Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Σκιπετάρικος ανθελληνισμός στα γήπεδα

Απίστευτο θράσος διακρίνει την καταγγελία της αλβανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας στην FIFA με την οποία εγκαλεί την ελληνική πλευρά για «εμφάνιση μίας γιγαντιαίας σημαίας» στο γήπεδο Καραϊσκάκη κατά τον αγώνα Ελλάδα - Μαυροβούνιο, στις 24 Μαρτίου, η οποία όπως υποστηρίζει, «προκαλεί ένα πνεύμα ανοιχτού μίσους».
Όπως σημειώνει η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της αλβανίας «αυτά τα επεισόδια δεν έχουν σχέση με το ποδόσφαιρο και παραβιάζουν τους κανόνες της FIFA» και ολοκληρώνει την καταγγελία της αναφέροντας ότι «οι αρμόδιες επιτροπές της FIFA θα πρέπει να πάρουν θέση σχετικά με αυτή την υπόθεση προώθησης εθνικισμού και δεν έχει καμία σχέση με το πνεύμα του Fair Play».
 Αφορμή της ενόχλησης τόσο της αλβανικής ομοσπονδίας όσο και σύσσωμου του αλβανικού τύπου, είναι η ανάρτηση της μεγάλης σημαίας της Βορείου Ηπείρου από τον Σύλλογο μας κατά την διάρκεια της ανάκρουσης του Ύμνου εις την Ελευθερία πριν την έναρξη της φιλικής αναμέτρησης, παραμονή της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου.

Προς όλες τις πλευρές επισημαίνουμε τα εξής:

1ον) Η σημαία που αναρτήθηκε είναι η σημαία της Αυτονόμου Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου, η οποία αναγνωρίστηκε στις 17 Μαΐου 1914 με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας από τις Μεγάλες Δυνάμεις και την ίδια την Αλβανία, το οποίο δεν έχει καταργηθεί. Συνεπώς για ένα ιστορικό και τοπικό σύμβολο διεθνώς αναγνωρισμένο δεν έχει κανένας δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι «προκαλεί πνεύμα ανοιχτού μίσους».
 2ον) Σύσσωμη η αλβανική κοινωνία (πολιτικοί, λαός, ΜΜΕ) πανηγύρισε έξαλα την εμφάνιση μεγάλης σημαίας με τον χάρτη της "μεγάλης αλβανίας" πάνω από το γήπεδο της Παρτιζάν Βελιγραδίου κατά τη διάρκεια του αγώνα Σερβία - Αλβανία στις 14 Οκτωβρίου 2014. Ο συγκεκριμένος χάρτης, τον οποίο οι αλβανοί ποδοσφαιριστές υπερασπίστηκαν με πάθος κατά τα επεισόδια που ακολούθησαν, περιείχε εδάφη της Ελλάδας, των Σκοπίων, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, ενώ την επομένη ο πρόεδρος της αλβανικής δημοκρατίας υποδέχτηκε μεγαλοπρεπώς τους διεθνείς της χώρας του στο προεδρικό μέγαρο.
Προφανώς για τους αλβανούς τα γεγονότα αυτά είχαν μεγάλη σχέση με το ποδόσφαιρο και δεν παραβίαζαν τους κανόνες της FIFA...
 3ον) Κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα Αλβανία - Ελλάδα στα Τίρανα στις 4 Σεπτεμβρίου 2004, αλβανοί οπαδοί στις κερκίδες ανέμιζαν πανό που αναφέρονταν στην "τσαμουριά" και στις "ηνωμένες πολιτείες αλβανίας", ενώ ανέμιζαν και σημαίες του ψευδοκράτους στη βόρειο Κύπρο.
Για τους αλβανούς όμως αυτές οι εικόνες δεν αποτελούσε "υπόθεση προώθησης εθνικισμού"...
 4ον) Πριν την έναρξη του ποδοσφαιρικού αγώνα Σκεντερμπέου - ΑΠΟΕΛ στην Κορυτσά στις 13 Ιουλίου 2011 για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, από τα μεγάφωνα του γηπέδου ακούγονταν αλβανικά εθνικιστικά τραγούδια με αλυτρωτικές αναφορές εις βάρος της Ελλάδας και άλλων γειτονικών χωρών. Επίσης οπαδοί των γηπεδούχων ύψωσαν πλακάτ που έγραφε "η Κύπρος είναι τουρκική"! Αλλά για την αλβανική πλευρά οι συγκεκριμένες κινήσεις ήταν στο πλαίσιο του πνεύματος του Fair Play...
 Κατόπιν όλων αυτών συμπεραίνουμε ότι η αλβανική πλευρά ακολουθώντας όπως πάντα την τακτική «τα δικά μας δικά μας και τα δικά σας δικά μας» έχει απύθμενη θρασύτητα και δεν δικαιούται να κάνει ενστάσεις περί «μίσους» και «πνεύματος fair play», αφού όπως λέει και μία σοφή ελληνική παροιμία «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί».

Καλούμε παράλληλα την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και τις αρμόδιες ελληνικές αρχές να μην υποχωρήσουν απέναντι στις ιταμές και αδικαιολόγητες αλβανικές προκλήσεις.

Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914
29 Μαρτίου 2016

Παραθέτουμε τις φωτογραφίες προς ενίσχυση της μνήμης





Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Η Αντιγόνεια της Χαονίας,στην Ήπειρο

Η Αντιγόνεια της Χαονίας,στην Ήπειρο

Ήταν μια φημισμένη πόλη στην αρχαιότητα,αφιερωμένη από τον Πύρρο στη σύζυγό του Αντιγό-νη,και τα εντυπωσιακά τείχη της,μήκους περίπου 4 χιλιομέτρων,περικλείουν στο εσωτερικό τους μια έκταση 450 στρεμμάτων.Η πόλη,ήταν οργανωμένη σε οικοδομικά τετράγωνα,σύμφωνα με το Ιππο-δάμειο πολεοδομικό σύστημα.Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν πριν πολλά χρόνια,από τον Αλβανό αρχαιολόγο Dhimosten Budina,είχαν αποκαλύψει τουλάχιστον δέκα ιδιωτικές οικίες, πλακόστρωτους δρόμους με αποχετευτικούς αγωγούς και πεζοδρόμια,καθώς και μια στοά,η οποία αποτελούσε ένα από τα οικοδομήματα της αγοράς.Ο κεντρικός δρόμος της πόλης,πλάτους περίπου 6 μέτρων,τη διέσχιζε σε μήκος τουλάχιστον ενός χιλιομέτρου,από τη βόρεια ως τη νότια πύλη.
Η ταύτιση της θέσης της Αντιγόνειας,που στο παρελθόν αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικών συ-ζητήσεων για δεκαετίες,οφείλεται στον αρχαιολόγο Dhimosten Budina,ο οποίος στην ανασκαφή του ανακάλυψε χάλκινες δικαστικούς ψήφους με το χάραξη «Αντιγονέων».

Κοντά στην Αντιγόνεια,οι ρωμαϊκές λεγεώνες το 198 π.Χ. νίκησαν τα στρατεύματα του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου του Ε΄.Αργότερα,το 167 π.Χ.,η Αντιγόνεια κατά πάσα πιθανότητα καταστρά-φηκε από τις λεγεώνες του Αιμίλιου Παύλου μαζί με άλλες 70 πόλεις της Ηπείρου,σύμφωνα με την αναφορά του γεωγράφου Στράβωνα.Η μετέπειτα εξέλιξη της πόλης δεν είναι απόλυτα εξακριβω-μένη.Μια τρίκοχη βασιλική στην οποία διατηρείται ψηφιδωτό δάπεδο με ελληνική επιγραφή,μαρ-τυρεί τη χρήση του χώρου κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Από τα μέχρι τώρα στοιχεία,οι κάτοικοι της Αντιγόνειας ασχολούνταν με τη γεωργία,την κτηνο-τροφία και το εμπόριο.Το τελευταίο,το είχαν αναπτύξει ιδιαίτερα,γιατί βρέθηκαν νομίσματα από διάφορες περιοχές της Ηπείρου,της Σικελίας,της Κέρκυρας κ.ά.
Η Αντιγόνεια είναι η δεύτερη σε σπουδαιότητα και μέγεθος πόλη της αρχαίας Χαονίας,μετά τη Φοινίκη.Ήταν η πόλη που ήλεγχε τα περίφημα στενά της Αντιγόνειας,από όπου περνούσε ο δρό-μος που ένωνε την Απολλωνία και την Αυλώνα με το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και τη νότια Ήπειρο.Λόγω της σημαντικής γεωγραφικής θέσης της,στο μέσον περίπου της κοιλάδας του Δρίνου,η Αντιγόνεια γνώρισε σημαντική ακμή.Η πόλη εκτείνεται πάνω σε δυο λόφους,στη θέση Γέρμα, νοτιοδυτικά του χωριού Σαρακινίστα,στην κοιλάδα του ποταμού Δρίνου (αρχαίος Δρίλων).Η αρχαία πόλη βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Αργυρόκαστρο (5 χλμ σε ευθεία,),αλλά για να φθάσει κάποιος εκεί χρειάζεται ειδικό όχημα.
Από τις έρευνες που έγιναν μέχρι τώρα σε οικίες,η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως χάλκινα νομίσματα της εποχής του Πύρρου,νομίσματα της Κερκύρας,οικιακά σκεύη πήλινα,και σε μια οικία εντοπίστηκαν τα υπολείμματα ενός αργαλειού,με πολλά πήλινα κωνικά υφαντικά βάρη (αγνίθες), που χρησιμοποιούνταν για την ύφανση.Ανασκάπτεται επίσης και ένας μνημειώδης τάφος μακεδο-νικού τύπου,κάτι σπάνιο για την περιοχή,ο οποίος εντοπίστηκε και εν μέρει στο παρελθόν,είχε λε-ηλατηθεί από αρχαιοκάπηλους και τελικά ανατινάχθηκε με εκρηκτικά κατά τη διάρκεια των γεγο-νότων του 1997.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Η αρβανίτικη γυναικεία φορεσιά της Ελευσίνας

Η γυναικεία φορεσιά της Ελευσίνας (νυφική & γιορτινή) και γενικά των υπόλοιπων κουντουριώτικων χωριών, σταδιακά δέχθηκε επιδράσεις από τα Μέγαρα, την Σαλαμίνα, και την Αθήνα, αφού πολλά εξαρτήματα έχουν ομοιότητες η φτιάχνονταν σε αυτές τις περιοχές.
Η νυφική φορεσιά αποτελείται από τα παρακάτω εξαρτήματα:
Την φασκιά. Άσπρη υφασμάτινη λουρίδα περίπου 3 μέτρων όπου τύλιγαν δυο-τρείς φορές το στήθος.
Στην συνέχεια φορούσαν το πουκάμισο, αμάνικο φόρεμα που έφτανε μέχρι τα γόνατα από βαμβακερό ύφασμα.
Τα εσωτερικά μισοφόρια, τα οποία τα κατασκεύαζαν από βαμβακερό ύφασμα (πλιχούρα) και συνήθως φορούσαν δύο & τρία μισοφόρια για να «στρώσει» όπως έλεγαν το καλό μεταξωτό μισοφόρι σε ύφασμα σαντούκ ή κρεπ-ντε-σίν το νεότερο. Ο στολισμός στο τελείωμα ήταν δαντέλα η ψιλός πλισές.
Επίσης η τραχηλιά, για να διακοσμεί το μπούστο από καλό χασέ ή και μεταξωτό ύφασμα, κεντημένη με χρωματιστές κλωστές ,με χειροποίητες δαντέλες, ή και του εμπορίου.
Συνεχίζουμε με τα κυριότερα κομμάτια όπως είναι ο τζάκος ή καμιζόλα ή ζιπούνι με τερζίδικο κέντημα στα μανίκια (ανάλογα την οικονομική ευχέρεια της οικογένειας) του οποίου η κατασκευή γινόταν στα Μέγαρα στην Σαλαμίνα και στην Αθήνα. Υπήρχαν και ντόπιες κεντήστρες οι οποίες όμως δεν ακολουθούσαν τα παραδοσιακά μοτίβα. Ο νυφικός τζάκος ήταν φτιαγμένος από μεταξωτό βελούδο (κατηφές) ή βαμβακερό (φέλπα) σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου ή του γκρενά. Οι παλαιότεροι τζάκοι ήταν τσόχινοι. Επίσης χρησιμοποιούσαν και την στόφα. Να επισημάνω ότι στο τζάκο συνήθως δεν έβαζαν βελούδο στην πλάτη, επειδή φορούσαν το σιγκούνι.
Η ποδιά που φοριόταν με το παλαιότερο τύπου πουκάμισο, ήταν ριγωτή πολύχρωμη υφασμένη στον αργαλειό από λαγάρα μαλλί. Οι νεότερες ποδιές ποικίλουν και δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν το βελούδο γκρό, στόφα, ατλάζι και το μεταξωτό, τις οποίες τις διακοσμούσαν με διάφορα συμπλέγματα λουλουδιών ,με χρωματιστές κλωστές ή με μοτίβα αγοραστά από το εμπόριο.
Το σιγκούνι, ή γκούνα, αμάνικος επενδύτης, καθαρό γνώρισμα της παντρεμένης γυναίκας το έφτιαχναν παλαιότερα από σαγιάκι. Το μήκος του έφτανε δυο πιθαμές πάνω από το γόνατο και ήταν διακοσμημένο ολόγυρα από μαύρο μαλακό μαλλί που το έστριβαν σαν κορδονάκι και σχημάτιζαν θηλιές, απ’ όπου έπαιρνε το κέντημα το όνομα του. Στα ανοίγματα και στις μασχάλες περνούσαν για τελείωμα μαύρο γαϊτάνι από μαλλί πλεγμένο στο χέρι. Αργότερα οι θηλιές αντικαταστάθηκαν από μαύρο ύφασμα του αργαλειού. Οι μπροστινές λωρίδες λέγονται κλίντια η λωρίδα στο κάτω μέρος λέγετε φούντι τα πλαϊνά μαύρα κεντήματα τα έλεγαν κούπες και από την μέση και κάτω μπουζάνια.
Στα νεώτερα χρόνια χρησιμοποιούσαν σαγιάκια ή τσόχες που έφερναν από την Νάουσα και τα λέγανε βουλγάρικα . 
-Οι φάσες του ήταν πάντα σε μαύρο χρώμα στολισμένες με χρυσές ή κίτρινες κλωστές και με μοτίβα του εμπορίου . 
-Τον χειμώνα ,αντί για το σιγκούνι φορούσαν το γιουρντί, επίσης αμάνικος επενδύτης σε άσπρο χρώμα. Παλαιότερα το σιγκούνι ποτέ δεν το έβγαζαν, ούτε μέσα στο σπίτι.
Τα κοσμήματα τα οποία έδειχναν και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν τα σκουλαρίκια, δαχτυλίδια , το μανταλιό (υπήρχαν δύο ειδών μανταλιό το παλαιότερο ήταν το πλεχτό «κοντό» δώρο του πατέρα και στην συνέχεια το υφασμάτινο το μακρύ, δώρο του γαμπρού) πολλές νύφες φορούσαν και τα δυο είδη. Επίσης το κορδόνι, ο σταυρός, οι πόρπες, και το μικρό γιορντάνι.
Από αναφορές περιηγητών και ενδυματολόγων βλέπουμε ότι υπήρχε και φέσι στο κεφάλι με νομίσματα, το οποίο συναντάτε στα Μέγαρα και στην Σαλαμίνα. 
Το επιστέγασμα της φορεσιάς ήταν η μπόλια. Παλαιότερα άσπρη βαμβακερή του αργαλειού, τα κεντήματα της οποίας είχαν τα ίδια θέματα,την ίδια τεχνοτροπία και τους ίδιους χρωματισμούς με τις μπόλιες της Κορινθίας. Οι νεότερες ήταν από μεταξωτό ύφασμα 2.5 μέτρων όπου οι άκρες της ήταν στολισμένες με χρυσή δαντέλα (κοπανέλι) ή και κεντημένη με χρωματιστές κλωστές.
Σαν κόσμημα των μαλλιών μπορούν να θεωρηθούν τα πεσκούλια ή οι μασούρ πλεξούδες.
Οι ανύπανδρες δεν φορούσαν ποτέ κάλτσες γιατί ήταν δείγμα αδύναμης γυναίκας. Αργότερα έπλεκαν κάλτσες από άσπρο μαλλί, κλωσμένο στο χέρι και στα νεότερα χρόνια με στριμμένο βαμβάκι.
Τέλος για υποδήματα παλαιότερα φορούσαν τα γουρουνοτσάρουχα και αργότερα φορούσαν τις κοντούρες. Στην συνέχεια τα νεότερα υποδήματα ήταν από βιδέλο, λουστρίνι και γενικά παπούτσια του εμπορίου.
Κατά την περίοδο του μεσοπόλεμου , αλλάζει  μορφή η νυφική φορεσιά, με απλά αγοραστά μεταξωτά υφάσματα διακοσμημένα με δαντέλες και τρέσες του εμπορίου ,χωρίς τα βασικά κοσμήματα ,το μανταλιό, το κορδόνι και το γιορντάνι. Το σιγκούνι παραμένει & ο κεφαλόδεσμος (μόνο ο γαμήλιος) είχε ακόμα την μπόλια, και στη συνέχεια μαντήλι πονζέ, σε ζαχαρί χρώμα .
Την νυφική φορεσιά την φορούσαν ολοκληρωμένη τις πρώτες 40 ημέρες μετά τον γάμο τις Κυριακές και τις γιορτές, μέχρι την γέννηση του πρώτου παιδιού.
Η αντικατάσταση της μπόλιας με το μαντήλι άρχισε όταν οι έμποροι και οι ξενιτεμένοι άνδρες άρχισαν να φέρνουν τα πρώτα μαντήλια στην Ελλάδα. Αυτά ήταν ζωγραφιστά στο χέρι και για αυτό πανάκριβα ισάξια, αν όχι ακριβότερα από τις μπόλιες.

πηγή:  http://diasporic.org/mnimes/archives/foresies-megaridas

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Σκηπ και γιαρπ

Σκηπ και γιαρπ

Σκηπ στα αρβανίτικα ονομάζεται ο αετός.Η λέ-ξη δεν έχει καμία σχέση με την γειτονική Σκι-πιρία των Τουρκαλβανών.Μάλιστα,λόγω αυ-τής της σύγχυσης,αυτού του λάθους κάποιοι α-ποδίδουν την Σκιπιρία ως χώρα αετών.Όπως έχω επανειλημμένα τονίσει σε τούτο το ιστο-λόγιο οι Σκιπιτάροι είναι Κοστοβώκοι από την Δακία.Πριν εγκατασταθούν μόνιμα στα παρά-λια της Αδριατικής,και αφού επί αιώνες περι-φερόντουσαν ως στίφη πλιατσικολόγων στην Χερσόνησο του Αίμου (τους αναφέρει και ο Παυσανίας στα Φωκικά),διέμειναν ικανό χρόνο στην περιοχή των Σκοπίων (Scupis για τους αλλό-γλωσσους) που είχε  ως αποτέλεσμα να ονομαστούν οι επήλυδες από τους Ηπειρώτες ως οι εκ του Scupis σκυπιτάρ.Η  παραπάνω θεώρηση,απόλυτα τεκμηριωμένη,αποτελεί θέση του μεγάλου ε-πιστήμονά μας Αχιλλέα Λαζάρου (δες:  Οι καθηγητές Β. Φίλιας & Αχ. Λαζάρου συνομιλούν για τους Έλληνες Αρβανίτες),η μόνη που γίνεται παραδεκτή από τούτο τον διαδικτυακό τόπο.Έτσι,ο σκηπ των Αρβανιτών καμία σχέση δεν έχει με τους σκιπιτάρ.Όσο για τον δικέφαλο αετό που χρησιμο-ποιούν ως σημαία,αποτελεί ένα κλεμμένο βυζαντινό σύμβολο (δες αναλυτικά εδώ: Κλεμμένη ΚΑΙ η σημαία της αλβανίας).
Ο Ερμής  με το Κυρήκειον σκήπτρον του.
Στην κορφή του υπάρχει αετός.
Ετυμολογία
Ας δούμε από που προέρχεται η αρβανίτικη λέξη σκηπ.Υπάρχει στα ελληνικά η λέξη σκήπτρο που δήλωνε την ηγετική ράβδο.Προέρχεται απ΄ το ρήμα σκήπτω,που ΄χε διπλή σημασία: 1.υποστηρί-ζω,στηρίζομαι,ακουμβώ επί τινος – προβάλλω προς υποστήριξιν,αναφέρω προς δικαιολογίαν και 2.ενσκήπτω,εκτοξεύω,αφίνω να πέσει επί τινος,εξακοντίζω,πίπτω βαρέως.Η κατάληξη –τρον [-θρον] δηλώνει μέσο ή όργανο (ανάκλιντρον,σκόπευτρον,κάτοπτρον,άγκιστρον,σκέπαστρον,στόχα-στρον,άροτρον,σάρωθρον,μέλαθρον κ.λπ.).
Για το περίφημο άγαλμα του Ολυμπίου Διός στην Ολυμπία (ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου) δεν σώζεται κανένα στοιχείο εκτός από μερικές μικρές παραστάσεις σε νομίσματα της Ηλείας, που δίνουν μία γενική μόνο ιδέα της στάσεως και του σχήματος της κεφαλής. Ο θεός ήταν καθισμένος σε θρόνο με (αετοφόρο) σκήπτρο στο αριστερό του χέρι και Νίκη στο δεξί.
Το σκήπτρο το συναντάμε και με την απλή έννοια του ραβδιού,αλλά γι΄ αυτό οι αρχαίοι προτι-μούσαν την λέξη βακτηρία.Το σκήπτρο κατέληξε απόλυτα συνδεδεμένο με την εξουσία,υπήρχε μά-λιστα και το ρήμα σκηπταρχέω που σήμαινε ακριβώς κρατώ το σκήπτρο,κυβερνώ δια σκήπτρου, άρχω,βασιλεύω.Μία απ΄ τις προσηγορίες του Θεού ήταν σκηπτεργάτης.Σχετικά και τα: σκηπτου-χία,σκηπτούχος,σκηπτοφόρος.Έτσι,το σκήπτρο συσσώρευε συμβολισμούς εξουσίας (το θείον Διός σκήπτρον,Σοφ. Φιλ. 140ω έδωκε Κρόνου παις σκήπτρον τ΄ ηδέ θέμιστας,Ιλ. Β 206).Αποτελούσε ένα απτό εμφανές εξάρτημα του ηγέτη που περιεκτικά τον χαρακτήριζε.
Αργυρό τετράδραχμο Πύρρος Ηπείρου 295-272 π.Χ. Α: Κεφαλή Δωδωναίου Διός.
Β: ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΠΥΡΡΟΥ.Διώνη ένθρονος κρατεί σκήπτρο στο δεξί χέρι. 
Δεν είναι όμως,μόνο,αυτή η εννοιολογική συσχέτιση που αποδόθηκε στον αετό,τον βασιλιά των πτηνών,το όνομα σκηπ.Υπήρχε ο σκηπτοβάμων αετός (ο λεγόμενος και κύων του Διός),ποιμαντική ράβδος,απόλυτο σύμβολο εξουσίας που έφερε στην κορυφή του αετό.Κατά την προσωπική μου ε-κτίμηση,από τον σκηπτοβάμονα αετό (την εξουσιαστική ράβδο) αποσπάστηκε η έννοια του σκηπ/αετού.Έχουμε δηλαδή,μια χαρακτηριστική περίπτωση συνυποδήλωσης.
Ο Μέγας Ναπολέων (μιμούμενος τους αρχαίους Έλληνες) τοποθετούσε στην κορφή του  αυτοκρατορικού του σκήπτρου (και στην επίστεψη των σημαιών του) αετό.
 Γιαρπ

Γιαρπ στα αρβανίτικα ονομάζεται το φίδι.Εδώ είναι πάνω από ολοφάνερη η ρίζα ερπ- (έρπω, ερπετό,ερπύστρια κ.λπ).Αξιοσημείωτοι και οι «σανσκριτικοί» τύποι sarp,sarp-ami.Στα Λατινικά: serp-o.Το έρπ-ω δασύνεται.Αυτήν την δάσυνση εκφράζει το s στα sarp και serp-o,όσο και το –γι- (j) στο αρβανίτικο  γιαρπ  (jarp).
Αετοφόρο Κυρήκειον με δύο όφεις.
Εκτός από γιαρπ η λέξη συναντάται και ως γιάρπ-ερε.Εκτιμώ ότι πρόκειται για την κατάληξη –ηρης (κλινήρης,μονήρης,ποδήρης κ..λπ) που αποδίδει στο παράγωγο όνομα ιδιότητα εκ του πρώτου μέ-ρους (μόνος μονήρης).
Γιάρπερε επομένως,είναι όνομα που δηλώνει ον που διαθέτει την ιδιότητα του έρπειν,ερπετό δη-λαδή.

Και αυτές οι δύο αρβανίτικες λέξεις πηγάζουν από τα αρχαία ελληνικά,είναι ελληνικές.Τα Αρβανί-τικα είναι ελληνικά,όσο κι αν χτυπιούνται αργυρώνητοι προπαγανδιστές και αξιοθρήνητοι αγράμ-ματοι.

Γιάννης Βασ.  Πέππας, Φιλόλογος - Συγγραφέας

Κατεβάστε την μελέτη: Σκήπτρον


Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Ο Τσολιάς και η αρβανίτισσα

Ο Τσολιάς και η αρβανίτισσα

25η Μαρτίου 2016,Βαρνάβας Αττικής.
Η Μαρίνα Φουντούκη-Μέξη αναρτά στο φέισμπουκ 9 φωτογραφίες των χαριτωμένων μικρών παιδιών της με αυτήν την λεζάντα!
Μια νέα Ελληνίδα μάνα με μιαν αυθόρμητη ανάρτησή της στο διαδίκτυο,που δηλώνει το καμάρι της για τους νεαρούς βλαστούς της,τα λέει ΌΛΑ για τους Έλληνες Αρβανίτες και βουλώνει τα στόματα όσων λιγδιάρηδων τσαμπουνάνε για δήθεν ετερότητες και αλλογενή εθνοτικά σύνολα.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Αρβανίτες απ΄ το Στείρι Βοιωτίας στο 1821

Στειριώτες αγωνιστές του 1821



Ησαΐας (Γεώργιος) Παναγιώτου  Δαλιάννης. Ιερομόναχος.
Γεννήθηκε το 1796.Το 1805 μπήκε στο μοναστήρι όπου έμεινε ένα χρόνο.Το 1806 πήγε στην μονή Δομπούς όπου έγινε μοναχός το 1811.Το 1822 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και ιερέας στο Χρυσσό Φωκίδας.Γράμματα έμαθε στη Λιβαδειά.Ήταν φιλομαθής.Το 1834 επανήλθε στον Όσιο Λουκά όπου έγινε ηγούμενος και σύμβουλος.Πέθανε το 1875.
Γενναίος και ¨υπέρ το δέον θαρραλέος¨,πολέμησε στη Στυλίδα,στη Δόμβραινα μαζί με τον Γιαννάκη αδελφό του Οδυσσέα Ανδρούτσου,ο οποίος και σκοτώθηκε εκεί.Πολέμησε επίσης στο Δίστομο στην Αράχωβα και στη μάχη της μονής Δομπούς.
¨Ο Στειριεύς Ησαΐας ήν εξωτερικού μεγαλοπρεπούς,θεωρητικός,μειλίχιος τους τρόπους και αγαθός,κατά πάντα δ΄ανήρ αρχαϊκός και γέρων έτι διατηρήσας τον αρειμάνιον εκείνον χαρακτήρα του γενναίου μαχητού του ιερού αγώνος,αλλ΄ αι ανεξίτηλοι ουλαί βαθειών πληγών,άς μαχόμενος ο μοναστής του Οσίου Λουκά έλαβε ¨
Την μεγαλοπρεπή και σεβάσμια μορφή του μελέτησε ο Γερμανός ζωγράφος Ερνέστ Ρειτσέλερ ,γράφει ο Κρέμος,όταν επισκέφτηκε τη μονή.Μετά την απελευθέρωση, όταν επισκέφτηκε την μονή ο βασιλιάς  Όθωνας,αφού του διηγήθηκε την συμβολή της μονής στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα στο τέλος του είπε με βροντερή φωνή: ¨Ούλοι, Μεγαλειότατε,ούλοι επολεμήσαμεν παλικαρίσια για την ελευθερία,.... (και σηκώνοντας το ράσο του έδειξε τις πληγές του) τώρα όμως πεινούμεν,Μεγαλειότατε...... Άς ζήσει το έθνος μας,ας ζήσει η μεγαλειότης σου.... και ημείς ας ψοφήσωμεν...
Στον Αγώνα του 1821 οι Στειριώτες πολέμησαν στο πλευρό των οπλαρχηγών της Ρούμελης, Διάκου,Μπούσγου,Ανδρούτσου και Καραΐσκάκη.Οι  αγωνιστές Στειριώτες ΄21 ήταν ο Ανθυπολοχαγός Σπάρος Δημήτριος και οι στρατιώτες Ανέστης Λιάκος, Γεωργίου Θανάσης, Γεωργίου Λιάκος, Δαλιάννης Λουκάς, Λαγός ή Χαραλάμπης Κώστας, Μήλιος ή Δημητρίου Λεονάρδος, Ξυνός ή Στειριανός Παναγιώτης και Ρόδης ή Γεωργίου Λιάκος.

                                   sogal-stiri.blogspot.gr  ΤΕΤΆΡΤΗ, 24 ΜΑΡΤΊΟΥ 2010

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Υπήρχε ελληνικό έθνος πριν το 1821;

Υπήρχε ελληνικό έθνος πριν το 1821;
«Θέλω να με φάνε τα όρνια του τόπου μου»
Γιαννάκης Κολοκοτρώνης
Γράφει ο Ερανιστής
(http://eranistis.net/wordpress/2015/03/25/%CF%85%CF%80%CE%AE%CF%81%CF%87%CE%B5-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD-%CF%84%CE%BF-1821/#.VbI6WyGVKmI.facebook)
Είναι δύσκολο να ορίσουμε επακριβώς τι είναι «έθνος»· σύμφωνα με τα λεξικά, ως έθνος ορίζεται ένα σύνολο ανθρώπων που διακρίνεται και θέλει να διακρίνεται ως τέτοιο με βάση μια μακρόχρονη συνοίκηση στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, μια κοινή ιστορική και πολιτιστική εξέλιξη, μια (υποθετική ή πραγματική) φυλετική ομοιογένεια.
Για τις ανάγκες του κειμένου, ας θεωρήσουμε ως έθνος μια «δέσμη», ένα σύνολο από «ταυτότητες». Κάπως γενικά, μπορούμε να πούμε πως οι Ρωμιοί, οι Γραικοί, μιλούσαν ελληνικά, (γλωσσική ταυτότητα) ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, (θρησκευτική ταυτότητα), πιθανότατα ήταν απόγονοι Ελλήνων Ρωμιών (φυλετική ταυτότητα), είχαν διακριτό πολιτισμό στην καθημερινή ζωή, ενδεχομένως ελληνική παιδεία, συνήθειες και ήθη (πολιτιστική ταυτότητα) και άλλα πολλά που αποτελούν αυτό που λέγεται ιστορική παρουσία ενός λαού στον χώρο και τον χρόνο.
Η Αθήνα επί οθωμανικής κατοχής
Η Αθήνα επί οθωμανικής κατοχής
Φυσικά, οποιαδήποτε ταυτότητα προϋποθέτει τη διαφορά: τέσσερις αιώνες οθωμανικής κατάκτησης δεν στάθηκαν αρκετοί για να γεφυρώσουν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα στους Έλληνες Ρωμιούς και τους Τούρκους. Οι ανώτερες τάξεις «τούρκευαν» βεβαίως και «φράγκευαν» κατά συρροή, ο απλός λαός όμως, συχνά, αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων στους εξισλαμισμούς. Το ρωμέικο έθνος κουβαλούσε στην πλάτη του την αρχαία Ελλάδα και χίλια χρόνια βυζαντινής αυτοκρατορίας: οι Τούρκοι παρέμειναν πάντα βάρβαροι κατακτητές. (Πολλά οφείλουν βεβαίως οι Οθωμανοί στους κυριολεκτικά αδίστακτους και πανούργους Έλληνες αξιωματούχους που καταλάμβαναν ανώτατα αξιώματα, καθώς και στον «αλλόφυλο» στρατό των γενιτσάρων – αυτά όμως είναι άλλη ιστορία).
Αναμφίβολα, μια εθνική και κοινωνική Επανάσταση αλλάζει ριζικά τις ζωές, το φρόνημα και τις συνειδήσεις των ανθρώπων και πολλοί ένιωσαν «εθνικά» Έλληνες ή Ρωμιοί μετά τον Αγώνα ή κατά τη διάρκειά του. Είναι άλλο πράγμα όμως να υπονοείς ότι περίπου ελληνικό έθνος δεν υπήρχε (το κράτος φτιάχνει το έθνος)  και δημιουργήθηκε λόγω του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, και απ” τους λεγόμενους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, στη συνέχεια· κατά την εκτίμησή μου, υπήρχε, για αιώνες ολόκληρους, λαός ελληνικός με συνείδηση εθνική, ρωμέικη, κι αυτός μπόρεσε κι έκανε την Επανάσταση, όπως την έκανε. Η πραγματική σύγχυση μεταξύ θρησκείας κι εθνικότητας, ασφαλώς δεν μπορεί να μάς οδηγήσει σε συμπεράσματα περί ανύπαρκτου έθνους: δεν ένιωθαν όλοι οι Ορθόδοξοι τον εαυτό τους ως Έλληνα, (όποιο περιεχόμενο κι αν δώσουμε στην έννοια), υπήρχαν όμως εκατομμύρια Χριστιανοί που αυτοπροσδιορίζονταν ως Γραικοί, Ρωμιοί ή Έλληνες. Η σύγκριση με την Αμερικάνικη Επανάσταση είναι τουλάχιστον ατυχής: το αμερικάνικο έθνος, ετερόκλητο κι ετερογενές όσο κανένα άλλο στην ιστορία, δημιουργείται ταυτόχρονα σχεδόν με το κράτος· συμβαίνει εδώ δηλαδή αυτό που κάπως σχηματικά λέγεται, το κράτος να δημιουργεί το έθνος.
Ένας απ” τους πιο αυστηρούς ιστορικούς της Επανάστασης του 1821, ο φιλέλληνας Γεώργιος Φίνλεϊ, γράφει: «Ιερείς και Έλληνες διδάσκαλοι μετέδωκαν την γλώσσαν και τας ιδέας των εις το μεγαλείτερον μέρος των ευπαιδεύτων τάξεων μεταξύ του χρι­στιανικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Κατέστησαν ούτω οι αντιπρόσωποι της Ανατολικής Χριστιανοσύνης, και έταξαν εαυτούς προέχοντας αντιπάλους προς τους κατακτητάς των, τους Οθωμανούς Τούρ­κους. οίτινες επέδραμον την Ευρώπην ως απόστολοι της θρησκείας του Μωάμεθ. Οι Έλληνες, καθ’ όλον τον χρόνον της υποταγής των εις τον ζυγόν ξένου έθνους και εχθρικής θρησκείας, ουδέποτε ελησμόνησαν ότι η γη την οποίαν κατώκουν ήτο γη των πατέρων των και ο ανταγωνισμός των προς τους αλλοφύλους δέσποτας, κατά την ώραν και της ευτελεστάτης δουλείας των, ήτο οιωνός προαναγγέλλων ότι η αντίστασίς των έμελ­λε ν’ απολήξη εις καταστροφήν ή εις απελευθέρωση
Οπωσδήποτε, δεν υπήρχε αμερικανισμός, πριν την Αμερικάνικη Επανάσταση, είναι όμως ιστορικός παραλογισμός να πούμε ότι δεν υπήρχε ελληνισμός πριν το 1821. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να παλεύει ένας λαός για τηνεθνική ανεξαρτησία του, αν δεν υπάρχει ως έθνος. Οι άνθρωποι δεν αγωνίζονται γενικώς ενάντια στην τυραννία, επαναστατούν έχοντας ταυτότητα, σε σύγκρουση με την ταυτότητα του άλλου -αλλιώς δεν έχουμε αγώνα. Το γεγονός ότι οι επαναστάτες στράφηκαν, «ταξικά», κι ενάντια στους ντόπιους κοτσαμπάσηδες, που συχνά ήταν πιο καταπιεστικοί από τους Τούρκους πασάδες, δεν αναιρεί φυσικά τα εθνικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης. Ούτε η ανώτερη κοινωνική και οικονομική θέση πολλών Ελλήνων τούς μετατρέπει αυτόματα σε Τουρκολάτρες ή προδότες, επειδή τα συμφέροντα τους, συχνά ταυτίζονταν μ” εκείνα του κατακτητή: η Επανάσταση στο Μοριά στηρίχτηκε συνειδητά κι από πολλούς προκρίτους, οι οποίοι δεν σύρθηκαν απλώς στον Αγώνα, όπως πολλές φορές γράφεται. Η γενική φτώχεια και η κατάσταση του απλού λαού δεν επέτρεπαν να ξεκινήσει οποιοσδήποτε μορφή ένοπλης σύγκρουσης χωρίς τη, μερική έστω, συμμετοχή ντόπιων ισχυρών Ελλήνων. Το οθωμανικό καθεστώς ακόμα διέθετε ισχυρό στρατό και οι μνήμες από τις προηγούμενες σφαγές ήταν πολύ νωπές. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ο Μοριάς κινδύνεψε πραγματικά με μαζικό εξανδραποδισμό των Ελλήνων και Χριστιανών κατοίκων του, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του Ιμπραήμ -εξ ου και το σκληρό αλλά επιβεβλημένο σύνθημα που έριξε ο Κολοκοτρώνης: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους! Δεν ήταν απλό πράγμα μια εξέγερση και κάθε περίπτωση  πρέπει να κρίνεται ξεχωριστά.
Νομίζω τα προηγούμενα είναι αρκετά, για να φανεί ότι οι Έλληνες, ως έθνος υπό ξένη κατοχή, δεν ξεπήδησαν όπως η Αθηνά απ’ το κεφάλι του Δία. Αναμφίβολα, στοιχεία εθνικής ταυτότητας δεν μπορούν να βρεθούν σε χημικά καθαρή μορφή. Καμιά εθνική ταυτότητα δεν έχει όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε: ο Φίνλεϊ περιγράφει λ.χ. ξεκάθαρα, ακόμα και φυσιογνωμικά, τις φυλετικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων, Αλβανών, Βλάχων κλπ. και ταυτόχρονα κάνει λόγο για τη διαχρονική παρουσία ελληνικού «έθνους» και ελληνικής «φυλής»·  (για τις επιμειξίες μεταξύ Ορθοδόξων και άλλων πολλών δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερος λόγος εδώ: ο αρχαίος Ελληνισμός κι αργότερα η Ρωμιοσύνη εξελλήνισαν πλήθη ανθρώπων μεσογειακής, βαλκανικής και μικρασιατικής καταγωγής, μέσω της θρησκείας, της παιδείας και της γλώσσας, πολλούς αιώνες πριν την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους· αυτό, στην Ελλάδα, μπορεί να το διαπιστώσει κάποιος και με απλές φυσιογνωμικές παρατηρήσεις σ” ένα στρατόπεδο κατάταξης νεοσυλλέκτων.) Στα πρώτα συντάγματα του νεοελληνικού κράτους, ορίζεται σαφώς ότι πολίτες του θα είναι «όσοι πιστεύουσι εις Χριστόν», ενώ η γλώσσα και η καταγωγή δεν αναφέρονται καν ως κριτήρια. Η διάταξη αυτή, ασφαλώς διευρύνει τον αριθμό των Ελλήνων πολιτών, δεν δημιουργεί όμως ολόκληρο έθνος εκ του μηδενός.
«…Όλοι οι Έλληνες και μάλιστα οι χωρικοί έχουσι μεγαλωτάτην κλίσιν εις τα άρματα. Σχεδόν καθείς από αυτούς έχει δύο και τρία άρματα και είναι αξιοθαύμαστοι κυνηγοί. […] Έχουσι δε και την όρασιν τόσον οξείαν και καθαράν όπου βλέπουσι τη νύχτα περισσότερον απ’ ό,τι βλέπουσιν οι Ακαδημαϊκοί της Κρούσκας την ημέραν»
(«Ελληνική Νομαρχία»)
Ο Φίνλεϊ, πάλι, με βάση και τις εκτιμήσεις του Άγγλου στρατιωτικού Μάρτιν Λικ, υπολογίζει τους Έλληνες σε 3.500.000 εκατομμύρια περίπου: «Όταν oι Έλληνες έλαβον τα όπλα, οι αριθμοί της Ελληνικής και της Τουρκικής φυλής εν Ευρώπη ήσαν, κατά πάσαν πιθανότητα, σχεδόν ίσοι, και υποτίθεται ότι ουδετέρα τούτων υπερέβαινε πολύ τα δύο εκατομμύρια. Ο πληθυσμός της Ηπειρωτικής Ελλάδος, από του Ταινάρου ακρωτηρίου μέχρι του βορειοτάτου ορίου της Ελληνικής γλώσσης υπετίθετο όχι πολύ υπέρ το εκατομμύριον. Εν άλλο εκατομμύριον πρέπει να προστεθή εις τον πληθυσμόν της Κρήτης, των Κυκλάδων, των Ιονίων Νήσων, της Κωνσταντινουπόλεως και των παραθαλασσίων Ελληνικών πόλεων. Εάν προσθέσωμεν εις τούτο τον Ελληνικόν πληθυσμόν της Μικράς Ασίας, των νήσων της Ασιατικής ακτής, της Κύπρου και των Παραδουναβίων Επαρχιών, της Ρωσίας και άλλων χωρών, το όλον του πληθυσμού της Ελληνικής φυλής δεν δύναται να υπολογισθή εις πλέον των τριών και ημίσεως εκατομμυρίων.» (1)
Κι αλλού: «Η δύναμις της Ελληνικής φυλής εκείτο εις τας αρχαίας κοιτίδας της Ελληνικής ελευθερίας. Εις την Πελοπόννησον, εις την Στερεάν Ελλάδα και εις τας νήσους, όχι μόνον απετέλουν την πλειονότητα του πληθυσμού, άλλα και κατείχον δημοτικήν τινα εξουσία, και μέγα μέρος της καλλιερ­γησίμου εγγείου ιδιοκτησίας. Προσέτι εις την Νοτίαν Ήπειρον και εις την Χαλκιδικήν της Μακεδονίας απετέλουν την πλειονότητα του γεωργικού πληθυσμού.» (1)
Ομολογία των χρόνων της Επανάστασης, για 250 γρόσια.
Ομολογία των χρόνων της Επανάστασης, για 250 γρόσια.
Παρά τα όσα λέγονται και γράφονται για την δήθεν καθολική συμμετοχή των Γραικών της εποχής στον επαναστατικό αγώνα, η αλήθεια είναι, ότι χιλιάδες πλούσιοι και ισχυροί Έλληνες όχι μόνο δεν συμμετείχαν στην Επανάσταση, αλλά συνέχισαν να πλουτίζουν κατά τη διάρκειά της, ως έμποροι κι αξιωματούχοι του Οθωμανικού κράτους. Λόγου χάρη, είναι βέβαιο, πως με τις μεγάλες περιουσίες που κατείχαν οι Έλληνες των παροικιών μπορούσαν να εξοπλιστούν στρατεύματα ικανά ν” απελευθερώσουν μεγάλο μέρος του Ελλαδικού χώρου, σχετικά εύκολα, ή να σταλούν όπλα και πολεμοφόδια στις εστίες της Επανάστασης. Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας αναφέρει σχετικά:
«Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε – ὃ μὴ γένοιτο, Θεέ μου! – τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ, ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος; (3)
Στοχάζεσθε, μήπως καὶ δὲν κερδίσετε εἰς τὴν πατρίδα, ὅσα κερδίζετε μακρὰ ἀπ᾿ αὐτήν; Ἀλλ᾿ ὅσα ἂν κερδίσητε εἰς τί σᾶς ὠφελῶσι, ἂν εἶσθε ὀρφανοὶ ἀπὸ πατρίδα; Μήπως δὲν ἠθέλατε ἀποκτήσει καὶ εἰς τὴν πατρίδα σας τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἂν ὄντως ἠθέλατε προσπαθήσει διὰ τὸ καλόν της καὶ διὰ τὸ καλόν σας; Διατί λοιπὸν τόσας ἀποικίας καὶ αἰωνίους ξεχωρισμοὺς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σας καὶ φίλους σας ;»
Οι ελευθερωτές της Ελλάδας
Ο Γερμανός ιστορικός Κ. Μένδελσων Βαρθόλδη στην «Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως» σημειώνει:«Ελευθερωταί αυτής [της Ελλάδας] υπήρξαν ουχί σοφοί, ανατραφέντες παρά την εστίαν της κλασσικής αρχαιότητος, αλλ’ άνδρες εξ ακοής μόνον την αρχαιότητα γνωρίσαντες και μόλις μαθόντες ν’ αναγιγνώσκωσι και να γράφωσιν, ουχί φρόνιμοι και εύποροι, αλλ’ άνθρωποι από ευτελούς μόλις εργασίας, από ταριχείας ορτύγων και συλλογής ελαιών αποζώντες -άνδρες ουχί του καλάμου και της θεωρίας…» (2)
Όπως ξέρουμε, δεν υπήρξε πρακτικά σοβαρή υποστήριξη του Αγώνα από τους Έλληνες του εξωτερικού, με χρήματα, άνδρες, όπλα κλπ., τουλάχιστον ανάλογη με τις οικονομικές δυνατότητες: ο βραχίονας της επανάστασης ήταν οι αρματολοί, οι κλέφτες και κυρίως το πλήθος του απλού λαού. Αυτοί σήκωσαν το βαρύ φορτίο του Αγώνα, χωρίς τακτικό στράτευμα, χωρίς ηγέτη και κεντρική εξουσία, χωρίς βόλια και ψωμί, κάποτε μόνο με τα γυμνά σπαθιά τους. Ο ηρωισμός και η καρτερία του απλού λαού έσωσαν την πατρίδα: «Η Ελληνική Επανάστασις δεν παρήγαγεν άνδρα υπερόχου μεγέθους, ούτε πολιτικόν με τιμήν άσπιλον, ούτε στρατιωτικόν με αξίωμα επιβάλλον.Αλλ” η αληθής δόξα της έγκειται εις την αδάμαστον ενεργητικότητα και την ακλόνητον καρτερίαν του πολλού λαού». (1)
Όπως είναι γνωστό, στις μάχες συμμετείχαν ελάχιστοι γραμματισμένοι της εποχής, κι ούτε οι καπεταναίοι ζητούσαν ποτέ τέτοιες δύσκολες και σκληρές υπηρεσίες απ” τους ντελικάτους και φραγκοφορεμένους νεόφερτους. Όλοι σχεδόν οι ηγέτες της Φιλικής, εκτός ίσως απ” τον Χριστόφορο Περραιβό και κάποιους άλλους, δεν ήταν άνδρες του τουφεκιού. Η πατρίδα, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, είχε μεγάλη ανάγκη τους πεπαιδευμένους ομογενείς της. Με το που ξεσπάει η Επανάσταση, τα φιλολογικά μελετήματα φαντάζουν επικίνδυνη πολυτέλεια στα μάτια των καπεταναίων. Από το Άστρος, ο «αγράμματος» οπλαρχηγός τα γράφει χωρίς περιστροφές προς τον Αδαμάντιο Κοραή, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι:
«… Αν συγγράψης εις τους ολίγους σου χρόνους τα υψη­λότερα πράγματα και η Ελλάς πέση, τις η ωφέλεια; Αν όλοι οι μετά ταύτα αιώνες στεφανώσωσι τους κόπους σου με τους λαμπρότερους επαίνους και η Ελλάς μείνη πάλιν υπό ζυγόν, ποιά δόξα; Αν συ, εις ολίγα λόγια, απαθανατιστής συγγράφων, και η πατρίς παραδοθή εις τας χείρας του αγρίου τυράννου, ή εις την διάκρισιν των ανθρωπίνων παθών, τι εκέρδισας; Η Ελλάς έχει ανάγκην σου και όλων των πεπαιδευμένων ομογενών. Λοιπόν, συμπαραλαβών όσους δυνηθής μαζί σου, ελθέ να συναγωνισθής με τους αδελφούς σου τον δικαιότατον και νομιμώτατον παρ’ όλους τους λοιπούς αγώνας του κόσμου
Ο υιός σου Οδυσσεύς Ανδρίτσου» (2)
Την ίδια περίοδο, τον Απρίλη του 1821, προς τον Νεόφυτο Βάμβα (1) στέλνει τα εξής: «Τι τρούπωσες, ορέ Καλόγερε, αυτού στη Φραγκιά και με ευ­χές και κατάρες θέλεις να βοηθήσεις τη δυστυχισμένη πα­τρίδα; Σαν την αγαπάς έλα εδώ να ιδείς τις πληγές της και να τη βοηθήσεις!»
Πηγές
1) Γεώργιος Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (History of the Greek Revolution, το 1861) πρώτος μεταφραστής στα Ελληνικά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εκδ. Βουλής των Ελλήνων, 2008.
2) Οι επιστολές του Ανδρούτσου είναι από εδώ: Γιάννης Σκαρίμπας, Το 1821 και η αλήθεια, εκδ. Κάκτος, 1995.
3) Ελληνική Νομαρχία, http://users.uoa.gr/~nektar/history/3contemporary/hellenic_polity.htm



Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης

Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης
Ο Νίκος Σβορώνος έγραψε τη μελέτη του «Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού», στα μέσα της δεκαετίας του 1960 

Γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η μελέτη του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να εκδοθεί μόλις σήμερα (εκδόσεις Πόλις). Εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (/μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις.
Πώς γράφεται μια θεωρία της διαμόρφωσης του έθνους; Καθώς μια θεωρία οφείλει να είναι γενική και να περιλαμβάνει όλες τις γνωστές εκδηλώσεις ενός φαινομένου, και καθώς κανείς δεν μπορεί να είναι επαρκής γνώστης της παγκόσμιας ιστορίας, μια αρκούντως πειστική (αν όχι ιδεώδης) θεωρία του εθνικισμού θα μπορούσε να γραφεί από έναν ιστορικό που, εκτός από τη διαμόρφωση του εθνικισμού στο πεδίο της δικής του ειδίκευσης, θα γνώριζε όσο το δυνατόν καλύτερα την πορεία του σχηματισμού και όσο το δυνατόν περισσότερων άλλων εθνικών μορφωμάτων.
Οι σκέψεις αυτές - αυτονόητες άλλωστε - μας έρχονται στον νου όταν συγκρίνουμε το περιεχόμενο του γραμμένου στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μόλις σήμερα εκδεδομένου βιβλίου του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού με τις αναφορές στη νεοελληνική περίπτωση που περιέχονται στα θεωρητικά βιβλία των επιφανέστερων σήμερα μελετητών του εθνικισμού. Διότι η σύγκριση αυτή μας κάνει να αισθανόμαστε ότι, αν και οι μελετητές αυτοί έχουν ανατρέψει βασικές βεβαιότητες των εθνικιστών ιστορικών, ορισμένες πραγματεύσεις τους κάθε άλλο παρά είναι επαρκείς.
* Ιδεοληπτική ανάγνωση
Είναι φανερό ότι οι αναφορές στη νεοελληνική εθνική διαμόρφωση των Ε. Gellner, Ε. Kedourie, Ε. J. Hobsbawm, Benedict Anderson (αλλά και άλλων) στηρίζονται σε ελλιπή γνώση της νεοελληνικής ιστορίας (έλλειψη που οφείλεται κυρίως στην αδυναμία πρόσβασής τους - εξαιτίας της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας - σε ελληνικές πηγές). Ο Kedourie, λ.χ., που δεν φαίνεται να έχει διαβάσει άλλο ελληνικό κείμενο πέρα από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» (1803) του Κοραή, πιστεύει ότι ο Κοραής είναι ο πρώτος Νεοέλληνας που αισθάνεται ότι οι νεότεροι Ελληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ο Anderson - συγγραφέας του περίφημου βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες (1983), το οποίο εισήγαγε και καθιέρωσε τον χρησιμοποιούμενο κατά κόρον σήμερα όρο φαντασιακός στον περί έθνους λόγο - αντλεί τις όποιες γνώσεις του για τους Νεοέλληνες από τον... Kedourie.
Θα περίμενε κανείς ότι οι έλληνες μελετητές του εθνικισμού, οι οποίοι αναπαράγουν γόνιμα στις εργασίες τους ορισμένες από τις διαπιστώσεις των εν λόγω θεωρητικών, θα τους ανταπέδιδαν την οφειλή τους επισημαίνοντας - ως καθ' ύλην αρμοδιότεροι - τις ελλείψεις των νεοελληνικών αναφορών τους. Ομως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Απεναντίας μεταφέρουν μηχανικά στα κείμενά τους τις ανιστόρητες περί νέου ελληνισμού απόψεις των προτύπων τους. Ετσι προσλαμβάνοντας κυριολεκτικά τη νεωτεριστική άποψη ότι «δεν είναι το έθνος εκείνο που δημιουργεί τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός εκείνος που δημιουργεί το έθνος» και οδηγούμενοι στην πεποίθηση ότι «το ζήτημα της μελέτης του εθνικισμού είναι πώς η ερμηνεία του να μη "μολυνθεί" από τυχόν προαποδοχή της ιδέας του έθνους», υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες σε επίπεδο εθνότητας. «Μια "εθνική" ελληνική ταυτότητα» γράφουν «κατασκευάζεται μόνο με τον ελληνικό Διαφωτισμό».
H πεποίθηση αυτή, που διατυπώνεται ως αντίδραση προς την παπαρρηγοπούλεια άποψη της συνέχειας του ελληνισμού, όπως αυτή έχει προσληφθεί από την ελληνική εθνικιστική ιστοριογραφία, δηλώνει ότι οι εν λόγω ιστορικοί μας έχουν ελλιπή γνώση των πριν από τον ελληνικό Διαφωτισμό πηγών. Θέλω να πω ότι, αν οι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί διάβαζαν ιδεοληπτικά αυτές τις πηγές, οι αντιεθνικιστές ιστορικοί διακατεχόμενοι από μιαν άλλη ιδεοληψία - ότι όχι μόνο οι απόψεις της εθνικιστικής ιστοριογραφίας είναι ιδεολογηματικές αλλά και οι πηγές στις οποίες στηρίζονται αυτές οι απόψεις είναι αναγκαστικά αναξιόπιστες - απαξιούν να τις διαβάσουν ή, αν διαβάσουν κάποιες από αυτές, τις ερμηνεύουν όχι λιγότερο ιδεοληπτικά μέσα από τις προδιαγραφές των θεωρητικών τους σχημάτων.
* Θεωρία και πραγματικότητα
Οι αντιεθνικιστές ιστορικοί αποφεύγουν να συνομιλήσουν ακόμη και με τον μη εθνικιστή Σβορώνο (διότι τις απόψεις που περιέχονται στο Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος τις είχε ήδη διατυπώσει συνοπτικά σε προηγούμενα έργα του). Και αυτό ίσως γιατί - υποθέτω -, καθώς ο Σβορώνος είναι μαρξιστής (απορρίπτει, όπως και αυτοί, «τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα, έκφραση μιας φυλής ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής"») και πιστεύει ότι η δημιουργία του έθνους «υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία», η αντίκρουση των απόψεών του θα προϋπέθετε μια συζήτηση περί θεωρίας του έθνους η οποία στην ελληνική περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποφύγει το θέμα της ιδιαιτερότητάς της και το θέμα των πηγών που μαρτυρούν αυτή την ιδιαιτερότητα, μια συζήτηση που θα απαιτούσε γνώση της μεταβυζαντινής και της βυζαντινής ιστορίας ανάλογη με εκείνη του Σβορώνου.
Και κατά τούτο κυρίως διαφέρει ο Σβορώνος από τους εν λόγω ιστορικούς. «Εκείνο που δεν ανέχεται ο ιστορικός» λέει σε μια συνέντευξή του (1988) «είναι η τυφλή μίμηση έτοιμων μεθοδολογικών σχημάτων, χωρίς να εξετάζεται αν ταιριάζουν στην πραγματικότητα που ερευνάται». Μια τέτοια ιστορική αντίληψη προϋποθέτει την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν κατανοείται από δεύτερο χέρι, δηλαδή μόνο από τη βιβλιογραφία, ότι ο ιστορικός πρέπει να κάνει και πρωτογενή έρευνα. Οπως σημειώνει ο Σπ. I. Ασδραχάς στα εύστοχα «Προλεγόμενά» του στο Ελληνικό έθνος, «στον Σβορώνο η θεωρία υπόκειται ως ιστορικό σκεπτικό, δεν αναδύεται και, πολύ περισσότερο, δεν εκτοπίζει την "οντολογία" της ιστορίας. Είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της διαφωνίας του Σβορώνου με τη μαρξιστική, μάλιστα κομματική, λογιοσύνη, οι απόψεις της οποίας ως προς το θέμα της ιστορικής πορείας του ελληνισμού ήταν παρόμοιες με αυτές των σημερινών θεωριοκρατούμενων ιστορικών.
* Λανθάνουσα συνέχεια
Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να τεθεί δεν είναι ποιες θα ήταν οι απόψεις του Σβορώνου στο θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας του ελληνισμού αν είχε διαβάσει ορισμένες από τις νεότερες θεωρίες περί έθνους, αλλά ποιες θα ήταν για το θέμα αυτό - και ίσως όχι μόνο γι' αυτό - οι απόψεις του Gellner, του Hobsbawm, του Kedourie, του Anderson ή άλλων, αν είχαν διαβάσει το Ελληνικό έθνος του Σβορώνου.
Αλλωστε ο Σβορώνος, που δεν αγνοούσε τις ως τον θάνατό του (1989) διαμορφώσεις της θεωρίας, είχε ήδη απαντήσει στη βεβαιότητα της σημερινής θεωρίας ότι ο εθνικισμός προηγείται του έθνους. H διαφωνία του με τους αριστερούς συντρόφους του (που τη δεκαετία του 1940 διατύπωναν με λιγότερο σοφιστικό τρόπο αυτό που έχει αναπτυχθεί σήμερα σε περίτεχνη θεωρία) ήταν - σημείωνε το 1988 - ότι «είχαν μπερδέψει, όπως γίνεται συχνά ακόμη και τώρα, το πρόβλημα της διαμόρφωσης μιας εθνότητας με το πολιτικό αίτημα του εθνικού κράτους». Εχοντας εισαγάγει στη συζήτηση τη δική του μαρξιστική ανάγνωση του εθνικισμού με κύριο χαρακτηριστικό της οπτικής του τη διασύνδεση του κοινωνικοοικονομικού παράγοντα με τον πολιτισμικό στη μακρά διάρκεια, ο Σβορώνος αμφισβητεί και το 1988 τη θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη. «H σύνδεση της αστικής τάξης» λέει «είναι με την έννοια του εθνικού κράτους όχι με την έννοια του έθνους, που την έχουν διαμορφώσει πολύ πριν οι διάφοροι λαοί».
Ο Σβορώνος, διαφορετικά από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς, δεν πιστεύει ότι όσα υποστηρίζουν οι άνθρωποι με διαφορετική ιδεολογία ή άποψη από τη δική του είναι αναγκαστικά όλα λανθασμένα. Διαφοροποιείται από την εθνικιστική βεβαιότητα της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, ωστόσο ανιχνεύει την ύπαρξη λανθάνουσας «πολιτιστικής και ως ένα σημείο εθνολογικής συνέχειας», η οποία από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα συντηρεί υποσυνειδησιακά την ελληνικότητα, για να ανακτήσει ο ελληνισμός σταδιακά τη συνειδητότητά του από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, σε μια νέα ιστορική πορεία που θα διαρκέσει ως τις αρχές του 19ου αιώνα και θα διαμορφώσει «σε συντελεσμένο έθνος» τον νέο ελληνισμό. Ο ορατότερος και αποφασιστικότερος συντηρητής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η εξελισσόμενη ανά τους αιώνες χωρίς διακοπή ελληνική γλώσσα, η οποία με τη «συνδετική και αφομοιωτική λειτουργία της» επέτρεψε την ανάκτηση αυτής της συνειδητότητας.
* Γλώσσα και κόσμος
Με το Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος δεν επιχειρεί μια συνθετική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας αλλά παρακολουθεί την πορεία της ελληνικότητας προσδιορίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διαφόρων σχηματισμών από τους οποίους πέρασε το ανθρώπινο σύνολο που ονομάζεται ελληνισμός έως ότου φτάσει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας. Αν θέλαμε να εντάξουμε την προσέγγισή του στο πλαίσιο των ποικίλων προσεγγίσεων για το έθνος και τον εθνικισμό των τελευταίων πενήντα χρόνων - αρχεγονικές, παλαιικές, μοντερνιστικές, εθνοσυμβολικές, μεταμοντερνιστικές - θα λέγαμε ότι ο Σβορώνος προοικονομεί τις εθνοσυμβολικές. Απορρίπτοντας την ιδέα της φυλετικής σύστασης του έθνους και συσχετίζοντας τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα με την πολιτισμική παράδοση, ο Σβορώνος μάς δίνει μιαν άποψη για την πορεία του ελληνισμού πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων, μιαν άποψη που ενισχύεται από τις πρόσφατες μελέτες των εθνοσυμβολιστών (Perry Anderson, Α Zone of Engagement, 1992 Α. D. Smith, Nationalism, 2001), όπως και από πρόσφατες παρατηρήσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας για τον σημαντικό ρόλο των πολιτισμικών στοιχείων και του αισθήματος στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Αλλά και που βρίσκει μιαν απροσδόκητη (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή της πραγματικότητας. Διότι αν «δεν υπάρχει εκτός γλώσσας», όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια, γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.