γνωρίζουν άραγε;) μ΄ αυτή την σοβαρή περίπτωση.Αντιθέτως,με θλίψη παρατηρούμε,και το συναντάμε και στο διαδικτυακό περιβάλλον,εργασίες (και μεταπτυχιακές) μελών τμημάτων Γλωσ-σολογίας που τόσο αβασάνιστα,αβάσιμα κι ανεύθυνα κατατάσσουν τα αρβανίτικα,αυτό το μαρ-τυρημένο αρχαίο ιδίωμα των Ηπειρωτών Ελλήνων,εκτός της Ελληνικής γλώσσας...
Τα αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς που παρουσιάζουμε φαίνεται να προέρχονται απ΄ την Δυτική Αττική,αλλά πιθανότατα αφορούν,εκφράζουν κι αντιπροσωπεύουν τους Αρβανίτες όλης της Ελλάδας.Ήταν αποθηκευμένα στα ηλεκτρονικά αρχεία μας από ιντερνετικό τόπο,μάλλον από ομάδα του facebook.Ο αναρτήσας εμφανώς δεν διέθετε οργανική σχέση με τα αρβανίτικα,απλά μετέφερε στο χαρτί όπως μπορούσε αυτά που άκουγε,χωρίς να κατανοεί τι καταγράφει.Κατά ευτυχή συγκυρία,ενώ εργαζόμουν πάνω στο θέμα,ο εξαιρετικός μελετητής της λαογραφίας των Αρβανιτών κι άριστος γνώστης των αρβανίτικων κ. Παναγιώτης Μπουραντάς ανάρτησε στο Youtoube (στις 28/12/2019),απ΄ το θαυμάσιο κανάλι του,Αρβανίτικα κάλαντα της Πρωτο-χρονιάς απ΄ τον Ασπρόπυργο,τοποθετούμενα στις αρχές του 20ου αιώνα (https://youtu.be/ QGxFR4X1iaQ).Επρόκειτο για συναφή εκδοχή του υλικού που διέθετα.Έχοντας,έτσι,μιαν αξιόπι-στη κι ακριβή πηγή στα χέρια μου αποκατέστησα,κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο,όλους τους στίχους,με την βεβαιότητα ότι η ουσία έχει αποδοθεί:


Μίρε τε να βίνιε βιτ  ιρί,                                  Καλώς να μας έρθει ο νέος χρόνος,
μίρε τε  να πλικένιε!                                         καλώς να μας γλυκάνει!
Σι  νέστρε θόινε                                                 Σαν αύριο έλεγαν
τσίλι  τε  προτοβίνιε                                          όποιος να πρωτοέρθει
νε  ντέρε τ΄ αβλοπόρτες                                  στην πόρτα της αυλόπορτας
γκα  νι ταλάρ  τι γιάπινι.                                από ένα τάλιρο να (του) δώσετε.
Ου  θόμι περ  τε γκίγκενι                                 Σας λέμε για ν΄ ακούσετε
θάμετε  ε  σιν  Βασίλιτ,                                     τα θαύματα του Άι Βασίλη,
τσε  ιστ  νιερί με αρετή,                                    που ΄ταν άνθρωπος με αρετή,
εδέ  σιούμε  γλικομίλι.                                      και πολύ γλυκομίλητος.
Νιέ  ιθάτε  ντρου  κέι  περ μπαστούν           Ένα ξερό ξύλο είχε για μπαστούνι
εκέι  περ  τε  κουμπίσεϊ                                    το ΄χε για ν΄ ακουμπάει
εδέ  άϊ,νιέ  ιθάτε  ντρου,                                    κι αυτό,ένα ξερό ξύλο,
βλαστάρετε  νιόμε  χιούσι                                βλάστησε ένα χλωρό βλαστάρι
εδέ  νε μάλιε  ντε βλαστάρ                              και πάνω σ΄ αυτό το βλαστάρι
ντι  ζόκι  εκελαδίσνε                                         δυο πουλιά κελαηδήσανε
τσι  κέινε σίτε σι  διαμάντε                               που ΄χαν τα μάτια τους σαν διαμάντια
διαμάντε  μπουκουράτε.                                   διαμάντια όμορφα.
Μπλίδουνι,βλέζερ,μπλίδουνι                         Μαζευτείτε,αδέρφια,μαζευτείτε
νε  κλίσε  περ τε  βέμι.                                       στην εκκλησιά  να πάμε.
Γκα  κλίσια τε  μος λίψενι                               Απ΄ την εκκλησία  μη λείψετε
καλή ψυχή τε κέμι.                                           καλή ψυχή (για)  να ΄χουμε.
Γκα  κλίσια  τούκε άρδουρε,                            Απ΄ την εκκλησία μόλις έρθετε,
εφτίς  τραπέζι  στρόνι,                                      ευθύς τραπέζι  στρώστε, 
αν  ίστε δε  νονί φτωχό                                    κι αν είναι κανείς φτωχός
εδέ  άτε τε  θόνι.                                                 και (σ΄) αυτούς να πείτε.
Αν  ίστε  νονί  ισκλέπερε                                Αν είναι κανείς αόμματος
ε  νέκε  μουν τε βίνιε                                        και δεν μπορεί να έρθει
κιάλνι  γιου φαΐ  ν΄ ατιέ                                 πηγαίντε σεις  το φαγητό εκεί
π΄ αδέ  το  ίδιο ίστε.                                         κι έτσι το ίδιο είναι.
Ουθόμε  καλιμέριν                                          (Σας) είπαμε την καλημέρα
με  γκόλιε  εδέ με λιρ,                                      με το στόμα και με την λύρα,
εδέ γκα  μοτ                                                       και από του χρόνου
τε  γιέμι  μιρ,                                                      να ΄μαστε καλά,
εδέ  γκα  μοτ                                                      και (από) του χρόνου
τε  γιέμι  μιρ!                                                      να ΄μαστε καλά!

Τα κάλαντα αυτά τραγουδιούνται στο ρυθμό του «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά».Είναι πραγματικά ΑγιοΒασιλιάτικα,πλημμυρισμένα από θετική σκέψη,καλοσύνη,ανθρωπιά και τον απαραίτητο ευ-ετηρικό συμβολισμό. όλο αυτό που θα λέγαμε Χριστιανική αγάπη! Ακόμα,άνετα παρατηρεί κανείς το πλήθος των ατόφιων Ελληνικών λέξεων (αβλοπόρτες [=αυλόπορτας. στ΄ αρβανίτικα: αβλοπόρτ γεν.: αβλοπόρτες],θάμετε [=θάματα],με αρετή,γλικομίλι [=γλυκομίλητος],μπαστούν [=μπαστού-νι],κουμπίσεϊ [=ακουμπάει],βλαστάρετε [=βλάστησε],βλαστάρ [=βλαστάρι],εκελαδίσνε [κελαηδήσα-νε],διαμάντε [=διαμάντια],κλίσια [=εκκλησία],λίψενι [=λείψετε],καλή ψυχή,εφτίς τραπέζι στρόνι [=ευθύς τραπέζι στρώστε],αν,φτωχό,φαΐ,καλιμέριν [στ΄ αρβανίτικα η κατάληξη της αιτιατικής ενικού είναι: -ιν,δηλαδή το –ην της αρχαίας. τιμ-ήν,προσοχ-ήν,λύπ-ην κ.λπ.],λιρ [=λύρα]). Προσθέτουμε και το προτοβίνιε [=πρωτοέρθει].
Ο παράλληλα με την κυρίαρχη Ελληνική χρησιμοποιούμενος παλαιότερα απ΄ τους αρβανίτικης καταγωγής Έλληνες επικοινωνιακός κώδικας,τα αρβανίτικα,ήταν ένα φτωχό σύνολο που,κατά τον Δημ. Καλλιέρη,έναν άλλο Ασπροπυργιώτη σπουδαίο ερευνητή/μελετητή της ελληνό-σπλαχνης αρβανιτιάς,στην ακμή τους (να το πούμε έτσι. γύρω στο 1700) δεν ξεπερνούσαν τις 6.000 λέξεις.Χωρίς αφηρημένες έννοιες και με περιορισμένο κορμό ρημάτων.Σε Αρβανίτικο Λε-ξικό που συντάσσω τα τελευταία 15 χρόνια έχω μόλις ξεπεράσει τις 2.000 λέξεις και εκτιμώ βά-σιμα ότι δεν πρόκειται να ξεπεράσουν τις 3.000,αν αυτό λέει κάτι.
Για να μην μακρύνει τούτη η παρέκβαση,κρατάμε απ΄ τα παραπάνω Κάλαντα τις δυο συνι-στώσες της συνείδησης και ψυχής των Αρβανιτών: βαθιά Ορθόδοξη πίστη και Ελληνική γλώσσα!
Μια και ανέφερα παραπάνω τον κ. Παναγιώτη Μπουραντά,αξίζει και πρέπει να σταθώ στην πρακτική του: στο έργο του αποδίδει τα αρβανίτικα μόνον προφορικά,δεν τα καταγράφει.Αυτό είναι λογικό (και απόλυτα σεβαστό),καθώς τα αρβανίτικα μόνο μιλιόντουσαν,δεν διέθεταν αλ-φάβητο,δεν συγκροτούσαν γλώσσα,ήσαν απλά ένα κουβεντιαστό αρχαίο απομεινάρι της Ελ-ληνικής στην Ήπειρο.Όποτε χρειάζονταν οι Αρβανίτες γραπτό κείμενο,χρησιμοποιούσαν την κυ-ρίαρχη Ελληνική.Ο Δημήτρης Γιώτας έχει δημοσιεύσει ντοκουμέντα δικαιοπραξίας αρβανι-τόφωνων του Μενιδίου κατά τον 18ο αιώνα στην Ελληνική,που με την πρώτη ευκαιρία θα τα παρουσιάσω κι εδώ.
Βέβαια,σε τούτον τον ιστότοπο,όπου συχνά επιχειρώ ετυμολογική ανάλυση αρβανίτικων λέ-ξεων,χρησιμοποιώ το οικείο,προσήκον και μητρικό Ελληνικό αλφάβητο.Συνιστά γλωσσολογική αναγκαιότητα,επιταγή μεθοδολογίας,αλλά και μεγάλη διευκόλυνση η χρήση της (κατα)γραφής.
Το βίντεο με τα Αρβανίτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς του κ. Παναγιώτη Μπουραντά είναι αυτό:




Στις 16 Δεκεμβρίου του 2013 στην fbική ομάδα ΣΤΕΙΡΙ δημοσιεύτηκε το εξής θέμα:

Αρβανίτικα κάλαντα
Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχετικά τραγούδια που ψάλλονται εθιμικά κάθε χρόνο,κυρίως την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών (Χριστουγέννων,Πρωτοχρονιάς,Θεοφανίων,ακόμη και των Βαΐων (ή Λαζάρου),με εξαίρεση της Μεγάλης Παρασκευής που είναι κατανυκτικά.Τα αρβανίτικα κάλαντα που είναι καταγεγραμμένα στο Νομό Βοιωτίας είναι:

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς περιοχής Στειρίου Βοιωτίας

Σίν Βασίλη βγιέν                             Ο Άγιος Βασίλης έρχεται
μπόρα ι πιλκιέν.                              το χιόνι του αρέσει.
Βγιέν  μ΄ντα νε μές ε νάτες               Έρχεται μέσα στη μέση της νύχτας
Δεμάτ  τε κα γιάπιν .                        δώρα να μας δώσει.
Σίν Βασίλη βγιέν                              Ο Άγιος Βασίλης έρχεται
Γενάρη ντίχετ.                                  ο Γενάρης προβάλει.
Ζόνιεν περιμένιμ                              Την κυρά περιμένουμε
τσι βγιέν σίπερ πάρ                          που έρχεται από τον επάνω δρόμο
δίπλιετ γκαρκούαρ νε γκομάρ.                    Δίπλιες  (γλυκά) φορτωμένες στο γαϊδούρι.

Δίπλιες = Πρωτοχρονιάτικο παραδοσιακό γλυκό

Ένας χρήστης,με σχόλιό του,πρόσθεσε ένα ακόμη τρίστιχο:

Σιν Βασίλη βγεν γκα Τσουκλίδι               Ο Άι Βασίλης έρχεται απ΄ το Τσουκλίδι
με πίνγκα, με κ'πούτς'ς                           με τσαρούχια, με παπούτσια,
με νι τράπου'λλ ντ' μπουρ'ςς...                 με μια τράπουλα στην τσέπη...

Τσουκλίδι είναι μια περιοχή στην Χασιά,όπου ζούσαν οι Τσουκλιδαίοι άρχοντες την εποχή εκείνη και έδιναν τα πρώτα λεφτά στους καλησπέρηδες. έτσι έλεγαν τα άτομα που έλεγαν τα κάλαντα.. εδώ στο χωριό τα κάλαντα τα έλεγαν βράδυ,αρχές του 19ου

Παρουσιάζω την όλη ανάρτηση,όπως είχε.Δεν γνωρίζω τι μουσικός σκοπός συνόδευε αυτά τα κάλαντα.Είναι φανερό ότι πρόκειται για πρωτογενή δημιουργία κι όχι για απόδοση/μίμηση του «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά».Το άτομο που παρεμβλήθη με σχόλιο προφανώς ήταν απ΄ την Χασιά Αττικής και το τρίστιχο που παρουσίασε αποδεικνύει τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις ενός βασικού κορμού,δηλαδή έχουμε να κάνουμε με γνήσια δημώδη παραγωγή.

Τέλος,ακούστε/δείτε (youtube): 

διαβάστε/κατεβάστε το βιβλίο:


Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Οι Γερμανοί πυρπολούν τον Άγιο Θωμά (Λιάτανι) Βοιωτίας,26-7-1944 pdf

Κάτι πολύ καλό συμβαίνει στον Άγιο Θωμά Βοιωτίας, ένα χωριό στα σύνορα με την Αττική! Μια δραστήρια ομάδα δημιουργικών,ευγενικών κι ανήσυχων κατοίκων του (γνωρίζω δύο απ΄ αυτούς) σαρκώνουν την αγάπη τους για την γενέθλια γη με απτό έργο: καταγράφουν την ιστορία του τόπου τους,θησαυρίζουν την αρβανί-τικη παράδοσή τους,αναδεικνύουν τον σημερινό ζω-ντανό παλμό του χωριού,ενεργοποιούνται διαδικτυα-κά,ανοίγουν πόρτες και παράθυρα αλληλεπίδρασης.Ένα αξιέπαινο παράδειγμα μίμησης!
Το 2018 η συγκεκριμένη ομάδα κοινοποίησε στα Μ.Μ. Δικτύωσης ένα λιτό,αλλά αποκαλυπτικό,ηλεκτρονικό αρχείο (pdf) για το φονικό πέρασμα των Γερμανών κατακτητών από τον Άγιο Θωμά και την ευρύτερη περιοχή το καλοκαίρι του 1944.Των Γερμανών που σήμερα,75 χρόνια μετά,βιώνουμε μια άλλου είδους καθηλωτική επικυριαρχία τους (γιατί άραγε...;).Το pdf αυτό,ξεκαθαρίζεται,αποσκοπεί να γνωστοποιήσει ένα λίγο-πολύ άγνωστο επιπλέον ανοσιούργημα της Ναζιστικής κτηνωδίας,κι όχι να διασώσει αναλυτικά και πλήρως το ιστορικό γεγονός (ίσως κατοπινά).
Συμπράττοντας στην θέληση της άξιας Λιατανιώτικης ομάδας,επικροτώντας και διαφημίζοντας την λαμπρή δράση και προσφορά της,αναδημοσιεύω κι από τούτο τον ιστότοπό μου το τομίδιο στενάχωρης μνήμης και συνεχούς αποφασιστικότητας.

Διαβάστε - Κάντε λήψη:

Γιάννης Βασ. Πέππας

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Το Ντόρμπερι του Βαρνάβα


Το Ντόρμπερι του Βαρνάβα

Στην μεγάλη λαογραφική έρευνά μου για την γενέτειρά μου,τον Βαρνάβα Αττικής,ιδιαίτερα με είχαν απασχολήσει κάποια τοπωνύμια,η προέλευση και η σημασία τους.Ένα απ΄ αυτά ήταν το Ντόρμπερι,το βόρειο άκρο (προς τον Κάλαμο) της παραλίας του Βαρνάβα.Είχα περάσει,βλέπεις,ένα όμορφο καλοκαίρι εκεί (1981),ολοκληρώνοντας τον πρώτο χρόνο της φοιτητικής ζωής μου!
Η περιοχή είναι ένα τριγωνικό ίσιωμα (Λάκα Ντόρμπερι) ανάμεσα σε δυο λοφίσκους,το Μα-λιεζί [Β] και το Μπαριμπάρδε [Ν].Η μικρή κοιλάδα διαρρεόταν από ρέμα που ξεκίναγε απ΄ τις πηγές του Αϊ Γιώργη και κατέληγε στη θάλασσα.Όταν φούσκωνε το ρέμα μετατρεπόταν σε ορμητικό,καταστροφικό ποταμό.Η αρδευόμενη λάκα ήταν γόνιμη και καρπερή.Έτσι,οι Βαρναβιώτες (όσοι είχαν λαχίδια εκεί) την αξιοποιούσαν με μποστάνια,μεγάλα περιβόλια και σπορές δημητρι-ακών.Η μεγάλη απόσταση (13 χλμ.),όμως,της παραλίας απ΄ το χωριό αποτελούσε πρόβλημα.Ειδικά η ανηφορική επιστροφή ήταν μαρτυρική,για ανθρώπους και ζώα.
Στην κορφή του τριγώνου της λάκας,σε ψήλωμα,βρισκό-ταν πηγή.Την πηγή αυτή την γνώρισα με υδραυλική βά-να.Είναι αξιοπερίεργο και χαρακτηριστικό ότι στα δύο άκρα της παραλίας του Βαρνάβα βρισκόντουσαν φυσικές πηγές.Η άλλη υπήρχε στο Σκάλωμα,κοντά στην πέτρινη μονόχωρη καλύβα του Μιλτιάδη Αδάμη.Ένας μικρός λάκ-κος ήταν,διαμέτρου 50 εκατοστών περίπου,που ανάβλυζε ακατάπαυστα καθαρό νερό! Ένα μαστόρικο ρυάκι,σε πολ-λά σημεία του φτιαγμένη η μικρή κοίτη του με πλάκες,για να μην χαλάει από ζώα ή άλλους λόγους,οδηγούσε το λαγαρό  νερό σε δυο-τρεις στέρνες και  χαμηλότερα σε λε-μονιές και περιβόλια του καλοκαιριού.Στο τέλος ενωνόταν με το διπλανό ρέμα που χυνόταν στη θάλασσα.Για να φτάσεις στην πηγή διέσχιζες ένα στριφτό ανισοϋψές μονοπάτι 150-200 μέτρων μέσα από πολλές ιδιοκτησίες.Η φυσιογνωμία αυτής της διαδρομής (και ο τρόπος συλλογής του νερού) την καθιστούσε δύσκολη ακόμα και για ζώα,αν ήθελε κανείς να κουβαλήσει νερό με δοχεία.Απ΄ την μικρή γούβα της πηγής δε,έπρεπε να  αφαιρείς προσεκτικά το νερό λίγο-λίγο μ΄ ένα κύπελλο για να μην θολώσει.Αν αγγιζόταν ο ρηχός αμμώδης βυθός της μικρής πηγής,η άμμος αναδευόταν,το νερό λάσπωνε και χρειαζόταν κάμποσος χρόνος να κατακάτσουν οι προσμείξεις και να καθαρίσει το ανάβρυσμα. Αργότερα,έκτισε σπίτι κοντά στο σημείο ο Φιλ. Παπανικολάου και το,έτσι κι αλλιώς δυσπροσ-διόριστο και δυσπρόσιτο,στίγμα της γραφικής πηγής μηδενίστηκε.Σήμερα,η φυσική πηγή στο Σκά-λωμα,μια δυνατή εστία χαράς των παιδικών μας εξερευνήσεων,δεν ξέρω καν αν υπάρχει και αν ναι,σε τι κατάσταση βρίσκεται…
Η πηγή στο Ντόρμπερι,για να ξανάρθουμε στο κεντρικό ζητούμενό μας,ήταν πνιγμένη μέσα σε θηριώδη πλατάνια και οργιώδη βλάστηση! Σ΄ αυτό το ζουγκλοειδές σκηνικό ξεδιπλωνόταν παλιό μονοπάτι που κατέληγε στον Αϊ Γιώργη.Αυτό χρησιμοποιούσε ο Πέτρος Αλεξίου (ΠετροΝτέγκος) για να μεταφέρει με τα ζώα του απ΄ το περιβόλι του,κοντά στο ξωκλήσι,τα ολόφρεσκα μυρωδιαστά ζαρζαβατικά προϊόντα του στους παραθεριστές της παραλίας.Εκεί,στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980,η παραλία του Βαρνάβα ανάσαινε ακόμα με παλιούς ρυθμούς,αφάνταστους και ίσως αδια-νόητους για τη νέα γενιά.Χωρίς ηλεκτρικό,χωρίς τηλέφωνο,χωρίς άσφαλτο… Με τα τελευταία απο-μεινάρια μιας καθημερινότητας,μιας αθωότητας και μιας ιδεολογίας ζωής που θάβονταν αμετάκλη-τα μέσα στην παχιά σκόνη του χρόνου…
Η μεγάλη φονική πυρκαγιά το καλοκαίρι του 1984 καρβούνιασε τα πάντα απ΄ το στρατόπεδο,λίγο έξω απ΄ το χωριό,ως το ακρογιάλι στον Ευβοϊκό.Μαζί,κάηκε κι ό,τι είχε απομείνει παλλόμενο απ΄ τον κόσμο του παλιού Βαρνάβα.Η πηγή του Ντόρμπερι σταδιακά μεταλλάχθηκε: έγινε κόμβος,όπου δι-ασταυρώνονται τέσσερις-πέντε ασφαλτόδρομοι! Ξεφύτρωσε ένα ψηλό αντλιοστάσιο.Κατοπινά,α-ναγέρθηκε ναΐσκος (αφιερωμένος στην Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο).Όλη η απλωσιά,μέσα στα πλατάνια,πλακοστρώθηκε.Κι εκεί που χόρευαν ελκυστικά νεράιδες,οργανώνονται τώρα μουσικοχο-ρευτικές εκδηλώσεις.Άλλαξαν τα πράγματα…
Το τοπωνύμιο
Ένα ζεστό φθινοπωρινό απόγευμα του 1986 μιλούσα με τον Δημήτρη Τσιμίνη (ΜητσοΜα-λαμούλη) στο καφενείο του Αποστόλη Θεοδωρή (σημερινή Στοά) αναζητώντας πληροφορίες για την προέλευση τοπωνυμίων του Βαρνάβα.Ως προς το Ντόρμπερι μου ανέφερε μιαν ολοκληρωμένη ιστορία,που,όμως,αμελώντας να την καταγράψω άμεσα,δεν διέσωσα τις λεπτομέρειές της.Σε γενι-κές γραμμές,θυμόμουν: υπήρχε ένα στοιχειό στην πηγή που απειλούσε/έτρωγε τους ανθρώπους.Κάποιος,κάποτε κατάφερε να γλυτώσει απ΄ το σαρκοβόρο  μένος του θηρίου χρησιμοποιώντας επιτήδεια το χέρι του (το χέρι στα αρβανίτικα λέγεται ντόρε).Απ΄ αυτό το καθοριστικό,τόσο λεπτό και ζωτικό σημείο της παραδομένης μέσα απ΄ τα χρόνια συλ-λογικής κατασκευής κατέληξε να πάρει το συγκεκριμένο όνομα η περιοχή: Ντόρμπερι!
Θα πέρναγαν 33 γεμάτα χρόνια για να συναντούσα και πάλι συγκροτημένη εκδοχή του τοπικού θρύλου! Προερχόταν τώρα (καλοκαίρι 2019) από τον 82χρονο Βαγγέλη Πέτρου (Λιάρης).Η διήγηση του Β. Πέτρου δεν ήταν επικεντρωμένη στο Ντόρμπερι,αλλά σε άλλη περιοχή του Βαρνάβα με φυσική πηγή,το ΧονιΛιόσιτ (=η χούνη[:πηγή] του Λιόση).Η διαφορά αυτή είναι εντελώς ασήμα-ντη.Η ουσία βρίσκεται στην ίδια τη δυναμική παράδοση,που η λαϊκή φαντασία και οι φυσικές συνέπειες των προφορικών παραποιήσεων από παππού σε εγγονό μπορεί κάθε φορά να την προσάρμοζαν/«κόλλαγαν» σε κάποια άλλη περιοχή.Το βασικό νόημα στις καταθέσεις τόσο του Δημ. Τσιμίνη,όσο και του Β. Πέτρου είναι κοινό,ταυτίζεται.Οφείλω,εδώ,να σημειώσω δύο καίριες παρατη-ρήσεις:
1.Το επώνυμο Λιόσης δεν υπάρχει,ούτε ποτέ υπήρξε,στους δίγλωσσους Ηπειρώτες που εγκατα-στάθηκαν περί το 1770-1780 στον,κατά τα φαινόμενα,ερημωμένο/ερειπωμένο Βαρνάβα.Προφανώς, πρόκειται για επώνυμο Αρβανιτών που έζησαν στην περιοχή προηγούμενη,παλαιότερη,περίοδο.Οι άνθρωποι φεύγουν,τα τοπωνύμια αποτελούν ενίοτε μορφή τοπικών θρύλων. διαχέονται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα,ριζώνουν στη συλλογική μνήμη!
2.Έχω ακράδαντη την πεποίθηση/βεβαιότητα ότι και αυτός ο θρύλος για το στοιχειό (φίδι) της πηγής/του νερού,καθώς και άλλες λαογραφικές παράμετροι του παλιού Βαρνάβα (όπως το,λη-σμονημένο σήμερα,δρώμενο «του αράπικου χορού» ή «τα τετζερέδια του Φλεβάρη» ή οι Απο-κριάτικες «μασκαρεμένεςγριές») αποτελεί ατόφια μεταφορά ηθογραφίας και κοσμοθεώρησης από την ακρινή Χαονία της Ηπείρου,κοιτίδα των Αρβανιτών προγόνων μας,πράγμα που θα τεκμηριώσω παρακάτω.Οι αρβανιτόφωνοι του Βαρνάβα,στα περίπου 200 χρόνια που βρίσκονται σε τούτο τον ο-ρεινό τόπο,δεν δημιούργησαν εδώ πολιτισμικό οικοδόμημα και παρακαταθήκη.Κουβαλούσαν επί αιώνες στις σκληρές περιπλανήσεις τους,από τα βουνά του Ηπειρώτικου Αρβάνου ως την τελική μόνιμη εστία τους στον νότο,τον ατσαλένιο οπλισμό τους: Ελληνική εθνική συνείδηση,πίστη στον Χριστό και την Παναγιά,κοχλάζουσα διαχρονία πολιτισμού από τα βάθη των Μυθολογικών απαρ-χών!
Ο Βαγγέλης Πέτρου,λοιπόν, μου ΄πε τούτη την ιστορία:

Κάποτε,τα παλιά τα χρόνια,στον Βαρνάβα,σε μιαν ορεινή περιοχή που την έλεγαν Χονελιόσιτ,ζούσε ένας βοσκός.
Στην ίδια περιοχή ζούσε και ένα τεράστιο φίδι που ο βοσκός όχι μόνο το ήξερε,αλλά το είχε και φίλο.Το θεωρούσε προστάτη του κοπαδιού του και το άφηνε για πολλά χρόνια να τριγυρίζει ανάμεσα στο κοπάδι του και να το ταΐζει καθημερινά με άφθονο γάλα.
Ο βοσκός είχε ένα γιο έφηβο που πήγαινε μερικές φορές και τον βοηθούσε στο άρμεγμα του κοπαδιού.Ο πατέρας είχε πει στο παιδί του να αγαπάει το φίδι,γιατί είναι φίλος και προστάτης,όμως στο παιδί δεν άρεσε αυτή η φιλία και αυτή η κατάσταση.
Μια μέρα που το φίδι έπινε αμέριμνο γάλα από μια μεγάλη καρδάρα,ο νέος πήρε ένα τσεκούρι και έκοψε 1 μέτρο από την ουρά του φιδιού.Το φίδι γύρισε αστραπή για να τον καταπιεί.Το μισοκατάφερε,γιατί το παιδί τελευταία στιγμή άνοιξε τα χέρια του και το φίδι δεν μπορούσε να τον καταπιεί εντελώς.Το παιδί φώναζε βοήθεια και ο πατέρας του έτρεξε εκεί.Βλέποντας τι γινόταν φώναζε στο φίδι:
-Ρε μικ (φίλε),ρε μικ.Το φίδι του απάντησε:
-Ντιάλι γκρεν, μπίστι πρερ, τσε μικεσί ίστε αγιό; (το παιδί φαγωμένο, η ουρά κομμένη, τι φιλία είναι αυτή;)
Ο πατέρας είπε στο γιο του να κλείσει τα χέρια για να τον καταπιεί το φίδι.Μετά γρήγορα με ένα μαχαίρι έσκισε την κοιλιά του φιδιού και το παιδί βγήκε σώο πριν σκάσει μες την κοιλιά του φιδιού.

Το στοιχειό (της πηγής) του νερού
Το νερό αποτελεί βασικό συστατικό της ζωής.Χωρίς αυτό ζώα και φυτά,ο έμβιος κόσμος,δεν υφίστανται,παύουν να υπάρχουν,θνήσκουν.Αυτή η αναγκαιότητα οδήγησε τον άνθρωπο εξ αρχής κοντά σε πηγές πόσιμου νερού,όπου έπρεπε να το μοιραστεί και με άλλα ζώα,κυριαρχούμενα από συμπαντικά ένστικτα,άγρια,ανταγωνιστικά,επικίνδυνα,δολοφονικά.Η πρόσβαση στο νερό,και πολύ περισσότερο η κατοχή και η διαχείρισή του,ισοδυναμούσε με αγώνα επιβίωσης.
Απ΄ αυτήν ακόμα την τόσο πρώιμη φάση προέρχονται αρχέγονες μνήμες που μορφοποιήθηκαν σιγά-σιγά σε θρύλους,μύθους,παραδόσεις,τραγούδια,παραμύθια,χορούς,τελετές,έθιμα,μυστικά και μυστήρια,θεούς,ξωτικά και δαίμονες.Αλλού διατηρήθηκαν ατόφιοι (οι) πυρήνες της βίας,της φρί-κης,του θανάτου και του αλλόκοτου. αλλού,πάλι,εξομαλύνθηκαν σε (πιο) ήπιες αφηγήσεις,άσχετες με την αφετηρία παραφθορές,τροποποιήσεις και μεταλλαγές και αλλού,τέλος,συνδυάστηκαν αρχι-κά μοτίβα με φανταστικές επινοήσεις δίνοντας αποτελέσματα πρωτόγνωρης τέχνης.
Στο Δημοτικό μας τραγούδι (και σε άλλα,βέβαια,σημεία του ελληνικού λαογραφικού χώρου) εί-ναι πλούσια τα ευρήματα με τέτοιο περιεχόμενο.Συνήθως τα έχουν κατατάξει στις παραλογές.Αν όμως,λάβουμε υπόψη τις ομοιότητες τους με άλλους κύκλους,τα βασικά γνωρίσματα,καθώς και την όλη πνοή τους,την ποιητική τεχνική,ίσως θα ήταν πιο ορθό να παραδεχτούμε τον ηρωικό θρυλικό χαρακτήρα των τραγουδιών αυτών,ανεξάρτητα από το μερικές φορές χριστιανικό επίστρωμά τους.

Αυτό,γιατί άγιοι της Ορθοδοξίας (κατά βάση ο Αϊ Γιώργης) εμφανίζονται να σκοτώνουν το θεριό (φίδι ή δράκος) της βρύσης (πηγαδιού),σε μιαν ολότελα αλληγορική μεταστροφή: το ζείδωρο νερό συμβολίζει την Χριστιανική φωτοδότρα αλή-θεια και το στοιχειό/φίδι/δράκος την σκοτεινή απειλητική εω-σφορική άρνησή της.Σε βαλκανικό επίπεδο,τα τραγούδια του τύπου αυτού τα έχουν πλησιάσει με το γνωστό σε άλλους λα-ούς τύπο για το θρυλικό ήρωα (Ντόιτσιν,Γκέργκι Ελέζ Αλία κ.ά.) που,αν και άρρωστος (πληγωμένος από χρόνια),σηκώνε-ται,παλεύει και νικάει θεριόμορφο ξένο.Στα τραγούδια των άλλων βαλκανικών λαών έχουν μπει αρκετά ιστορικά και ημι-ιστορικά στοιχεία,γι’ αυτό ο ελληνικός τύπος δείχνει να είναι πιο κοντά στη θρυλική,παραμυθιακή μορφή της διήγησης.   
Σε άλλη εκδοχή εμφανίζεται ως υπόθεση του τραγουδιού η αρπαγή νέου με δόλο από το στοιχειό (φίδι) του πηγαδιού.Παρόμοια ή και κοινά στοιχεία έχουν ορισμένα τραγούδια του ακριτικού κύκλου («Το σκότωμα του θεριού»,«Οι εννιά αδελφοί και το στοιχειό του πηγαδιού»),ιδίως με έναν τύπο του «Κολυμβητή»,που,ίσως όχι ορθά,έχει θεωρηθεί σαν απλή παραλογή.
  Τις απαρχές αυτής της εκδοχής του τραγουδιού ο Ν. Πολίτης τις εντοπίζει σε αρχαιοελληνικό μύθο με θέμα το πέταγμα δαχτυλιδιού στη θάλασσα και την εύρεσή του από νέο (Μίνωας και Θησέας,Φόβιος και Κλεόβοια,περιδέραιο της Αρμονίας).Το επεισόδιο αυτό είναι γνωστό σε τραγού-δια,παραδόσεις,παραμύθια ευρωπαϊκών λαών.Σαν ποιητικό προϊόν (τραγούδι) στα Βαλκάνια το έχουν συγκρίνει με το Ρουμάνικο «Scorpia» (ο Σκορπιός),υπογραμμίζοντας και τις διαφορές: στον ελληνικό τύπο λείπει (όχι πάντα) το μοτίβο για το σκότωμα του στοιχειού.Στον ελληνικό βο-ρειοηπειρωτικό (κοιτίδα των Αρβανιτών) λαογραφικό χώρο η εκδοχή της αρπαγής νέου από στοιχειό του νερού σπανίζει πολύ.
Τέλος,προέκυψε,ως συνήθως,η πιο ανάλαφρη,σχεδόν χαρούμενη (διατηρώντας,ωστόσο,τα μακά-βρια φρικιαστικά χαρακτηριστικά),παραλλαγή: η ερωτική! Ας δούμε ένα τέτοιο τραγούδι.Προέρχεται απ΄ την Ύδρα και χορεύεται ως Συρτός (μπορείτε να το ακούσετε πατώντας εδώ):

Το γυάλινο πηγάδι

Άιντες κι αμάν αμάν, το μάθατε τι έγινε,
το μάθατε τι έγινε στο γυάλινο πηγάδι;
Θεριό εφανερώθηκε τον κόσμο για να φάει.
Γυναίκας ρούχα φόρεσε, γυναίκας πασουμάκι,
γυναίκα πάει και κάθεται στο γυάλινο πηγάδι.
Ξεπλέκει τα σγουρά μαλλιά και κάθεται και κλαίει
κι ο γιος του ρήγα πέρασε και τήνε χαιρετάει.
– Τι έχεις κόρη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;
– Η αρρεβώνα μου ’πεσε στο γυάλινο πηγάδι
κι όποιος θα πέσει να τη βρει γυναίκα θα με πάρει.

Του παραμυθένιου αυτού τραγουδιού παραθέτουμε μιαν ακόμη παραλλαγή από την κοντινή στην Ύδρα απέναντι περιοχή της Πελοποννήσου.Οι πιο ανεπτυγμένοι στίχοι της αναδεικνύουν καλύτερα τη μυθοπλασία του τραγουδιού.Το «γυάλινο πηγάδι» ίσως είναι παραφθορά ή κακή ακρόαση του όρου «τ΄ Αϊ Γιάννη το πηγάδι», κάτι λογικό μια που ο Αϊ Γιάννης συνδέεται τόσο με το νερό όσο και με τους θυσιασμένους άντρες.

Το μάθατε τι έγινε στ’ Αϊ-Γιάννη το πηγάδι;
Εφανερώθη ένα στοιχειό και τρώει τους αντρειωμένους.
Όλους τους νιους τους έφαγε κι όλους τους αντρειωμένους,
της χήρας γιος απόμεινε και κείνον θα τον φάει.
Γυναίκεια ρούχα φόρεσε, γυναίκεια πασουμάκια,
γυναίκεια πάει στην εκκλησιά, γυναίκεια προσκυνάει,
γυναίκεια παίρνει αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι,
γυναίκεια βγήκε κι έκατσε στ’ Αϊ Γιάννη το πηγάδι
κι άπλωσε τα ξανθά μαλλιά και χύνει μαύρα δάκρυα.
Κι ο νιος τήνε λυπήθηκε, στέκει και τη ρωτάει:
– Τι έχεις κόρη και θλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
– Η αρρεβώνα μου ’πεσε μέσα εις το πηγάδι
κι όποιος βρεθεί και βγάλει τη άντρα θα τόνε πάρω.
– Σώπα κόρη, μη θλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα
κι εγώ θα πάω να τη βρω κι εγώ θα στήνε φέρω.
Και κατεβαίνει ο νιούτσικος την αρρεβώνα νά βρει,
βρίσκει τα φίδια πλεχταριές και τις οχιές πλεγμένες.
– Τράβα κόρη μ’ την άλυσο, βγάλε μ’ από τον Άδη.
– Εγώ δεν είμαι λυγερή, εγώ δεν είμαι κόρη,
εγώ είμαι κείνο το στοιχειό που τρώει τους αντρειωμένους
κι εκεί που μπήκες νιούτσικε έξω δεν ξαναβγαίνεις.

Να πούμε,ακόμα,ότι στην Ήπειρο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας είναι διαδεδομένη η πίστη για παρουσία φιδιών σε νεκροταφειακούς χώρους.Στη Βήσσανη (χωριό 55 χλμ. από τα Γιάννε-να,ανήκον στο Δήμο Πωγωνίου) μάλιστα πιστεύουν ότι τα φίδια της περιοχής τους,σε αντίθεση με αυτά του βορείου Πωγωνίου, δεν έχουν κέρατα (ενδεχομένως υπονοούν το θηλυκό φύλο τους και τον αποκλειστικά χθόνιο χαρακτήρα τους στο επίπεδο του φαντασιακού).Στη γειτονική Αρίνιστα (σημ. Κτίσματα) του Πωγωνίου κάποτε στολίζουν και τους σταυρούς των τάφων με ανάγλυφα φίδια.Πρέπει να αναφέρω ότι στα Βησσανιώτικα παραμύθια στον κάτω κόσμο οδηγεί μια σκά-λα,την οποία καλύπτει μια βαριά πλάκα με χαλκά,που υποδηλώνει ταφόπετρα.Αυτός όμως ο κάτω κόσμος μας θυμίζει πολύ τον μυθικό παράδεισο ή την Εδέμ των Γραφών.Εκεί υπάρχουν,κατά τις διηγήσεις,χρυσά σπίτια,πολλοί θησαυροί και μια μηλιά που ανήκει σε ένα θηλυκό πνεύμα,τη Λά-μια.Εκεί είναι και το αθάνατο νερό,αλλά μόνο η Λάμια γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται.Σ' αυτά τα παραμύθια η Λάμια παρουσιάζεται ως αγαθοποιόν ον (Hahn 1864).Πίσω απ' αυτές τις αντιλήψεις κρύβεται η πίστη για τον πρωταρχικό τάφο ή τον «ομφαλό της γης».
Ως προς τη σημασία όλων αυτών των παραμυθιακών μοτίβων θα ήθελα να επισημάνω εδώ τη διαπίστωση ότι παρόλο που τα παραμύθια θωρούνται δευτερεύουσας σημασίας ακόμα και από τις παραδοσιακές κοινωνίες,όμως πολλά από τα μοτίβα τους τα συναντάμε σε πολύ σοβαρές τελε-τουργίες (έθιμα κοινωνικής συνοχής κ.λπ.) που συνδέονται με την ενίσχυση και ανασυγκρότηση της κοινότητας (χωριάτικο πανηγύρι-χορός,θυσία κ.λπ.) και με την αναπαραγωγή της οικογένειας και της συγγενειακής ομάδας (γάμος).
Παραμένοντας στο Ηπειρώτικο,κατά τόπους,όπως στη Βήσσανη,φαντασιακό,να σημειώσουμε ότι πρόκειται για ένα πνεύμα,το οποίο παρουσιάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση σαν θηλυκό,στην πραγματικότητα όμως έχει ερμαφρόδιτο χαρακτήρα,καθώς είναι αύταρκες και αυτοαναπαραγόμε-νο.Κύριο σύμβολο και συνήθης ενσάρκωση αυτού του πνεύματος είναι το φίδι, το οποίο στην πορεία μετασχηματίζεται σε σπείρα (σαλιγκάρι).Στον χορό το ερμαφρόδιτο φύλο του φιδιού υποδηλώνεται και με τη συμμετοχή ανδρών και γυναικών σε έναν κύκλο.Ο χορός αυτής της μορφής αποτε-λεί,εμφανώς,έκφραση του αμφιπλευρικού και γυναικοκρατικού συστήματος οργάνωσης των Βησ-σανιωτών,όπως εξελίχθηκε τον τελευταίο αιώνα και που οφείλεται στην απουσία (μεγάλο ξενιτεμό) των ανδρών στα αστικά κέντρα και την αποκλειστική απασχόληση των γυναικών στη γεωργία.
Επιπλέον στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη σχέση του θηλυκού/ερμαφρόδιτου πνεύματος-φιδιού της γης με το χορό αυτόν είναι το βαρύ,ουσιαστικά ιερατικό ντύσιμο των γυναικών με τα σαγιάκια και τους ντουλαμάδες που φτάνουν σχεδόν ως τη γη,ο τρόπος πιασίματος των χεριών,που φέρνει σε στενή επαφή τα σώματα (μίμηση κορμού του φιδιού) και δεν επιτρέπει γρήγορα και μεγάλα βή-ματα,ο αριθμός και ο συνδυασμός των βημάτων.Ακόμα η κυματοειδής κίνηση του ίδιου του σώματος και των ώμων των χορευτών,παράλληλα με τα κυματοειδή βήματα μπρός-πίσω.Τέτοιους χορούς παρατηρούμε και σε άλλες περιοχές της χώρας,όπως είναι ο χορός της τράτας στα Μέγαρα με το ιδιόμορφο και αρχαϊκό τρόπο πιασίματος των χορευτών,ανάλογος με εκείνον στο Πωγώνι.Αλλά και οι χοροί των Αρβανιτών της Αττικής όπου οι κοπέλες ή οι νιόνυφες είναι ντυμένες με βαριές ενδυμασίες (Μαρία Μιχαήλ-Δέδε 1988).Πρόκειται για σύστημα αποκρυσταλλωμένο πριν από πολλούς αιώνες.Την αρχαϊκότητα αυτή αποκαλύπτει και η παρατήρηση των ειδικών ότι τα τραγούδια του Πωγωνίου,που ανήκουν συνήθως στην πεντάφθογγη κλίμακα,διατηρούν στοιχεία που μας οδηγούν στο Φρύγιο ή Δώριο μέλος του 7ου π.Χ. αιώνα (Λάβδας 1958,πρβ. και Στούπης 1962).
Άλλωστε,κατά κανόνα στην Ήπειρο επικρατούν οι αργοί χοροί (Μπίκος 1969).Οι μεγάλοι χοροί είναι αργοί,γιατί δεν είναι εύκολη η γρήγορη κίνηση,χωρίς να χαλάσει η γραμμή.Είναι χοροί συνήθως μεικτοί με περισσότερους από πενήντα χορευτές,που διευκολύνουν το σχηματισμό της σπείρας.Ο τύπος αυτός του τελετουργικού χορού με τη σπείρα κυριαρχεί σε όλο το Πωγώνι (Atzaka 1984).
Ας επιστρέψουμε στο Ντόρμπερι του Βαρνάβα.Όπως παρατηρεί κανείς μετά/μέσα απ΄ αυτήν την ενδεικτική,αλλά,εκτιμώ,περιεκτική και πολύπλευρη αναφορά,ο Βαρναβιώτικος θρύλος δεν αποτελεί περιστασιακή και τυχαία ευφάνταστη τοπική κατασκευή/επινόηση,αλλά εντάσσεται με πλήρη αρ-μονία σ΄ ένα ακτινωτό σύμπαν Ελληνικού νοείν και φέρεσθαι,με βαθιές ρίζες και στέρεα δια-χρονία.Μεταφέρθηκε δε,μέσα από πολύκαιρο ταξίδι,ευλαβικά και στοργικά,απ΄ τα πατρικά βουνά του Ηπειρώτικου Αρβάνου.
Ετυμολογία
Εκτός από το Ντόρμπερι,στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει και το Ούλμπερι (περίπου 3 χλμ. μετά  το Καπανδρίτι,πηγαίνοντας προς Κάλαμο).Ουλκ στα αρβανίτικα σημαίνει άγριο ζώο,θηρίο,τέρας, αλλά και λύκος.Μπορεί το Ούλμπερι να αποτελεί παραφθορά της λ. Όλυμπος (παραδίδεται  και ως Ούλυμπος) που δηλώνει φωτεινή,λαμπερή (προφανώς λόγω της σώρευσης χιονιού. βλ. και τα ταυτόσημα: Λευκά Όρη,Άλπεις,Βαρδούσια) κορφή σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής και νησιω-τικής Ελλάδας και να μην έχει σχέση με ουλκ (θα ήταν,λογικά,τότε Ούλκμπερι),που θα το ερμη-νεύαμε ως τόπο ζωής και δράσης άγριων ζώων/λύκων.
Παραθέτω αυτόν τον συλλογισμό αναζητώντας τη σημασία του δεύτερου συνθετικού (-μπερι) στο τοπωνύμιό μας.Εκτιμώ,εν τέλει,βάσιμα ότι πρόκειται για (απαρεμφατικό; μετοχικό;) τύπο του ρήμα-τος μπέιν =ποιώ,πραγματοποιώ,πράττω,κάνω,δημιουργώ,κατασκευάζω.Στον Αόριστο το ρήμα υ-πάρχει ως μπέρα =έκανα.Οπότε: Ντόρμπερι =αυτό που έκανε με το χέρι (διά χειρός ποιήσαι/πεποι-ηκέναι).Θυμίζω πως η βαρύτητα του θρύλου εστιαζόταν στην αξιοθαύμαστη αντίσταση του νεαρού γιού με το χέρι/χέρια του,ώστε να μην τον καταπιεί το τεράστιο φίδι.Θα μπορούσαμε,ακόμα,να εκλάβουμε το  -μπερι ως λεξικό επίθημα,ανάλογο του –ποιός (βλ. κακοποιός,γελωτοποιός,φαρ-μακοποιός,ειρηνοποιός κ.λπ.),το οποίο δηλώνει αυτόν που πράττει-προκαλεί-επιφέρει ή κατα-σκευάζει ό,τι αναφέρεται στο α΄ συνθετικό.Με βάση αυτό,θα λέγαμε ντόρμπερι =χεροπράκτης.Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη (σελ. 1946) συναντάμε τη λέξη χερομάχος,λαϊκός τύπος για τον χει-ρώνακτα,αυτόν που εξασφαλίζει τη διαβίωσή του με την σωματική εργασία (βλ.,ακόμα,και χερο-δύναμος).Επομένως,στην γλωσσοπλαστική δυνατότητα του λαού μας υπάρχουν δόκιμες τέτοιες φόρμες.Ανάμεσα σ΄ αυτές τις δύο σχετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις  ορίζεται η σημασία του τοπωνυμίου.
Ας σταθούμε,για να ολοκληρώσουμε,και στο α΄ συνθετικό: ντορ- (ντόρε) =χέρι.Μιλώντας για τα αρβα-νίτικα κινούμαστε στο χώρο του Ηπειρώτικου ιδιώ-ματος της αρχαίας Ελληνικής. αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.Άλλες αρβανίτικες λέξεις ευθέως συνάπτο-νται με ελληνικά γλωσσικά ριζώματα (αρχέγονα ή μεταγενέστερα/διαμορφωμένα) κι άλλες (όπως η ντορ[ε]) πηγάζουν από παράγωγες έννοιες ή δευ-τερεύουσες συσχετίσεις.Αυτό το φανταστικό παιχνί-δισμα γλωσσικής-νοητικής δοσοληψίας έφτασε ως τα χρόνια του Μεσαίωνα! Ντόρε (ντόρ-ε. –ε είναι η κατάληξη ή,κατ΄ άλλους,ενσωματωμένο το άρθρο, dor-e) λοιπόν,δεν είναι παρά το δώρον (dor-on),λέξη προερχόμενη απ΄ το ρήμα δίδωμι,η οποία εκφράζει κατά βάση αυτό που δίνεται (συντακτική περίπτωση σύστοιχου αντικειμένου),αλλά και, δευτερευόντως,το μέσο/όργανο με το οποίο δίνεις,δηλαδή το χέρι,γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να δώσει παρά μόνον με το χέρι! Τα άνω άκρα μας επιτελούν τις συναλλακτικές κοινωνικές λειτουργίες δοσίματος και λήψης.
Για την ακρίβεια δώρον δεν ονομαζόταν ολόκληρο το χέρι (συνεκδοχικά θα συνέβαινε κι αυτό), αλλά μόνον το τμήμα απ΄ τον  καρπό και κάτω,η παλάμη. δηλαδή,ο ευρύτερος χώρος των δακτύ-λων που διαθέτει όλη την κινητική και χειριστική λεπτότητα,δυνατότητα και πολυπλοκότητα που οδηγεί τον άνθρωπο στο να υπερέχει των άλλων ζώων.Πραγματικά,η παλάμη μας αποτελεί ένα δώρο Θεών!
Το δώρον ως  παλάμη/χέρι συναντάται και στα αρχαία Αρκαδικά και Λακωνικά (βλ. λεξικό Ιω. Σταματάκου) κι ακόμα ως τέτοια (παλάμη) χρησιμοποιόταν ήδη απ΄ τα χρόνια του Ομήρου (εκκαιδεκάδωρος = μήκους δώδεκα παλαμών) ως μέτρο μήκους,αντί της συνήθους παλαιστής (επί τρία δώρα φέρειν μήκος τε και ιθύν, Νίκ. Θηρ. 398 και Πλίνιος 35. 14.).
Λογικά,η λέξη χειρ θα υπήρξε κατοπινή της λ. δώρον,όταν θα προέκυψε η ανάγκη σαφέστερης και πιο ολοκληρωμένης απόδοσης του πλέγματος χειρισμών,χρείας και χρήσης των άνω άκρων μας.Έτσι,στα πολύτιμα αρβανίτικά μας διασώζεται άλλος ένας πανάρχαιος και ιδιαίτερος λεκτικός τύπος της υπέροχης γλώσσας μας.
Σε τούτον τον ρεαλιστικού λόγου και βαθύτατα πατριωτικό ιστότοπό μου έρευνας και τεκμη-ρίωσης,όσο είναι δυνατόν,αποδεικνύω την ελληνικότητα των αρβανίτικων,ένα παραμελημένο γλωσ-σικό απομεινάρι των αρχαιοελλήνων Ηπειρωτών,ένας ανεξερεύνητος ριζικός κώδικας επικοινωνίας που διάβηκε δεκάδες αιώνων για να μεταφέρει πανάρχαιες Ελληνικές μήτρες.Τα άγια αρβανίτικά μας μια δράκα κωμικών τύπων,πλατζουρίζοντας αξιοθρήνητα στο τέλμα της αμορφωσιάς και ιδι-οτέλειάς τους,ματαιοπονούν να τα παρουσιάσουν εκτός Ελληνικής γλώσσας (και τους αρβανίτικης καταγωγής Έλληνες ως τάχατες εθνοτική μειονότητα).
Να,λοιπόν: ας ετυμολογήσουν (εν προκειμένω) την αρβανίτικη λέξη ντόρ[ε] εκτός του Ελληνικού σκέπτεσθαι,φρονείν και λέγειν…

Γιάννης Βασ. Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας